ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ο περιπλανώμενος καλλιτέχνης

Σήμερα έχει συννεφιά στη Βενετία και μ’ αυτή τη συννεφιά περπατώ προς την Punta della Dogana. Είναι ένα από τα πιο εμβληματικά κτίρια της πόλης, που λειτουργεί ως κέντρο σύγχρονης τέχνης της Συλλογής Pinault. Η Ε. μού είπε πως εκεί παρουσιάζεται μια μεγάλη ατομική έκθεση του Βραζιλιάνου καλλιτέχνη Paulo Nazareth. Μου είπε πως αξίζει και με το παραπάνω να τη δω, αλλά παρ’ όλα αυτά είμαι ακόμη ανυποψίαστη για το πόσο θα με συγκλονίσει.

Μεσημέρι στου Ματθαίου

Ο καιρός αναποφάσιστος, τα σύννεφα αραιά, ίσα για να φωτίζεται ο Σταυρός του Μισιρίκου και οι γλάστρες με τους βασιλικούς. Διαλέγω τραπέζι μέσα, η Αθηνά επιμένει να καθίσω στο βάθος δίπλα στο ψυγείο που πάνω του ένα παλιό ραδιόφωνο παίζει Μαρινέλα. Εδώ καθόταν πάντα η Γιαννούλα, μου λέει, το καλύτερο τραπέζι, τίποτα δεν σου ξεφεύγει από το βλέμμα.

Μια βόλτα στον “έξω” κόσμο

Μου ζήτησε να πάω πιο νωρίς από την ώρα του ραντεβού μας με το γιατρό, ήθελε, είπε, να πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο στην πόλη, να δει αν την στολίσανε για τα Χριστούγεννα, να περάσουμε και από την πλατεία, είπε, να δει πώς μοιάζει μιας και δεν την είδε ποτέ τελειωμένη με τα σιντριβάνια και τα ψηλά τα δέντρα και την καινούργια καφετέρια. Και ύστερα να πάμε από το σπίτι να της δείξω το νέο μου γατί, πεθύμησε, είπε, να φροντίζει γατιά όπως παλιά, στο ίδρυμα έχει μερικά αλλά είναι παραδίπλα σε ένα χωράφι και δεν μπορεί πια να περπατήσει καλά για να τους πηγαίνει φαγητό.

Για την Αλεξία

Να σε πάρω από το χέρι και να πάμε μια βόλτα μέχρι την θάλασσα. Να γεμίσουν τα πνευμόνια μας οξυγόνο και κύμα και αλμύρα. Τέτοια ήθελες. Τέτοια θάθελα και γω να κάναμε τώρα και όχι να γράφω αυτό το κείμενο. Όπως ήταν η τελευταία μας βόλτα που καθίσαμε σε ένα τραπέζι πλάι στην θάλασσα, αργά το απόγευμα με τον ήλιο στα καλύτερα του και ένα ελαφρύ αεράκι μας χαίδευε τα βλέφαρα.

Ένα πρωινό στο γηροκομείο

Νέα άφιξη στην στέγη. Μια γυναίκα 85 περίπου χρονών. Ρωτώ το όνομα της. Δεν ακούει μου λέει η Φ. Πρέπει να πας πιο κοντά της. Πάω πιο κοντά της. Είναι δεμένη στην μέση με μια ζώνη πάνω στην καρέκλα. Φεύγει μου εξηγεί η Κ που διακόπτει τις ψαλμωδίες για να με ενημερώσει για το λόγο του δεσίματος.

Στέγη ευγηρίας 4

Σήμερα πέθανε μια γιαγιά μου λέει η Φ. γι’αυτό δεν έχει, λέει, διάθεση να ζωγραφίσει, θα μου δείξει τί έφτιαξε μέχρι τώρα αλλά δεν πρόκειται να χρωματίσει καινούργια εικόνα, είναι πολύ στεναχωρημένη, λέει, κουνώ το κεφάλι καταφατικά. Η γιαγιά ήταν πολύ άρρωστη με ενημερώνει, της δίνανε το φαγητό μέσα από ένα σωλήνα, “μα γίνεται να τρώει ο άνθρωπος μέσα από το σωλήνα”, διερωτάται, δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, ούτε και να περπατήσει, παρ’ όλα αυτά λυπήθηκε πολύ όταν της είπε η Ν. πως πέθανε έστω κι’αν δεν ήταν ζωή αυτή που ζούσε.

Στέγη ευγηρίας 3

Ξάπλωσα στο κρεβάτι της κλεφτά, κανείς δεν με είδε, η φροντίστρια καθόταν στο σαλόνι, η τηλεόραση έπαιζε τον “Τροχό της Τύχης” και γω προφασίστηκα πως ήθελα να φυλάξω στο συρτάρι του κομοδίνου τα μπισκότα που της έφερα. Το κρεβάτι της είναι κολλημένο στον τοίχο, κάτω ακριβώς από ένα μεγάλο παράθυρο, πάλι καλά που υπάρχει αυτό το παράθυρο, ο Κορτάσαρ το λέει ξεκάθαρα, πως τίποτα πιο απαραίτητο από ένα παράθυρο με θέα, θεμελιώδης, η σημασία του.

Στέγη ευγηρίας 2

Της πήρα χρωματιστά μολύβια. Και μια ξύστρα. Πήρα και ένα τετράδιο γεμάτο σκίτσα για να τα χρωματίσει. Είναι για ενηλίκους μου είπαν στο βιβλιοπωλείο, καταπολεμά το στρές, δεν της το αγόρασα όμως γι’αυτό, το αγόρασα για την μονοτονία των απογευμάτων της που κάποιες φορές την χτυπάει στην πλάτη σαν σουβλιά.

Μια αγγελία

Κλείσαμε ραντεβού στο άγαλμα της ελευθερίας, liberty monument της έγραψα στο whatsapp, είχε δει την αγγελία μου στο φέιςμπουκ πως ψάχνω οικιακή βοηθό για ηλικιωμένη συγγενή μου, έστειλε μήνυμα, ήταν ιδιαίτερα επίμονη, σε “παρακαλώ μάνταμ” έγραφε, “εδώ που είμαι δεν είναι καθόλου καλά”, δεν ρώτησα γιατί, προτίμησα να τα πούμε από κοντά. Κυριακή απόγευμα, ελάχιστοι στην πόλη, αφόρητη η ζέστη, ο ουρανός ασυννέφιαστος, ένα-δύο τουρίστες κάθονται εξουθενωμένοι σε ένα παγκάκι με υποτυπώδη σκιά και σκουπίζουν τον ιδρώτα τους, οι γάτες εξαφανισμένες κάτω από σταθμευμένα αμάξια ή χωμένες μέσα σε παρτέρια και μόνο τα αγάλματα στην θέση τους ανθετικά σε κάθε καιρική συνθήκη.

Στον άγνωστο άνθρωπο

Την βρήκα στην κουζίνα με τον ανεμιστήρα αναμμένο. Ξαφνιάστηκε. Είχα πολύ καιρό να την δώ. Πριν μερικές βδομάδες με είχε πάρει τηλέφωνο, χάθηκες μου είπε, πότε θαρθείς από τα μέρη μας, σύντομα της υποσχέθηκα, μου πήρε ωστόσο πολύ περισσότερο. Η Αργάκα τώρα γεμάτη κόσμο, μέρες 15αύγουστου, αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται στην παραλιακή οδό, στις θάλασσες παντού ηλιοκαμένα κορμιά και το νερό τόσο ήρεμο σαν αυγουστιάτικο χατίρι.

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου

Mυρωδιά σύκου, τζίτζικια μερακλωμένα, βαριεστημένα κύμματα και ασάλευτα στάχυα, αυτό πάει να πει αύγουστος στα μέρη μας, μαζί κι’άλλα πολλά, όπως φρεσκοκομμένο καρπούζι, αλμυρός ιδρώτας και ένα παλιό καφενείο κάπου σε ένα χωριό ταγμένο να μας επανατοποθετεί στην πρώτη μας ύλη.

Αδέσποτες ψυχές

Δύο πόρτες πιο πέρα από την δική μου η δική της πόρτα. Κρυμμένη μέσα σε μεγάλα φυτά, από κείνα που τα ονοματίζουμε “υπομονή” λες και είναι ταγμένα να φυτρώνουν όπου κατοικούν υπάρξεις που υπομένουν. Τα γατιά της δεκάδες. Άλλα μικρά, άλλα γέρικα, άλλα πολύχρωμα, άλλα μαυρόασπρα.

Στην στέγη ευγηρίας

Συνήθως πηγαίνω γύρω στις πέντε το απόγευμα. Κάποιες φορές πρωινά. Όποτε και να πάω τις βρίσκω στην ίδια θέση. Παρατεταγμένες η μια πλάι στην άλλη με τα πλαστικά ατομικά τραπεζάκια μπροστά τους και απέναντι τους μια τηλεόραση καρφωμένη στο τοίχο που παίζει παιγνίδια γνώσεων.

Στη θάλασσα μας

Ο νούς ξεπερνιέται από μερικά κύματα και λίγες πέτρες γράφει ο ποιητής και είναι σχεδόν εφτά το πρωί, κάθομαι σε ένα μικρό βράχο πλάι στην θάλασσα, κοιτώ πέρα στον ορίζοντα που τον σκεπάζει μια αχλή και έγνοια μου είναι πως να σιγήσει το μυαλό και οι σκέψεις να γίνουν υπόκωφες, ίσα δηλαδή που να ακούγονται, τόσο αμελητέες.

Στο μουσείο της αθωότητας

Μέρα Κυριακή. Η κίνηση στην Κωνσταντινούπολη αφόρητη. Μια διαδήλωση στην πλατεία Ταξίμ δυσχεραίνει τα πράγματα.

Πτήση με αερόστατο

Ξυπνήσαμε στις 3.00 τα ξημερώματα, ο οδηγός κατέφθασε 3.30, δεν μιλούσε γρί αγγλικά, μας έδειξε ένα χαρτί με τα ονόματα μας, συννενοηθήκαμε με νεύματα και επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο. Έξω μισοσκόταδο, το φεγγάρι μια φέτα, γυρνούσαμε μέσα στην σιωπή από χωριό σε χωριό και μαζεύαμε κι’ άλλους επιβάτες, φιγούρες που στέκονταν μέσα στην ερημιά των σοκακιών κάτω από σπασμένες λάμπες και δυνατά γαβγίσματα και είχανε προφανώς την ίδια αδημονία: Να πετάξουνε με ένα αερόστατο.

Λαξευμένες προσευχές (ταξίδι στην Καππαδοκία μέρος β)

Ο Μεχμέτ μου δείχνει που βρίσκεται στο χάρτη το μέρος που γεννήθηκε, είναι μακριά από δώ λέει, δεν έχει καθόλου τουρίστες, αυτός όμως ήθελε να γίνει ξεναγός, γι’αυτό και διάλεξε την Καππαδοκία για να ζήσει

Ταξίδι στην Καππαδοκία (μέρος Α)

Κρατώ μέσα στο σακκίδιο μου, σαν φυλαχτό, το οδοιπορικό του Σεφέρη την ίδια ώρα που κοιτώ έξω από το τζάμι του μικρού πούλμαν να μου αποκαλύπτεται αυτό το αλλόκοτο τοπίο που ο ίδιος περιγράφει σαν “ένα ανεκδιήγητο εδαφικό κουρέλιασμα, φυτεμένο με μονόπετρα κάθε μορφής”.

Ψηλές θερμοκρασίες

Είναι γύρω στις δέκα το πρωί και πουθενά σκιά, ο ήλιος ζεματάει, χτυπάει με δύναμη στο μπετόν και επιστρέφει πίσω δρυμύτερος, μετανιώνω που δεν πήρα το ψάθινο καπέλο μου, το ξεχνάω μονίμως, ίσως από μια υποσυνείδητη αντίδραση στις απότομες μεταπτώσεις της θερμοκρασίας.

Το βούτηγμα του ήλιου

Τραβήξαμε τις ξαπλωτές στο σημείο όπου η θέα ήταν απρόσκοπτη και εννοώ πως βλέπαμε την θάλασσα, τον ουρανό, την γραμμή του ορίζοντα, τα σύννεφα και τον ήλιο χωρίς κανένα εμπόδιο, καθίσαμε μάλιστα η μια δίπλα στην άλλη σχεδόν κολλητά, όπως στο σινεμά, με τα μάτια καρφωμένα ευθεία μπροστά και τα αυτιά ορθάνοιχτα μην μας ξεφύγει κελαηδητό, παφλασμός ή θρόισμα

Βαμμένα μωβ νύχια

Περπατούσα σε ένα από τα στενά της παλιάς πόλης αφημένη στην μουντάδα του καιρού όταν εντόπισα το μαγαζί της. Κοντοστάθηκα αμέσως στην βιτρίνα του και η αποχαυνωμένη περιέργεια μου τεντώθηκε αντανακλαστικά, όπως συμβαίνει όταν ταξιδεύω σε ανοίκεια μέρη υποψιασμένη πως μια έκπληξη με περιμένει στην γωνιά.

Σάββατο πρωί στην άλλη πλευρά

Περπατώ προς την Λήδρας κατά μήκος της πράσινης γραμμής που ήταν κάποτε ποταμός και διέσχιζε την πόλη, έτσι είπε η Άννα, τώρα όμως την συνηθίσαμε νεκρή από αφυδάτωση και μ’αυτό υπονοώ ένα σωρό πράγματα που δεν συμφέρει να λέγονται. Διαλέγω τους παραδρόμους που περνούν ξυστά από τα φυλάκια και παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου τα νεαρά αγόρια με τα στρατιωτικά που “κρέμμονται” από τα μπαλκόνια των ερειπωμένων αρχοντικών ανήξερα για το μέγεθος της παραδοξότητας που υπηρετούν, ποιός να τους το ομολογήσει άλλωστε με ειλικρινή μεταμέλεια;

Στο δάσος της Χαλεύκας

Άρχισε να ψιλοβρέχει, οι προγνώσεις είπαν πως η βροχή θα δυναμώσει, δεν έχω το κατάλληλο αδιάβροχο, μόνο ένα σκουφί κι’αυτό λειψό, ολίγον με ενδιαφέρει ωστόσο, μου αρκεί που είμαι εδώ, κάπου στο βάθος του δάσους της Χαλεύκας, που πάει να πει πως περπατώ τον Πενταδάκτυλο και καταργώ το μακρινό του περίγραμμα, απεγκλωβίζω τη υπόσταση του από τα ασφυκτικά όρια του συμβόλου ή συμβολισμού και απλώνω πάνω του όλες μου τις αισθήσεις μέχρι να γειωθούν μια-μια μέσα στο χώμα του. Κι’αν είναι να βρέξει πιο δυνατά καλό θα τους κάνει να βρεχτούν μαζί του, ίσως έτσι επανακτήσουν τις μυρωδιές των βοτάνων του και νιώσω ακόμα και στην πιο ανεπαίσθητη απόκλιση τους το μάταιο της αμφιθυμίας μας.

Στο ίσκιο ενός ασφόδελου

Είμαι ακόμα στον Κορμακίτη. Και δεν εννοώ σωματικά αλλά σε ένα άλλο επίπεδο, ενεργειακό, νιώθω δηλαδή την ιαματική αύρα της φύσης του να με αγκαλιάζει σαν χειροποίητη κουβέρτα και είναι τόση η ζεστασιά της που περνάει από το μυαλό μου η εκδοχή να επιστρέφαμε στα βασικά, ένα σπιτάκι, ένας κήπος και μια απευθείας συνομιλία με την θάλασσα, τον ήλιο και το φεγγάρι

Μικρές πορφυρές τουλίπες

Το λεωφορείο σταθμεύει έξω από το Καφενείο του Γέρου, έτσι το λένε, το βγάζω φωτογραφία, έχει χρωματιστές τόνενες καρέκλες, τσιτάτα στους τοίχους και γλάστρες γεμάτες μυρωδάτα λουλούδια.

Το δρομολόγιο

Εφτά και δέκα το πρωί, Πλατεία Σολωμού. Αγόρασα εισητήριο, επιβιβάστηκα στο μικρό λεωφορείο- εκείνο που κυκλοφορεί κυρίως στην εντός των τειχών πόλη- και περιμένω την αναχώρηση του. Σε ένα πεντάλεπτο το πολύ, μου λέει ο οδηγός, ο οποίος είναι Ελλαδίτης, από πού ρωτώ, κάπου κοντά στον Έβρο, απαντά χωρίς να γίνεται πιο συγκεκριμένος.

Ψυχές αλήτικες

Το φεγγάρι μια λεπτή φέτα στον ουρανό και ο ουρανός από ώρα χρωματισμένος με την γλυκύτητα του δειλίνου. Κατευθύνομαστε προς τις Πλάτρες, το κρύο τσουχτερό, ανοίγω πότε πότε το παράθυρο να μυρίσω τα πεύκα και να νιώσω στο πρόσωπο μου την αύρα του χιονιού σαν καθαρότητα.

Σταθμός πλυντηρίων

Κάθομαι στο “laundry station”, πάροδος Λήδρας, πάνω σε ένα σκισμένο κόκκινο δερμάτινο καναπέ και χαζεύω τα πλυντήρια που στριφογυρίζουν. Στην άλλη άκρη του καναπέ κάθεται μια Aσιάτισσα γύρω στα πενήντα συν-πλην που μασά ένα μπισκότο περιμένωντας την μπουγάδα της να τελειώσει.
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ