ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Περιπλανώμενα όνειρα: Ηχητικά ταξιδιωτικά podcast με την Ελένη Ξένου

Κοιμάμαι με τον ήχο του ωκεανού και ξυπνώ με τους παράξενους φωνητισμούς των σκίουρων. Δεν ήξερα ότι οι σκίουροι κάνουν αυτά τα λαρυγγίσματα, τυχαία το ανακάλυψα όταν μια μέρα περπατούσα στο μονοπάτι που οδηγεί στην λίμνη και παρατήρησα ένα από δαύτους.

Στέγη ευγηρίας 2

Της πήρα χρωματιστά μολύβια. Και μια ξύστρα. Πήρα και ένα τετράδιο γεμάτο σκίτσα για να τα χρωματίσει. Είναι για ενηλίκους μου είπαν στο βιβλιοπωλείο, καταπολεμά το στρές, δεν της το αγόρασα όμως γι’αυτό, το αγόρασα για την μονοτονία των απογευμάτων της που κάποιες φορές την χτυπάει στην πλάτη σαν σουβλιά.

Μια αγγελία

Κλείσαμε ραντεβού στο άγαλμα της ελευθερίας, liberty monument της έγραψα στο whatsapp, είχε δει την αγγελία μου στο φέιςμπουκ πως ψάχνω οικιακή βοηθό για ηλικιωμένη συγγενή μου, έστειλε μήνυμα, ήταν ιδιαίτερα επίμονη, σε “παρακαλώ μάνταμ” έγραφε, “εδώ που είμαι δεν είναι καθόλου καλά”, δεν ρώτησα γιατί, προτίμησα να τα πούμε από κοντά. Κυριακή απόγευμα, ελάχιστοι στην πόλη, αφόρητη η ζέστη, ο ουρανός ασυννέφιαστος, ένα-δύο τουρίστες κάθονται εξουθενωμένοι σε ένα παγκάκι με υποτυπώδη σκιά και σκουπίζουν τον ιδρώτα τους, οι γάτες εξαφανισμένες κάτω από σταθμευμένα αμάξια ή χωμένες μέσα σε παρτέρια και μόνο τα αγάλματα στην θέση τους ανθετικά σε κάθε καιρική συνθήκη.

Στον άγνωστο άνθρωπο

Την βρήκα στην κουζίνα με τον ανεμιστήρα αναμμένο. Ξαφνιάστηκε. Είχα πολύ καιρό να την δώ. Πριν μερικές βδομάδες με είχε πάρει τηλέφωνο, χάθηκες μου είπε, πότε θαρθείς από τα μέρη μας, σύντομα της υποσχέθηκα, μου πήρε ωστόσο πολύ περισσότερο. Η Αργάκα τώρα γεμάτη κόσμο, μέρες 15αύγουστου, αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται στην παραλιακή οδό, στις θάλασσες παντού ηλιοκαμένα κορμιά και το νερό τόσο ήρεμο σαν αυγουστιάτικο χατίρι.

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου

Mυρωδιά σύκου, τζίτζικια μερακλωμένα, βαριεστημένα κύμματα και ασάλευτα στάχυα, αυτό πάει να πει αύγουστος στα μέρη μας, μαζί κι’άλλα πολλά, όπως φρεσκοκομμένο καρπούζι, αλμυρός ιδρώτας και ένα παλιό καφενείο κάπου σε ένα χωριό ταγμένο να μας επανατοποθετεί στην πρώτη μας ύλη.

Αδέσποτες ψυχές

Δύο πόρτες πιο πέρα από την δική μου η δική της πόρτα. Κρυμμένη μέσα σε μεγάλα φυτά, από κείνα που τα ονοματίζουμε “υπομονή” λες και είναι ταγμένα να φυτρώνουν όπου κατοικούν υπάρξεις που υπομένουν. Τα γατιά της δεκάδες. Άλλα μικρά, άλλα γέρικα, άλλα πολύχρωμα, άλλα μαυρόασπρα.

Στην στέγη ευγηρίας

Συνήθως πηγαίνω γύρω στις πέντε το απόγευμα. Κάποιες φορές πρωινά. Όποτε και να πάω τις βρίσκω στην ίδια θέση. Παρατεταγμένες η μια πλάι στην άλλη με τα πλαστικά ατομικά τραπεζάκια μπροστά τους και απέναντι τους μια τηλεόραση καρφωμένη στο τοίχο που παίζει παιγνίδια γνώσεων.

Στη θάλασσα μας

Ο νούς ξεπερνιέται από μερικά κύματα και λίγες πέτρες γράφει ο ποιητής και είναι σχεδόν εφτά το πρωί, κάθομαι σε ένα μικρό βράχο πλάι στην θάλασσα, κοιτώ πέρα στον ορίζοντα που τον σκεπάζει μια αχλή και έγνοια μου είναι πως να σιγήσει το μυαλό και οι σκέψεις να γίνουν υπόκωφες, ίσα δηλαδή που να ακούγονται, τόσο αμελητέες.

Στο μουσείο της αθωότητας

Μέρα Κυριακή. Η κίνηση στην Κωνσταντινούπολη αφόρητη. Μια διαδήλωση στην πλατεία Ταξίμ δυσχεραίνει τα πράγματα.

Πτήση με αερόστατο

Ξυπνήσαμε στις 3.00 τα ξημερώματα, ο οδηγός κατέφθασε 3.30, δεν μιλούσε γρί αγγλικά, μας έδειξε ένα χαρτί με τα ονόματα μας, συννενοηθήκαμε με νεύματα και επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο. Έξω μισοσκόταδο, το φεγγάρι μια φέτα, γυρνούσαμε μέσα στην σιωπή από χωριό σε χωριό και μαζεύαμε κι’ άλλους επιβάτες, φιγούρες που στέκονταν μέσα στην ερημιά των σοκακιών κάτω από σπασμένες λάμπες και δυνατά γαβγίσματα και είχανε προφανώς την ίδια αδημονία: Να πετάξουνε με ένα αερόστατο.

Λαξευμένες προσευχές (ταξίδι στην Καππαδοκία μέρος β)

Ο Μεχμέτ μου δείχνει που βρίσκεται στο χάρτη το μέρος που γεννήθηκε, είναι μακριά από δώ λέει, δεν έχει καθόλου τουρίστες, αυτός όμως ήθελε να γίνει ξεναγός, γι’αυτό και διάλεξε την Καππαδοκία για να ζήσει

Ταξίδι στην Καππαδοκία (μέρος Α)

Κρατώ μέσα στο σακκίδιο μου, σαν φυλαχτό, το οδοιπορικό του Σεφέρη την ίδια ώρα που κοιτώ έξω από το τζάμι του μικρού πούλμαν να μου αποκαλύπτεται αυτό το αλλόκοτο τοπίο που ο ίδιος περιγράφει σαν “ένα ανεκδιήγητο εδαφικό κουρέλιασμα, φυτεμένο με μονόπετρα κάθε μορφής”.

Ψηλές θερμοκρασίες

Είναι γύρω στις δέκα το πρωί και πουθενά σκιά, ο ήλιος ζεματάει, χτυπάει με δύναμη στο μπετόν και επιστρέφει πίσω δρυμύτερος, μετανιώνω που δεν πήρα το ψάθινο καπέλο μου, το ξεχνάω μονίμως, ίσως από μια υποσυνείδητη αντίδραση στις απότομες μεταπτώσεις της θερμοκρασίας.

Το βούτηγμα του ήλιου

Τραβήξαμε τις ξαπλωτές στο σημείο όπου η θέα ήταν απρόσκοπτη και εννοώ πως βλέπαμε την θάλασσα, τον ουρανό, την γραμμή του ορίζοντα, τα σύννεφα και τον ήλιο χωρίς κανένα εμπόδιο, καθίσαμε μάλιστα η μια δίπλα στην άλλη σχεδόν κολλητά, όπως στο σινεμά, με τα μάτια καρφωμένα ευθεία μπροστά και τα αυτιά ορθάνοιχτα μην μας ξεφύγει κελαηδητό, παφλασμός ή θρόισμα

Βαμμένα μωβ νύχια

Περπατούσα σε ένα από τα στενά της παλιάς πόλης αφημένη στην μουντάδα του καιρού όταν εντόπισα το μαγαζί της. Κοντοστάθηκα αμέσως στην βιτρίνα του και η αποχαυνωμένη περιέργεια μου τεντώθηκε αντανακλαστικά, όπως συμβαίνει όταν ταξιδεύω σε ανοίκεια μέρη υποψιασμένη πως μια έκπληξη με περιμένει στην γωνιά.

Σάββατο πρωί στην άλλη πλευρά

Περπατώ προς την Λήδρας κατά μήκος της πράσινης γραμμής που ήταν κάποτε ποταμός και διέσχιζε την πόλη, έτσι είπε η Άννα, τώρα όμως την συνηθίσαμε νεκρή από αφυδάτωση και μ’αυτό υπονοώ ένα σωρό πράγματα που δεν συμφέρει να λέγονται. Διαλέγω τους παραδρόμους που περνούν ξυστά από τα φυλάκια και παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου τα νεαρά αγόρια με τα στρατιωτικά που “κρέμμονται” από τα μπαλκόνια των ερειπωμένων αρχοντικών ανήξερα για το μέγεθος της παραδοξότητας που υπηρετούν, ποιός να τους το ομολογήσει άλλωστε με ειλικρινή μεταμέλεια;

Στο δάσος της Χαλεύκας

Άρχισε να ψιλοβρέχει, οι προγνώσεις είπαν πως η βροχή θα δυναμώσει, δεν έχω το κατάλληλο αδιάβροχο, μόνο ένα σκουφί κι’αυτό λειψό, ολίγον με ενδιαφέρει ωστόσο, μου αρκεί που είμαι εδώ, κάπου στο βάθος του δάσους της Χαλεύκας, που πάει να πει πως περπατώ τον Πενταδάκτυλο και καταργώ το μακρινό του περίγραμμα, απεγκλωβίζω τη υπόσταση του από τα ασφυκτικά όρια του συμβόλου ή συμβολισμού και απλώνω πάνω του όλες μου τις αισθήσεις μέχρι να γειωθούν μια-μια μέσα στο χώμα του. Κι’αν είναι να βρέξει πιο δυνατά καλό θα τους κάνει να βρεχτούν μαζί του, ίσως έτσι επανακτήσουν τις μυρωδιές των βοτάνων του και νιώσω ακόμα και στην πιο ανεπαίσθητη απόκλιση τους το μάταιο της αμφιθυμίας μας.

Στο ίσκιο ενός ασφόδελου

Είμαι ακόμα στον Κορμακίτη. Και δεν εννοώ σωματικά αλλά σε ένα άλλο επίπεδο, ενεργειακό, νιώθω δηλαδή την ιαματική αύρα της φύσης του να με αγκαλιάζει σαν χειροποίητη κουβέρτα και είναι τόση η ζεστασιά της που περνάει από το μυαλό μου η εκδοχή να επιστρέφαμε στα βασικά, ένα σπιτάκι, ένας κήπος και μια απευθείας συνομιλία με την θάλασσα, τον ήλιο και το φεγγάρι

Μικρές πορφυρές τουλίπες

Το λεωφορείο σταθμεύει έξω από το Καφενείο του Γέρου, έτσι το λένε, το βγάζω φωτογραφία, έχει χρωματιστές τόνενες καρέκλες, τσιτάτα στους τοίχους και γλάστρες γεμάτες μυρωδάτα λουλούδια.

Το δρομολόγιο

Εφτά και δέκα το πρωί, Πλατεία Σολωμού. Αγόρασα εισητήριο, επιβιβάστηκα στο μικρό λεωφορείο- εκείνο που κυκλοφορεί κυρίως στην εντός των τειχών πόλη- και περιμένω την αναχώρηση του. Σε ένα πεντάλεπτο το πολύ, μου λέει ο οδηγός, ο οποίος είναι Ελλαδίτης, από πού ρωτώ, κάπου κοντά στον Έβρο, απαντά χωρίς να γίνεται πιο συγκεκριμένος.

Ψυχές αλήτικες

Το φεγγάρι μια λεπτή φέτα στον ουρανό και ο ουρανός από ώρα χρωματισμένος με την γλυκύτητα του δειλίνου. Κατευθύνομαστε προς τις Πλάτρες, το κρύο τσουχτερό, ανοίγω πότε πότε το παράθυρο να μυρίσω τα πεύκα και να νιώσω στο πρόσωπο μου την αύρα του χιονιού σαν καθαρότητα.

Σταθμός πλυντηρίων

Κάθομαι στο “laundry station”, πάροδος Λήδρας, πάνω σε ένα σκισμένο κόκκινο δερμάτινο καναπέ και χαζεύω τα πλυντήρια που στριφογυρίζουν. Στην άλλη άκρη του καναπέ κάθεται μια Aσιάτισσα γύρω στα πενήντα συν-πλην που μασά ένα μπισκότο περιμένωντας την μπουγάδα της να τελειώσει.

Το χαμένο παιγνίδι

Πάω με τα πόδια σε μια παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας κι αυτό σημαίνει ότι διασχίζω την Kωνσταντίνου Παλαιολόγου, φτάνω στην πλατεία Ελευθερίας και στρίβω στη Ρηγαίνης με κατεύθυνση την Πύλη Πάφου. Είναι από τις πιο κρύες μέρες του χειμώνα, τυλίγομαι το κασκόλ και βάζω τα χέρια στις τσέπες.

Μια εκδρομή ανθισμένη

Ο ποιητής γράφει πως αν ακούσω τί λέει η θάλασσα- και το λέει με το στόμα του φλοίσβου εδώ και χιλιάδες χρόνια- τότε θα κατανοήσω καλύτερα ποιά είμαι. Εκείνη ξέρει. Η θάλασσα ξέρει. Γι’αυτό και τώρα βγάζω το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου και την αναπνέω και αυτή ευχαρίστως τρυπώνει μέσα στα ρουθούνια μου για να με ξεδιαλύνει.

Ένα απρόσμενο συμβάν

Εκείνος στέκεται έξω από την Θεολογική σχολή. Κρατάει το τιμόνι του ποδηλάτου του και κοιτάζει ευθεία προς το μέρος της. Εκείνη απομακρύνεται από κοντά του και περπατά στην αντίθετη κατεύνθυνση, προς την Σεβέρειο βιβλιοθήκη. Έχει τα μαλλιά της κοτσίδα και φοράει μια ψεύτικη γούνα. Εκείνος, παραμένωντας στην ίδια θέση, φωνάζει το όνομα της. Φωνάζει τόσο δυνατά που ο φρουρός της Αρχιεπισκοπής αποκολλά το βαριεστημένο βλέμμα του από την οθόνη της τηλεόρασης και κρεμάζει το κεφάλι έξω από το κουβούκλιο για να δει τί συμβαίνει. Κανείς άλλος δεν κυκλοφορά στους δρόμους. Εμείς- ο Χ και γω- οι γάτες και αυτό το ζευγάρι που μαλλώνει.

Πράσινη Γραμμή

Eίναι μια γυναίκα, γύρω στα 50 ίσως και πιο κάτω, κουβαλάει σε μπόγο τα παπλώματα και τα ρούχα της, δεν ξέρω να πω αν είναι Ελληνοκύπρια ή Τουρκοκύπρια, τα μαλλιά της είναι σκούρα, το ίδιο και τα μάτια της.

Νυχτερινός περίπατος

Διαλέγω να περπατήσω τον καινούργιο πεζόδρομο, εκείνον που απλώνεται κατά μήκος της Στασίνου και διασχίζει το πάρκο και είναι βράδυ πριν την πανσέληνο που, όπως διάβασα, την έχουνε ονομάσει πανσέληνο του λύκου, απόψε ωστόσο της λείπει ένα μικρό κομμάτι, που πάει να πει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα του ουρλιαχτού.

Σε ένα street party

Οδός Περικλέους κάπου στην παλιά πόλη και είναι αργά το απόγευμα και συμβαίνει ένα στρήτ πάρτι, με δυνατή ηλεκτρονική μουσική και μπόλικο ζεστό κρασί, με νεαρόκοσμο αλλά και πιο μεγάλους, που είναι όλοι ντυμένοι χειμωνιάτικα και μοιάζουν χαρούμενοι και γεμίζουν με την χαρά τους το στενό και είναι μια χαρά απροκάλυπτη από κείνες που σπανίζουν πια και εννοώ πως δεν τις βλέπεις να κυκλοφορούν στους δρόμους, το αντίθετο είναι που συμβαίνει, τις ψάχνεις και είναι άφαντες, γι’αυτό και όταν πετύχεις μια από δαύτες-καλή ώρα όπως τώρα εγώ περπατώντας ανυποψίαστη μέχρι την Περικλέους- κοντοστέκεσαι και την χαζεύεις σαν κάτι εξωτικό.
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ