ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ο χορός της θεότητας - Tαξιδιωτικά ηχητικά podcast με την Ελένη Ξένου

Ο Βάρκι επιμένει πως το βράδυ πρέπει οποσδήποτε να πάμε στο φεστιβάλ. Είναι, λέει, σε ένα κοντινό χωριό βαθιά μέσα στο δάσος και στην διαδρομή αν είμαστε τυχεροί μπορεί και να δούμε κανένα ελέφαντα. Υποθέτω πως αυτό το τελευταίο το προσθέτει μήπως έτσι μας εξάψει περισσότερο την περιέργεια. Καθόμαστε στον κήπο και είμαστε κάπου στην Κεράλα, στα βουνά της Wayanad.

Στο μουσείο της αθωότητας

Μέρα Κυριακή. Η κίνηση στην Κωνσταντινούπολη αφόρητη. Μια διαδήλωση στην πλατεία Ταξίμ δυσχεραίνει τα πράγματα.

Πτήση με αερόστατο

Ξυπνήσαμε στις 3.00 τα ξημερώματα, ο οδηγός κατέφθασε 3.30, δεν μιλούσε γρί αγγλικά, μας έδειξε ένα χαρτί με τα ονόματα μας, συννενοηθήκαμε με νεύματα και επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο. Έξω μισοσκόταδο, το φεγγάρι μια φέτα, γυρνούσαμε μέσα στην σιωπή από χωριό σε χωριό και μαζεύαμε κι’ άλλους επιβάτες, φιγούρες που στέκονταν μέσα στην ερημιά των σοκακιών κάτω από σπασμένες λάμπες και δυνατά γαβγίσματα και είχανε προφανώς την ίδια αδημονία: Να πετάξουνε με ένα αερόστατο.

Λαξευμένες προσευχές (ταξίδι στην Καππαδοκία μέρος β)

Ο Μεχμέτ μου δείχνει που βρίσκεται στο χάρτη το μέρος που γεννήθηκε, είναι μακριά από δώ λέει, δεν έχει καθόλου τουρίστες, αυτός όμως ήθελε να γίνει ξεναγός, γι’αυτό και διάλεξε την Καππαδοκία για να ζήσει

Ταξίδι στην Καππαδοκία (μέρος Α)

Κρατώ μέσα στο σακκίδιο μου, σαν φυλαχτό, το οδοιπορικό του Σεφέρη την ίδια ώρα που κοιτώ έξω από το τζάμι του μικρού πούλμαν να μου αποκαλύπτεται αυτό το αλλόκοτο τοπίο που ο ίδιος περιγράφει σαν “ένα ανεκδιήγητο εδαφικό κουρέλιασμα, φυτεμένο με μονόπετρα κάθε μορφής”.

Ψηλές θερμοκρασίες

Είναι γύρω στις δέκα το πρωί και πουθενά σκιά, ο ήλιος ζεματάει, χτυπάει με δύναμη στο μπετόν και επιστρέφει πίσω δρυμύτερος, μετανιώνω που δεν πήρα το ψάθινο καπέλο μου, το ξεχνάω μονίμως, ίσως από μια υποσυνείδητη αντίδραση στις απότομες μεταπτώσεις της θερμοκρασίας.

Το βούτηγμα του ήλιου

Τραβήξαμε τις ξαπλωτές στο σημείο όπου η θέα ήταν απρόσκοπτη και εννοώ πως βλέπαμε την θάλασσα, τον ουρανό, την γραμμή του ορίζοντα, τα σύννεφα και τον ήλιο χωρίς κανένα εμπόδιο, καθίσαμε μάλιστα η μια δίπλα στην άλλη σχεδόν κολλητά, όπως στο σινεμά, με τα μάτια καρφωμένα ευθεία μπροστά και τα αυτιά ορθάνοιχτα μην μας ξεφύγει κελαηδητό, παφλασμός ή θρόισμα

Βαμμένα μωβ νύχια

Περπατούσα σε ένα από τα στενά της παλιάς πόλης αφημένη στην μουντάδα του καιρού όταν εντόπισα το μαγαζί της. Κοντοστάθηκα αμέσως στην βιτρίνα του και η αποχαυνωμένη περιέργεια μου τεντώθηκε αντανακλαστικά, όπως συμβαίνει όταν ταξιδεύω σε ανοίκεια μέρη υποψιασμένη πως μια έκπληξη με περιμένει στην γωνιά.

Σάββατο πρωί στην άλλη πλευρά

Περπατώ προς την Λήδρας κατά μήκος της πράσινης γραμμής που ήταν κάποτε ποταμός και διέσχιζε την πόλη, έτσι είπε η Άννα, τώρα όμως την συνηθίσαμε νεκρή από αφυδάτωση και μ’αυτό υπονοώ ένα σωρό πράγματα που δεν συμφέρει να λέγονται. Διαλέγω τους παραδρόμους που περνούν ξυστά από τα φυλάκια και παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου τα νεαρά αγόρια με τα στρατιωτικά που “κρέμμονται” από τα μπαλκόνια των ερειπωμένων αρχοντικών ανήξερα για το μέγεθος της παραδοξότητας που υπηρετούν, ποιός να τους το ομολογήσει άλλωστε με ειλικρινή μεταμέλεια;

Στο δάσος της Χαλεύκας

Άρχισε να ψιλοβρέχει, οι προγνώσεις είπαν πως η βροχή θα δυναμώσει, δεν έχω το κατάλληλο αδιάβροχο, μόνο ένα σκουφί κι’αυτό λειψό, ολίγον με ενδιαφέρει ωστόσο, μου αρκεί που είμαι εδώ, κάπου στο βάθος του δάσους της Χαλεύκας, που πάει να πει πως περπατώ τον Πενταδάκτυλο και καταργώ το μακρινό του περίγραμμα, απεγκλωβίζω τη υπόσταση του από τα ασφυκτικά όρια του συμβόλου ή συμβολισμού και απλώνω πάνω του όλες μου τις αισθήσεις μέχρι να γειωθούν μια-μια μέσα στο χώμα του. Κι’αν είναι να βρέξει πιο δυνατά καλό θα τους κάνει να βρεχτούν μαζί του, ίσως έτσι επανακτήσουν τις μυρωδιές των βοτάνων του και νιώσω ακόμα και στην πιο ανεπαίσθητη απόκλιση τους το μάταιο της αμφιθυμίας μας.

Στο ίσκιο ενός ασφόδελου

Είμαι ακόμα στον Κορμακίτη. Και δεν εννοώ σωματικά αλλά σε ένα άλλο επίπεδο, ενεργειακό, νιώθω δηλαδή την ιαματική αύρα της φύσης του να με αγκαλιάζει σαν χειροποίητη κουβέρτα και είναι τόση η ζεστασιά της που περνάει από το μυαλό μου η εκδοχή να επιστρέφαμε στα βασικά, ένα σπιτάκι, ένας κήπος και μια απευθείας συνομιλία με την θάλασσα, τον ήλιο και το φεγγάρι

Μικρές πορφυρές τουλίπες

Το λεωφορείο σταθμεύει έξω από το Καφενείο του Γέρου, έτσι το λένε, το βγάζω φωτογραφία, έχει χρωματιστές τόνενες καρέκλες, τσιτάτα στους τοίχους και γλάστρες γεμάτες μυρωδάτα λουλούδια.

Το δρομολόγιο

Εφτά και δέκα το πρωί, Πλατεία Σολωμού. Αγόρασα εισητήριο, επιβιβάστηκα στο μικρό λεωφορείο- εκείνο που κυκλοφορεί κυρίως στην εντός των τειχών πόλη- και περιμένω την αναχώρηση του. Σε ένα πεντάλεπτο το πολύ, μου λέει ο οδηγός, ο οποίος είναι Ελλαδίτης, από πού ρωτώ, κάπου κοντά στον Έβρο, απαντά χωρίς να γίνεται πιο συγκεκριμένος.

Ψυχές αλήτικες

Το φεγγάρι μια λεπτή φέτα στον ουρανό και ο ουρανός από ώρα χρωματισμένος με την γλυκύτητα του δειλίνου. Κατευθύνομαστε προς τις Πλάτρες, το κρύο τσουχτερό, ανοίγω πότε πότε το παράθυρο να μυρίσω τα πεύκα και να νιώσω στο πρόσωπο μου την αύρα του χιονιού σαν καθαρότητα.

Σταθμός πλυντηρίων

Κάθομαι στο “laundry station”, πάροδος Λήδρας, πάνω σε ένα σκισμένο κόκκινο δερμάτινο καναπέ και χαζεύω τα πλυντήρια που στριφογυρίζουν. Στην άλλη άκρη του καναπέ κάθεται μια Aσιάτισσα γύρω στα πενήντα συν-πλην που μασά ένα μπισκότο περιμένωντας την μπουγάδα της να τελειώσει.

Το χαμένο παιγνίδι

Πάω με τα πόδια σε μια παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας κι αυτό σημαίνει ότι διασχίζω την Kωνσταντίνου Παλαιολόγου, φτάνω στην πλατεία Ελευθερίας και στρίβω στη Ρηγαίνης με κατεύθυνση την Πύλη Πάφου. Είναι από τις πιο κρύες μέρες του χειμώνα, τυλίγομαι το κασκόλ και βάζω τα χέρια στις τσέπες.

Μια εκδρομή ανθισμένη

Ο ποιητής γράφει πως αν ακούσω τί λέει η θάλασσα- και το λέει με το στόμα του φλοίσβου εδώ και χιλιάδες χρόνια- τότε θα κατανοήσω καλύτερα ποιά είμαι. Εκείνη ξέρει. Η θάλασσα ξέρει. Γι’αυτό και τώρα βγάζω το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου και την αναπνέω και αυτή ευχαρίστως τρυπώνει μέσα στα ρουθούνια μου για να με ξεδιαλύνει.

Ένα απρόσμενο συμβάν

Εκείνος στέκεται έξω από την Θεολογική σχολή. Κρατάει το τιμόνι του ποδηλάτου του και κοιτάζει ευθεία προς το μέρος της. Εκείνη απομακρύνεται από κοντά του και περπατά στην αντίθετη κατεύνθυνση, προς την Σεβέρειο βιβλιοθήκη. Έχει τα μαλλιά της κοτσίδα και φοράει μια ψεύτικη γούνα. Εκείνος, παραμένωντας στην ίδια θέση, φωνάζει το όνομα της. Φωνάζει τόσο δυνατά που ο φρουρός της Αρχιεπισκοπής αποκολλά το βαριεστημένο βλέμμα του από την οθόνη της τηλεόρασης και κρεμάζει το κεφάλι έξω από το κουβούκλιο για να δει τί συμβαίνει. Κανείς άλλος δεν κυκλοφορά στους δρόμους. Εμείς- ο Χ και γω- οι γάτες και αυτό το ζευγάρι που μαλλώνει.

Πράσινη Γραμμή

Eίναι μια γυναίκα, γύρω στα 50 ίσως και πιο κάτω, κουβαλάει σε μπόγο τα παπλώματα και τα ρούχα της, δεν ξέρω να πω αν είναι Ελληνοκύπρια ή Τουρκοκύπρια, τα μαλλιά της είναι σκούρα, το ίδιο και τα μάτια της.

Νυχτερινός περίπατος

Διαλέγω να περπατήσω τον καινούργιο πεζόδρομο, εκείνον που απλώνεται κατά μήκος της Στασίνου και διασχίζει το πάρκο και είναι βράδυ πριν την πανσέληνο που, όπως διάβασα, την έχουνε ονομάσει πανσέληνο του λύκου, απόψε ωστόσο της λείπει ένα μικρό κομμάτι, που πάει να πει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα του ουρλιαχτού.

Σε ένα street party

Οδός Περικλέους κάπου στην παλιά πόλη και είναι αργά το απόγευμα και συμβαίνει ένα στρήτ πάρτι, με δυνατή ηλεκτρονική μουσική και μπόλικο ζεστό κρασί, με νεαρόκοσμο αλλά και πιο μεγάλους, που είναι όλοι ντυμένοι χειμωνιάτικα και μοιάζουν χαρούμενοι και γεμίζουν με την χαρά τους το στενό και είναι μια χαρά απροκάλυπτη από κείνες που σπανίζουν πια και εννοώ πως δεν τις βλέπεις να κυκλοφορούν στους δρόμους, το αντίθετο είναι που συμβαίνει, τις ψάχνεις και είναι άφαντες, γι’αυτό και όταν πετύχεις μια από δαύτες-καλή ώρα όπως τώρα εγώ περπατώντας ανυποψίαστη μέχρι την Περικλέους- κοντοστέκεσαι και την χαζεύεις σαν κάτι εξωτικό.

Βροχερή γαλήνη

Κάθομαι σε μια κουνιστή καρέκλα πλάι σε μια τζαμόπορτα και είναι λίγες μέρες πριν αλλάξει ο χρόνος. Βρέχει. Βλέπω τη βροχή να πέφτει στην επιφάνεια μιας μικρής λιμνούλας στην αυλή και τους κυμματιστούς κύκλους που προκαλεί η κάθε σταγόνα. Την βλέπω και στα φύλλα, να κυλάει από την επιδερμίδα τους στο χώμα και να σχηματίζει μικρά λακκάκια, όμοια με κείνα των χαμόγελων. Είμαι τυλιγμένη με μια λεπτή κουβέρτα, δίπλα μου ανάβει το τζάκι, η φωτιά τσουρουφλίζει τα ξύλα, το γατί κοιμάται πάνω σε ένα μαξιλάρι γουργουρίζοντας και το γουργουρητό του φτάνει μέχρι τις πατούσες μου σαν υπολογίσιμη δόνηση, όχι από κείνες τις σεισμικές που τρομάζουν, από τις άλλες τις συμπαντικές που καθησυχάζουν.

Χειρόγραφες ιστορίες

“Θάλεγες πως παραμένεις πνεύμα ανήσυχο;” με ρώτησε η Μ και μου πήρε αρκετά λεπτά να σκεφτώ ποια απάντηση θάταν ειλικρινής. Το Πρόζακ ήτανε γεμάτο, ο φωτισμός χαμηλός, οι φίλοι έπιναν μπίρες και κρασιά και ήταν όλοι τους εκεί, σαν μια μεγάλη παρέα, για την παρουσιάση του “Χειρόγραφου”, με την Χαριτίνη πλάι μου καθισμένη σε μια πολυθρόνα και την κιθάρα της σε όρθια θέση σε ετοιμότητα για τραγούδι. Στο μεταξύ είχα διαβάσει ήδη μια από τις χειρόγραφες ιστορίες που μόλις εκδόθηκαν σε αυτό το βιβλίο.

Ένα πρωινό στον παραλιακό

Βγαίνω από το διαμέρισμα με τις πυτζάμες και ένα ζευγάρι μαύρα crocs μεγαλύτερα από το μέγεθος των ποδιών μου, στρίβω προς την πλευρά της θάλασσας και από ένα στενό βρίσκομαι στoν παραλιακό, δύο λεπτά δρόμος, ίσως και λιγότερο. Δεν με νοιάζει που είμαι ντυμένη αλλοπρόσαλλα, μ’αρέσει αυτή η χαλαρότητα που μου μεταδίδει η Λεμεσός, είναι τόσο αντιφατικές οι εικόνες που την συνθέτουν ώστε ακόμα και οι κανόνες μπερδεύονται πού να υπακούσουν κι’αυτό με ένα περίεργο τρόπο ενέχει κάτι το απελευθερωτικό, σαν παραπομπή σε μια αθώα αυθάδεια.

Ξυπόλητη στο πάρκο

Βγάζω παπούτσια και κάλτσες και αφήνω τις πατούσες μου γυμνές να πατήσουν γερά πάνω στο χώμα, βρίσκομαι στο πάρκο Αθαλάσσας και είναι πολύ νωρίς, σχεδόν πέντε και μισή το πρωί, η πόλη είναι ακόμα παραδομένη στην νοημοσύνη του ονείρου πράγμα που την κάνει αθώα και ήρεμη, και κυρίως αδύναμη να ενοχλήσει με τους ήχους της τους χτύπους της καρδιάς.

Ένα απρόσμενο μήνυμα

Δεν περίμενα το μήνυμα της και εννοώ πως είχα να της μιλήσω πάνω από δεκαετία, δεν είχα ιδέα πως εξελίχθηκε η ζωή της από τότε που έμεινα στο σπίτι της, ένα σπίτι κάπου στο Σαουσαλίτο στο Σαν Φρανσίσκο, νοίκιαζέ ένα από τα δωμάτια της στο airbnb και θυμάμαι πως το διάλεξα γιατί τα παράθυρα του έβλεπαν σε ένα δάσος, όπου τα βράδια εμφανίζονταν ελάφια. Τη λέγανε Λίλη, είχε δύο σκύλους και ένα μαύρο γατί και άπλωναν όλα μαζί στα κιλίμια που διακοσμούσαν το σαλόνι της, είχε και ένα μεγάλο Βούδα στην είσοδο του σπιτιού της και δύο παλιές καφέ πολυθρόνες από κείνες που κάθονται οι γιαγιάδες και λένε ιστορίες.

Η πρώτη βοήθεια

Τον παρατηρώ από μια μικρή σχετικά απόσταση. Στέκεται δίπλα στο φορείο, στο φορείο είναι ξαπλωμένος ένας ηλικιωμένος άντρας, υποθέτω πως είναι ο πατέρας του, το χέρι του αγγίζει το ρυτιδιασμένο του μέτωπο και το χαιδεύει , το χαιδεύει τόσο απαλά όπως κάτι εύθραυστο και συνάμα πολύτιμο, ο ηλικιωμένος τραβάει τα σεντόνια και τις πυτζάμες, θέλει να φύγει, βγάζει απελπισμένες κραυγές, το χέρι εντείνει το χάδι και τώρα απλώνεται σε ολόκληρο το πάνω μέρος του κεφαλιού, η παλάμη ανοίγει και τεντώνεται, η ζεστασιά της ηρεμεί τον ηλικιωμένο, κλείνει τα μάτια του και επανέρχεται στην σιωπή.

Το ποδήλατο του Ορχάν

Ο Ορχάν έφερε μπουρέκια με μανιτάρια και αναρή, τα έψησε στην σάτσι λέει, έχει βάλει μέσα και τζίντζερ, είναι φανταστικά, τρώμε όλοι μας λαίμαργα καθισμένοι στο πιο ψηλό βράχο στο Βουνί, στην άλλη πλευρά, ο ουρανός μύριζει κύμα και η θάλασσα σύννεφα και ο στενός ασφαλτένιος ζικ-ζάκ δρόμος που σκαρφαλώνει τα καταπράσινα γύρω βουνά μοιάζει λες και κυνηγάει το άπειρο μεθυσμένος.
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ