ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Περιπλανώμενα όνειρα: Ηχητικά ταξιδιωτικά podcast με την Ελένη Ξένου

Κοιμάμαι με τον ήχο του ωκεανού και ξυπνώ με τους παράξενους φωνητισμούς των σκίουρων. Δεν ήξερα ότι οι σκίουροι κάνουν αυτά τα λαρυγγίσματα, τυχαία το ανακάλυψα όταν μια μέρα περπατούσα στο μονοπάτι που οδηγεί στην λίμνη και παρατήρησα ένα από δαύτους.

Ταξίδι στην Σρί Λάνκα - Μια σειρά ηχητικών podcast με την Ελένη Ξένου

Δύο τα ξημερώματα. Στο αεροδρόμιο του Κολόμπο με περιμένει ο Ρουάν με το όνομα μου γραμμένο πάνω σε ένα λευκό χαρτί που το κρατάει στο ύψος του πιγουνιού του. Τον χαιρετώ νυσταγμένα, χαμογελά συγκρατημένα, με συμβουλεύει με σπασμένα αγγλικά πως αν θέλω να αλλάξω λεφτά προτιμότερο να το κάνω στο αεροδρόμιο. Ακολουθώ την συμβουλή του και σε ένα από τα σχετικά κουβούκλια δίνω 200 ευρώ και παίρνω πίσω ένα σωρό χαρτονομίσματα που μοιάζουν ψεύτικα, ίσα που χωράνε στο πορτοφόλι μου.

Στο μουσείο της αθωότητας

Μέρα Κυριακή. Η κίνηση στην Κωνσταντινούπολη αφόρητη. Μια διαδήλωση στην πλατεία Ταξίμ δυσχεραίνει τα πράγματα. Σε όλη την διαδρομή κοιτώ τον Βόσπορο και τα καραβάκια που πηγαινοέρχονται μήπως και ξεπλυθεί το βλέμμα μου από όλη τη μουντζούρα των μποτιλιαρισμένων δρόμων.

Πτήση με αερόστατο: Ηχητικά ταξιδιωτικά πότκαστ με την Ελένη Ξένου

Ξυπνήσαμε στις 3.00 τα ξημερώματα. Ο οδηγός κατέφθασε 3.30. Δεν μιλούσε γρί αγγλικά. Μας έδειξε ένα χαρτί με τα ονόματα μας, συνεννοηθήκαμε με νεύματα και επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο. Έξω μισοσκόταδο. Το φεγγάρι μια φέτα. Γυρνούσαμε μέσα στην σιωπή από χωριό σε χωριό και μαζεύαμε κι’ άλλους επιβάτες, φιγούρες που στέκονταν μέσα στην ερημιά των σοκακιών κάτω από σπασμένες λάμπες και δυνατά γαβγίσματα και είχανε προφανώς την ίδια αδημονία: Να πετάξουνε με ένα αερόστατο.

Λαξευμένες προσευχές

Ο Μεχμέτ μου δείχνει που βρίσκεται στο χάρτη το μέρος που γεννήθηκε. Είναι μακριά από εδώ λέει και δεν έχει καθόλου τουρίστες, αυτός όμως ήθελε να γίνει ξεναγός, γι’αυτό και διάλεξε την Καππαδοκία για να ζήσει. Κατευθυνόμαστε στο υπαίθριο μουσείο του Γκόρεμε.

Ταξίδι στην Καππαδοκία - Ηχητικά podcast με την Ελένη Ξένου

Προσγειωθήκαμε στην Καισαρεία πριν περίπου μια ώρα. Διασχίσαμε μονότονα καινούργια κτίσματα που μοιάζουν με πελώρια κουτιά, μερικά γκρίζα και άραχνα εργοστάσια και μεγάλες εκτάσεις με κιτρινισμένο στάχυ. Τώρα κατευθυνόμαστε στο Ουργκούπ ή αλλιώς Προκόπι.

Το αποχαιρετιστήριο βράδυ - Ταξιδιωτικά podcast με την Ελένη Ξένου

Καθόμαστε στο μεγάλο τραπέζι του κήπου. Είναι αργά το απόγευμα, εφτά και κάτι, και μόλις ξεμπερδέψαμε με το φτιάξιμο της βαλίτσας. Η Πίνα είναι στην κουζίνα και ετοιμάζει το δείπνο, ο Βάρκι ποτίζει τα λουλούδια με το λάστιχο και ο Μαουλί, το λυκόσκυλό τους, απλώνει καταπονημένο στο γρασίδι. Σήμερα το πρωί ο Μαουλί μάς πήγε μέχρι το νησί Κουρουβά — ναι, όπως το ακούτε, το σκυλί ήταν που μας έδειχνε τον δρόμο. Εκείνο μπροστά κι εμείς ξωπίσω. Στρίβαμε όπου έστριβε, σταματούσαμε όταν σταματούσε, μας περίμενε όταν θέλαμε να βγάλουμε φωτογραφίες, τον περιμέναμε όταν κάτι κυνηγούσε.

Ο χορός της θεότητας - Tαξιδιωτικά ηχητικά podcast με την Ελένη Ξένου

Ο Βάρκι επιμένει πως το βράδυ πρέπει οποσδήποτε να πάμε στο φεστιβάλ. Είναι, λέει, σε ένα κοντινό χωριό βαθιά μέσα στο δάσος και στην διαδρομή αν είμαστε τυχεροί μπορεί και να δούμε κανένα ελέφαντα. Υποθέτω πως αυτό το τελευταίο το προσθέτει μήπως έτσι μας εξάψει περισσότερο την περιέργεια. Καθόμαστε στον κήπο και είμαστε κάπου στην Κεράλα, στα βουνά της Wayanad.

Η βραδιά του κιρτάν - Ταξιδιωτικά ηχητικά podcast με την Ελένη Ξένου

Ο Άνταμ λέει πως το βράδυ θα μαζευτούνε όλοι στην αίθουσα Σιρίγια. Εκεί, μαζί με την φίλη του, που τώρα δεν θυμάμαι το όνομα της, θα παίξουν κιρτάν. “Είναι ινδικό μουσικό όργανο το κιρτάν;” ρωτώ χαμηλόφωνα την Χ, εκείνη γελά, όχι δεν είναι όργανο μου λέει, είναι μια μορφή πνευματικής μουσικής και ψαλμωδίας, της ινδικής παράδοσης.

Στην αγορά του Mysore: Ταξιδιωτικά ηχητικά podcast με την Ελένη Ξένου

Περπατάμε η μια πίσω από την άλλη σε ένα στενό πέρασμα που οδηγεί στην αγορά. Ο οδηγός του τρίκυκλου- rickshaw το λένε εδώ στην Ινδία- μας άφησε στην πίσω πλευρά της και μας είπε να ακολουθήσουμε αυτό το διάδρομο που βγάζει απευθείας στους πάγκους με τα σανταλόξυλα.

Ένας ογδοντάρης χίπης - Ταξιδιωτικά ηχητικά podcast με την Ελένη Ξένου

Ο Σιάντι είναι σχεδόν ογδόντα χρονών. Μένει στο δωμάτιο που έχει θέα τη λίμνη και το μπαλκόνι του χάνεται μέσα στην πυκνή βλάστηση των βουνών της Wayanad.

Ο κόσμος της σιωπής - Ταξιδιωτικά ηχητικά podcast με την Ελένη Ξένου

Τρώμε το πρόγευμα μας στην σιωπή. Αυτός είναι ο κανονισμός στο Άσραμ. Από τις δέκα το βράδυ μέχρι τις δέκα το επόμενο πρωί η ομιλία απαγορεύεται. Λέμε καλημέρα και καληνύχτα με τα μάτια, και με τα χαμόγελα και με τα χέρια σε στάση προσευχής. Μάουνα, έτσι το λένε στην ινδική πνευματική πρακτική, που πάει να πει η σιωπή σαν άσκηση. Κάθε πρωί, λοιπόν, ασκούμαστε στην σιωπή. Πρωτόγνωρη εμπειρία και πόσο μάλλον όταν την ζεις σε ένα τέτοιο μέρος όπως την Ινδία όπου τα ιερά της κείμενα- οι Ουπανισάδες- λένε πως η σιωπή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύψιστη γνώση.

Ιερή ισορροπία -Ταξιδιωτικά ηχητικά πότκαστ με την Ελένη Ξένου

Σήμερα είναι μέρα εκδρομής. Θα πάμε σε ένα χωριό που το λένε Χουλαχάλι, μόνο μισή ώρα δρόμος από το Άσραμ. Μας το σύστησε η Άsh, είπε πως είναι μικρό, με παραδοσιακό ρυθμό ζωής και πως εκεί θα πάρουμε μια αυθεντική γεύση Ινδίας.

Ιστορίες από την Ινδία – Μια σειρά ηχητικών podcast με την Ελένη Ξένου

Όσο η γιατρός αγγίζει το σφυγμό μου με τα μάτια της κλειστά και με μια απαλότητα που ταιριάζει σε κάτι εύθραυστο, εγώ κοιτώ έξω από το παράθυρο ένα μαγευτικό δέντρο με ροζ άνθη που μοιάζουν με μικρά σύννεφα. Εδώ στην Ινδία το αποκαλούνε Sirisha και σημαίνει δέντρο του ροζ μεταξιού.

Μια βόλτα στη λίμνη

Την βρήκα να κάθεται σε άλλη θέση, πώς και έτσι την ρώτησα, “η Τ. είπε πως κάνει καλό να αλλάζουμε θέσεις” απάντησε, διερωτήθηκα ποιό ακριβώς ήταν το καλό όταν όλα τα άλλα παρέμειναν στην ίδια καταθλιπτική ρουτίνα που εξουδετερώνει αθόρυβα την ύπαρξη, δεν είπα όμως τίποτα.

Το φεγγάρι του χιονιού

Παίζει η καμπάνα, μόλις πριν λίγο σώπασε ο Χότζας, βγαίνω και πάλι στο δρόμο, είναι νύχτα με πανσέληνο, την ονομάζουνε το φεγγάρι του χιονιού, μ’αρέσει το όνομα, δίνει απλόχερα μια ενέργεια στην βραδιά μεταφυσική και κείνη την παίρνει και απλώνεται τριγύρω σαν σιωπηρός διάλογος μυστηρίων.

Μια Φυτεύτρια στη Στέγη Ευγηρίας

Στέκομαι απέναντι από τις “Φυτεύτριες”, πλάι μου η Ε, είμαστε στο χώρο της έκθεσης, την ρωτώ γιατί ειδικά αυτός ο πίνακας του Διαμαντή είναι που την ακολουθεί χρόνια, δική της η παραδοχή, δεν ξέρει γιατί, ξέρει μόνο ότι επιστρέφει σ’αυτόν και τον ψάχνει κάθε φορά από άλλη πλευρά επιδιώκοντας μια άλλη κατανόηση, λιγότερο προβεβλημένη, όπως το πώς άραγε να συνδεόμαστε με τις Φυτρεύτριες σήμερα που δεν υπάρχει πια στο τοπίο η φροντίδα και η αγάπη τους για το χώμα και οι γνώσεις τους για τη γη;

Για τα μάτια των Ευρωπαίων

Αποφασίζω μια βόλτα, είναι βράδυ, κάνει ψοφόκρυο, δεν πτοούμαι, έχω καιρό να περπατήσω στην γειτονιά και χρειάζομαι δόση από τα στενά της παλιάς πόλης, να αρπάξει το μάτι μου κανένα καινούργιο γκραφίτι ή κάποια αλλοπρόσαλλη φιγούρα να κινείται αθόρυβα ανάμεσα στις κουρνιασμένες γάτες και να φορτιστεί το μυαλό μου. Λέω να κατευθυνθώ προς το καινούργιο Δημαρχείο, διασχίζω πρώτα την Ερμού,

Ξεχασμένες ζωές

Η Ε. είναι από ένα χωριό λίγο έξω από την Κερύνεια. Δεν μου το λέει η ίδια, μου το λέει η Τ. που την φροντίζει εδώ στο ίδρυμα. Η Ε. δεν θυμάται το χωριό της ή κι’αν θυμάται αφήνει την θύμιση να περιπλανηθεί σε κείνο το μυστήριο δωμάτιο του μυαλού της που μόνο η ίδια έχει πρόσβαση.

Ζωγραφιές στο γηροκομείο

Της υποσχέθηκα πως στο καινούργιο χρόνο θα διακοσμήσουμε μαζί το δωμάτιο της. Με τα δικά μου σχέδια, ρώτησε, με τα δικά σου σχέδια, απάντησα. Θα δεχτεί όμως η διευθύντρια ανησύχησε, μην φοβάσαι θα της μιλήσω και θάναι μια χαρά, την καθησύχασα, έτσι και έγινε. Πήρα ταινία διπλής όψεως, ψαλίδι και μια ρίγα και πήγα στη στέγη ευγηρίας δύο μέρες μετά την πρωτοχρονιά για να τηρήσω την υπόσχεση.

Ο νεογέννητος χρόνος

Kαι είναι που λες μια μέρα καινούργια σε ένα νεογέννητο χρόνο και με συνεπαίρνει μια διάθεση να πάρω το αμάξι και να οδηγήσω μέχρι την θάλασσα και είναι στ’αλήθεια δώρο που σ’αυτό το νησί μπορείς να έρθεις σε πολύ λίγο αντίκρυ με το απέραντο μπλε και να ανακουφίσεις φθαρτό και άφθαρτο κομμάτι του εαυτού σου και για να είμαι ειλικρινής το αισθάνομαι και σαν ένα χρέος προς την φίλη που στο παλιό χρόνο έφυγε και την τελευταία φορά που την είδα ήτανε μέσα στο φέρετρο ντυμένη στα πράσινα και ήτανε το πρόσωπο της όμορφο και παραδομένο στην ανοιχτοσύνη του σύμπαντος και αυτό το άπλωμα έμοιαζε με μυστήρια ησυχία

Διάλλειμα χαράς

Και είναι μια Κυριακή ηλιόλουστη, ανοιχτόκαρδη, που θες να πάρεις τους δρόμους σαν από καιρό έτοιμος να παραδοθείς στην ανεμελιά και να κλειδώσεις τις έγνοιες στο σπίτι τιμωρία κι’αυτό ακριβώς κάνεις, βγαίνεις στην γειτονιά όπως αξίζει σε κάθε καινούργια μέρα, με κείνη δηλαδή την ενέργεια να δωρίσεις πλατιά χαμόγελα και καλημέρες σε όποιον συναντήσεις στο δρόμο σου και έξω σήμερα είναι κόσμος πολύς, άλλοι με τα παιδιά τους, άλλοι με τα σκυλιά τους, άλλοι νεαροί με κοντό μανίκι, άλλοι με κασκόλ και μπαστούνι και όλοι τους με ένα ράθυμο βηματισμό, γιορτινό, νωχελικό, σουλατσάρουνε πέρα-δώθε σαν σαλιγκάρια μετά την βροχή και σταματάνε συχνά-πυκνά για φωτογραφίες όπως όταν δεν γνοιάζεται κανείς κάτι να προλάβει, σημασία άλλωστε έχει η στιγμή, να αποτυπωθεί ως έχει, αφιλτράριστη, σφικτή αγκαλιά, μάγουλα κολλημένα το ένα στο άλλο, μάτια στραμμένα στο φακό του κινητού και η χαρά θα βρει το κάδρο της.

Μέρα βροχής

Να κάνεις παύση λέει η Μ. μόνο έτσι παίρνει ανάσα το μυαλό και τί πάει να πει παύση, μια βαθειά αναπνοή και το σώμα ακίνητο για λίγο, όσο για να κοιτάξω από το παράθυρο την σταγόνα της βροχής που κυλά πάνω στο φύλλο της βουκαμβίλιας και να ακούσω το γουργουρητό του γατιού που κυλιέται στο χαλί ευχαριστημένο από την ζεστασιά της σόμπας. Και μετά να αφεθώ στο σύννεφο που προχωρά αργά μέσα στην σκοτεινιά του ουρανού μέχρι να απαλαγεί από την μαυρίλα του και να νιώσω το νερό που τρέχει στην άσφαλτο σαν καθαρό ρυάκι ή καλύτερα να πω σαν εξιλέωση.

Γενέθλια στο γηροκομείο

Διάλεξε να φορέσει μια φόρμα, animal print, δώρο από την γυναίκα του αδελφού της, είπε, φόρεσε και κάλτσες με το ίδιο μοτίβο και στα μαλλιά η Ζ. της έβαλε μια ψεύτικη γιρλάντα χρυσή που έγραφε happy birthday.

Στο σπίτι της Γκιουνέϊ

Με περίμενε στον κυκλικό κόμβο του Τρικώμου. Μου κόρναρε από απέναντι, χαιρετιστήκαμε με τα χέρια έξω από το παράθυρο, μόνο τηλεφωνικά είχαμε γνωριστεί, αναγνωριστήκαμε όμως χωρίς δυσκολία. Την ακολούθησα με το αυτοκίνητο μέχρι το σπίτι της, περάσαμε από τις δεκάδες γιγαντιαίες πολυκατοικίες του Νέου Τρικώμου που μας περικύκλωναν σαν τέρατα, τις είδες με ρώτησε όταν φτάσαμε στην αυλή της, “ξέρεις πόσα χρόνια χρειάζεται το χώμα για να γίνει έυφορο, πάνω από 500, κατάστρεψαν το χώμα με τόση ασχήμια, μόνο τα λεφτά τους γνοιάζουν όλους πια”, είπε και ξεκλείδωσε την πόρτα της.

Μεσημέρι στου Ματθαίου

Ο καιρός αναποφάσιστος, τα σύννεφα αραιά, ίσα για να φωτίζεται ο Σταυρός του Μισιρίκου και οι γλάστρες με τους βασιλικούς. Διαλέγω τραπέζι μέσα, η Αθηνά επιμένει να καθίσω στο βάθος δίπλα στο ψυγείο που πάνω του ένα παλιό ραδιόφωνο παίζει Μαρινέλα. Εδώ καθόταν πάντα η Γιαννούλα, μου λέει, το καλύτερο τραπέζι, τίποτα δεν σου ξεφεύγει από το βλέμμα.

Μια βόλτα στον “έξω” κόσμο

Μου ζήτησε να πάω πιο νωρίς από την ώρα του ραντεβού μας με το γιατρό, ήθελε, είπε, να πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο στην πόλη, να δει αν την στολίσανε για τα Χριστούγεννα, να περάσουμε και από την πλατεία, είπε, να δει πώς μοιάζει μιας και δεν την είδε ποτέ τελειωμένη με τα σιντριβάνια και τα ψηλά τα δέντρα και την καινούργια καφετέρια. Και ύστερα να πάμε από το σπίτι να της δείξω το νέο μου γατί, πεθύμησε, είπε, να φροντίζει γατιά όπως παλιά, στο ίδρυμα έχει μερικά αλλά είναι παραδίπλα σε ένα χωράφι και δεν μπορεί πια να περπατήσει καλά για να τους πηγαίνει φαγητό.

Για την Αλεξία

Να σε πάρω από το χέρι και να πάμε μια βόλτα μέχρι την θάλασσα. Να γεμίσουν τα πνευμόνια μας οξυγόνο και κύμα και αλμύρα. Τέτοια ήθελες. Τέτοια θάθελα και γω να κάναμε τώρα και όχι να γράφω αυτό το κείμενο. Όπως ήταν η τελευταία μας βόλτα που καθίσαμε σε ένα τραπέζι πλάι στην θάλασσα, αργά το απόγευμα με τον ήλιο στα καλύτερα του και ένα ελαφρύ αεράκι μας χαίδευε τα βλέφαρα.

Ένα πρωινό στο γηροκομείο

Νέα άφιξη στην στέγη. Μια γυναίκα 85 περίπου χρονών. Ρωτώ το όνομα της. Δεν ακούει μου λέει η Φ. Πρέπει να πας πιο κοντά της. Πάω πιο κοντά της. Είναι δεμένη στην μέση με μια ζώνη πάνω στην καρέκλα. Φεύγει μου εξηγεί η Κ που διακόπτει τις ψαλμωδίες για να με ενημερώσει για το λόγο του δεσίματος.

Στέγη ευγηρίας 4

Σήμερα πέθανε μια γιαγιά μου λέει η Φ. γι’αυτό δεν έχει, λέει, διάθεση να ζωγραφίσει, θα μου δείξει τί έφτιαξε μέχρι τώρα αλλά δεν πρόκειται να χρωματίσει καινούργια εικόνα, είναι πολύ στεναχωρημένη, λέει, κουνώ το κεφάλι καταφατικά. Η γιαγιά ήταν πολύ άρρωστη με ενημερώνει, της δίνανε το φαγητό μέσα από ένα σωλήνα, “μα γίνεται να τρώει ο άνθρωπος μέσα από το σωλήνα”, διερωτάται, δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, ούτε και να περπατήσει, παρ’ όλα αυτά λυπήθηκε πολύ όταν της είπε η Ν. πως πέθανε έστω κι’αν δεν ήταν ζωή αυτή που ζούσε.

Στέγη ευγηρίας 3

Ξάπλωσα στο κρεβάτι της κλεφτά, κανείς δεν με είδε, η φροντίστρια καθόταν στο σαλόνι, η τηλεόραση έπαιζε τον “Τροχό της Τύχης” και γω προφασίστηκα πως ήθελα να φυλάξω στο συρτάρι του κομοδίνου τα μπισκότα που της έφερα. Το κρεβάτι της είναι κολλημένο στον τοίχο, κάτω ακριβώς από ένα μεγάλο παράθυρο, πάλι καλά που υπάρχει αυτό το παράθυρο, ο Κορτάσαρ το λέει ξεκάθαρα, πως τίποτα πιο απαραίτητο από ένα παράθυρο με θέα, θεμελιώδης, η σημασία του.
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ