ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η ποίηση των μικρών πραγμάτων

«Πιστεύω πως το καθήκον ενός συγγραφέα είναι να παρατηρεί απλώς τα μικρά πράγματα. Το να παρατηρείς τα μικρά πράγματα κάνει τη διαφορά». Αυτό λέει η Αν Κάρσον κι εγώ τώρα κάθομαι στον καναπέ, είναι πρωί, έξω συννεφιά, πίνω ζεστό τσάι και διαβάζω τη συνέντευξή της. Είναι η Καναδή ποιήτρια και συγγραφέας που μόλις κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας και δεν είναι μόνο γι’ αυτό που υπογραμμίζω τα λόγια της.

Ζωγραφιές στο γηροκομείο

Της υποσχέθηκα πως στο καινούργιο χρόνο θα διακοσμήσουμε μαζί το δωμάτιο της. Με τα δικά μου σχέδια, ρώτησε, με τα δικά σου σχέδια, απάντησα. Θα δεχτεί όμως η διευθύντρια ανησύχησε, μην φοβάσαι θα της μιλήσω και θάναι μια χαρά, την καθησύχασα, έτσι και έγινε. Πήρα ταινία διπλής όψεως, ψαλίδι και μια ρίγα και πήγα στη στέγη ευγηρίας δύο μέρες μετά την πρωτοχρονιά για να τηρήσω την υπόσχεση.

Ο νεογέννητος χρόνος

Kαι είναι που λες μια μέρα καινούργια σε ένα νεογέννητο χρόνο και με συνεπαίρνει μια διάθεση να πάρω το αμάξι και να οδηγήσω μέχρι την θάλασσα και είναι στ’αλήθεια δώρο που σ’αυτό το νησί μπορείς να έρθεις σε πολύ λίγο αντίκρυ με το απέραντο μπλε και να ανακουφίσεις φθαρτό και άφθαρτο κομμάτι του εαυτού σου και για να είμαι ειλικρινής το αισθάνομαι και σαν ένα χρέος προς την φίλη που στο παλιό χρόνο έφυγε και την τελευταία φορά που την είδα ήτανε μέσα στο φέρετρο ντυμένη στα πράσινα και ήτανε το πρόσωπο της όμορφο και παραδομένο στην ανοιχτοσύνη του σύμπαντος και αυτό το άπλωμα έμοιαζε με μυστήρια ησυχία

Διάλλειμα χαράς

Και είναι μια Κυριακή ηλιόλουστη, ανοιχτόκαρδη, που θες να πάρεις τους δρόμους σαν από καιρό έτοιμος να παραδοθείς στην ανεμελιά και να κλειδώσεις τις έγνοιες στο σπίτι τιμωρία κι’αυτό ακριβώς κάνεις, βγαίνεις στην γειτονιά όπως αξίζει σε κάθε καινούργια μέρα, με κείνη δηλαδή την ενέργεια να δωρίσεις πλατιά χαμόγελα και καλημέρες σε όποιον συναντήσεις στο δρόμο σου και έξω σήμερα είναι κόσμος πολύς, άλλοι με τα παιδιά τους, άλλοι με τα σκυλιά τους, άλλοι νεαροί με κοντό μανίκι, άλλοι με κασκόλ και μπαστούνι και όλοι τους με ένα ράθυμο βηματισμό, γιορτινό, νωχελικό, σουλατσάρουνε πέρα-δώθε σαν σαλιγκάρια μετά την βροχή και σταματάνε συχνά-πυκνά για φωτογραφίες όπως όταν δεν γνοιάζεται κανείς κάτι να προλάβει, σημασία άλλωστε έχει η στιγμή, να αποτυπωθεί ως έχει, αφιλτράριστη, σφικτή αγκαλιά, μάγουλα κολλημένα το ένα στο άλλο, μάτια στραμμένα στο φακό του κινητού και η χαρά θα βρει το κάδρο της.

Μέρα βροχής

Να κάνεις παύση λέει η Μ. μόνο έτσι παίρνει ανάσα το μυαλό και τί πάει να πει παύση, μια βαθειά αναπνοή και το σώμα ακίνητο για λίγο, όσο για να κοιτάξω από το παράθυρο την σταγόνα της βροχής που κυλά πάνω στο φύλλο της βουκαμβίλιας και να ακούσω το γουργουρητό του γατιού που κυλιέται στο χαλί ευχαριστημένο από την ζεστασιά της σόμπας. Και μετά να αφεθώ στο σύννεφο που προχωρά αργά μέσα στην σκοτεινιά του ουρανού μέχρι να απαλαγεί από την μαυρίλα του και να νιώσω το νερό που τρέχει στην άσφαλτο σαν καθαρό ρυάκι ή καλύτερα να πω σαν εξιλέωση.

Γενέθλια στο γηροκομείο

Διάλεξε να φορέσει μια φόρμα, animal print, δώρο από την γυναίκα του αδελφού της, είπε, φόρεσε και κάλτσες με το ίδιο μοτίβο και στα μαλλιά η Ζ. της έβαλε μια ψεύτικη γιρλάντα χρυσή που έγραφε happy birthday.

Στο σπίτι της Γκιουνέϊ

Με περίμενε στον κυκλικό κόμβο του Τρικώμου. Μου κόρναρε από απέναντι, χαιρετιστήκαμε με τα χέρια έξω από το παράθυρο, μόνο τηλεφωνικά είχαμε γνωριστεί, αναγνωριστήκαμε όμως χωρίς δυσκολία. Την ακολούθησα με το αυτοκίνητο μέχρι το σπίτι της, περάσαμε από τις δεκάδες γιγαντιαίες πολυκατοικίες του Νέου Τρικώμου που μας περικύκλωναν σαν τέρατα, τις είδες με ρώτησε όταν φτάσαμε στην αυλή της, “ξέρεις πόσα χρόνια χρειάζεται το χώμα για να γίνει έυφορο, πάνω από 500, κατάστρεψαν το χώμα με τόση ασχήμια, μόνο τα λεφτά τους γνοιάζουν όλους πια”, είπε και ξεκλείδωσε την πόρτα της.

Μεσημέρι στου Ματθαίου

Ο καιρός αναποφάσιστος, τα σύννεφα αραιά, ίσα για να φωτίζεται ο Σταυρός του Μισιρίκου και οι γλάστρες με τους βασιλικούς. Διαλέγω τραπέζι μέσα, η Αθηνά επιμένει να καθίσω στο βάθος δίπλα στο ψυγείο που πάνω του ένα παλιό ραδιόφωνο παίζει Μαρινέλα. Εδώ καθόταν πάντα η Γιαννούλα, μου λέει, το καλύτερο τραπέζι, τίποτα δεν σου ξεφεύγει από το βλέμμα.

Μια βόλτα στον “έξω” κόσμο

Μου ζήτησε να πάω πιο νωρίς από την ώρα του ραντεβού μας με το γιατρό, ήθελε, είπε, να πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο στην πόλη, να δει αν την στολίσανε για τα Χριστούγεννα, να περάσουμε και από την πλατεία, είπε, να δει πώς μοιάζει μιας και δεν την είδε ποτέ τελειωμένη με τα σιντριβάνια και τα ψηλά τα δέντρα και την καινούργια καφετέρια. Και ύστερα να πάμε από το σπίτι να της δείξω το νέο μου γατί, πεθύμησε, είπε, να φροντίζει γατιά όπως παλιά, στο ίδρυμα έχει μερικά αλλά είναι παραδίπλα σε ένα χωράφι και δεν μπορεί πια να περπατήσει καλά για να τους πηγαίνει φαγητό.

Για την Αλεξία

Να σε πάρω από το χέρι και να πάμε μια βόλτα μέχρι την θάλασσα. Να γεμίσουν τα πνευμόνια μας οξυγόνο και κύμα και αλμύρα. Τέτοια ήθελες. Τέτοια θάθελα και γω να κάναμε τώρα και όχι να γράφω αυτό το κείμενο. Όπως ήταν η τελευταία μας βόλτα που καθίσαμε σε ένα τραπέζι πλάι στην θάλασσα, αργά το απόγευμα με τον ήλιο στα καλύτερα του και ένα ελαφρύ αεράκι μας χαίδευε τα βλέφαρα.
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ