ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ιστορίες από την Ινδία – Μια σειρά ηχητικών podcast με την Ελένη Ξένου

Όσο η γιατρός αγγίζει το σφυγμό μου με τα μάτια της κλειστά και με μια απαλότητα που ταιριάζει σε κάτι εύθραυστο, εγώ κοιτώ έξω από το παράθυρο ένα μαγευτικό δέντρο με ροζ άνθη που μοιάζουν με μικρά σύννεφα. Εδώ στην Ινδία το αποκαλούνε Sirisha και σημαίνει δέντρο του ροζ μεταξιού.

Τα νεκρά ψάρια (Σριλάνκα, μέρος Δ)

Σήμερα η παραλία γέμισε νεκρά ψάρια. Πολύχρωμα, παράξενα, πανέμορφα ψάρια, όλα πεθαμένα, με το στόμα τους ανοιχτό λες και είχαν ξεμείνει στο ουρανίσκο τους υπολείμματα τελευταίας ανάσας. Τα περιεργαζόμουν χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω το συναίσθημα που μου προκαλούσε η εικόνα τους, εννοώ πως ήταν μια διαδοχή συναισθημάτων φαινομενικά αντικρουόμενων, συνδεδεμένων ωστόσο και αλληλένδετων.

Ταξίδι στην Σριλάνκα (μέρος Γ)

Χθές βράδυ έβρεχε όλη νύχτα, καθάρισε η ψυχή μου, η φύση έχει όλα τα μυστικά και τα μοιράζει, δεν κρατάει τίποτα για την ίδια, αρκεί να μην είσαι ξεκομμένος από δαύτην κι’ολα είναι εκεί, σε μια αέναη διδαχή. Μετά το πρόγευμα η Ίνα επιμένει να πάμε βόλτα στο Ταγκόλ, το Ταγκόλ είναι η πιο κοντινή πόλη, μοιάζει πιο πολύ με μεγάλο χωριό, σήμερα έχει λαική αγορά στο κέντρο και θέλει, λέει, να αγοράσει μυρωδάτες κανέλες για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Ταξίδι στη Σριλάνκα (μέρος B)

Κοιμάμαι με τον ήχο του ωκεανού και ξυπνώ με τους παράξενους φωνητισμούς των σκίουρων. Δεν ήξερα ότι οι σκίουροι κάνουν αυτά τα λαρυγγίσματα, τυχαία το ανακάλυψα όταν μια μέρα περπατούσα στο μονοπάτι που οδηγεί στην λίμνη και παρατήρησα ένα από δαύτους. Αυτή η λίμνη είναι τεράστια, ένας βαρκάρης μας πήγε τις προάλλες βόλτα εμένα και την Καταρίνα, η Καταρίνα είναι από την Γερμανία και έχει τα μισά μου χρόνια, το χειμώνα δουλεύει δασκάλα και τα καλοκαίρια γυρίζει τον κόσμο με την υπέροχη αθωότητα των νιάτων της και την ψιλόλιγνη κορμοστασιά της.

Ταξίδι στην Σριλάνκα (μέρος Α)

Δύο τα ξημερώματα. Στο αεροδρόμιο του Κολόμπο με περιμένει ο Ρουάν με το όνομα μου γραμμένο πάνω σε ένα λευκό χαρτί που το κρατάει στο ύψος του πηγουνιού του. Τον χαιρετώ νυσταγμένα, χαμογελά συγκρατημένα, με συμβουλεύει με σπασμένα αγγλικά πως αν θέλω να αλλάξω λεφτά προτιμότερο να το κάνω στο αεροδρόμιο, ακολουθώ την συμβουλή του και σε ένα από τα σχετικά κουβούκλια δίνω 200 ευρώ και παίρνω πίσω ένα σωρό χαρτονομίσματα που μοιάζουν ψεύτικα, ίσα που χωράνε στο πορτοφόλι μου.

Το φεγγάρι της φράουλας

Και είναι λέει το φεγγάρι της φράουλας απόψε και είμαστε καθοδόν προς την πλατεία Φανερωμένης και είναι η πόλη γεμάτη κόσμο με τα παιδιά και τα σκυλιά του και με την ψυχή του διψασμένη για χαρά και φως και ναι είναι μια τέτοια νύχτα, ανάλαφρη και φωτεινή, της μουσικής και της συγκομιδής, με τις μπάντες να παίζουνε στα στενά της Παλιάς πόλης, έξω από το Χαμάμ, στην πλατεία του Νέου Δημαρχείου, στη Φανερωμένη μέχρι πιο πέρα στην πλατεία Ελευθερίας.

Το τραγούδι του τζίτζικα

Τι ώρα να βρεθούμε την ρώτησα, θα ήτανε ωραία αν μπορούσες την ώρα του ηλιοβασιλέματος μου απάντησε, δεν κοίταξε ρολόι και αριθμούς, προτίμησε να προσδιορίσει το χρόνο με τα χρώματα του απογεύματος και τόκανε τόσο αβιάστα που ένιωσα να με συνεφέρνει. Είχαμε καιρό να βρεθού-με, δεν θυμάμαι ποια ήτανε η τελευταία φορά, μιλούσαμε αραιά και που με μηνύματα και στέλναμε καρδίες και αγκαλιές για όσα μεσολάβησαν, δοκιμασίες από κείνες που μετατοπίζουν τον άνθρωπο προς μια ουσία όμοια με αυτή των δειλινών.

Σπασμένες ζωές

Χαλκοκονδύλη γωνία, μέρα μεσημέρι, μια άλλη Αθήνα, σκληρή και αφιλόξενη και με μια κουφόβραση αφόρητη που περιπλανιέται στους βρώμικους δρόμους της. Περπατώ απρόθυμη να αφομοιώσω τις εικόνες που με περιτρυγυρίζουν, φοβάμαι πως αν καταπιώ έστω και μια σταγόνα από τον ιδρώτα των σπασμένων ζωών που περιφέρονται γύρω μου θα εξαπλωθεί, σε χρόνο μηδέν, το ράγισμα τους στις φλέβες μου.

Ο ιδιωτικός μάγος

Είναι κι’ αυτός ο πορτοκαλής ήλιος που κατεβαίνει προς την θάλασσα και την προστάζει να ηρεμήσει για να χωρέσει ολόκληρη μέσα στο βλέμμα μου. Είναι κι’αυτή η διαδρομή που περνάει μέσα από μικρά σπίτια, όπως ήταν άλλοτε ο τόπος, με τις αυλάδες τους γεμάτες κίτρινες, κόκκινες και ροζ τριανταφυλλιές που αρωματίζουν τον αέρα. Είναι και που ένα γατί πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα πόδια μου τρίβοντας την μούρη του στους αστραγάλους μου για λίγη τροφή και χάδι και μόλις χορτάσει πέφτει στο χώμα ανάσκελα και κυλιέται ευτυχισμένο.

Τρεις μικρές γυναίκες

Στέκομαι με τα χέρια ακουμπισμένα στο κάγκελο και τις παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου.

Το Άγιο Φως

Η Τζόαν Ντιντιόν λέει πως “είμαστε ατελή όντα, με επίγνωση της θνησιμότητας μας έστω κι’αν την αποδιώχνουμε απογοητευμένοι από την ίδια μας την περιπλοκότητα, έτσι πλασμένοι που όταν πενθούμε τις απώλειες μας πενθούμε καλού-κακού και για τους εαυτούς μας. Όπως ήμαστε. Όπως δεν είμαστε πια. Όπως μια μέρα δεν θα υπάρχουμε καθόλου…” Δεν ξέρω γιατί το μυαλό μου παιδεύεται με τα λόγια της Ντιντιόν, υποψιάζομαι όμως πως ευθύνεται ο μακρύς αυτός διάδρομος του νοσοκομείου τον οποίο διασχίζω τις τελευταίες μέρες συχνά, έρχομαι απογεύματα, την ώρα του επισκεπτηρίου, την ίδια ώρα που παίζουν οι καμπάνες στις γειτονικές εκκλησιές και οι μυρωδιές της λεβάντας ανακατεύουν τον αέρα αντιμαχόμενες την σκόνη.

Ανθισμένες πορτοκαλιές

“Να είσαι αυθεντική” μου λέει η Ν. και έξω είναι σχεδόν μεσημέρι, κάνει μια ζέστη παράταιρη, σκουπίζω το μέτωπο μου από τον ιδρώτα και νιώθω τη λέξη να πέφτει στο κεφάλι μου σαν κεραμίδι. Γυρνάω μετά στο σπίτι και ανοίγω λεξικά, θέλω να διαβάσω ξανά τον ορισμό, να ψάξω για τα συνώνυμα, ο Καμύ είχε πει ότι “δεν έχουμε το χρόνο να είμαστε αυθεντικοί, έχουμε μόνο το χρόνο να είμαστε ευτυχισμένοι”, το ευτυχισμένος δεν είναι άραγε συνώνυμο του αυθεντικού, ίσως και να μην είναι.

Το άπειρο των δυνατοτήτων

Είναι μεσημέρι, βρίσκομαι στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών, κάθομαι σε ένα παγκάκι στη μεγάλη αίθουσα, γύρω μου οι πίνακες της έκθεσης “Φανερώματα”, τα “συναπαντήματα” δηλαδή των ζωγράφων του τόπου μας με το αλλόκοσμο και το ονειρικό, τα παρατηρώ ένα-ένα και η αύρα τους απομακρύνει σιγά σιγά τη σκόνη της πόλης από το δέρμα μου. Περιμένω το μυαλό να ησυχάσει και μόνο τότε δοκιμάζω να ανεβώ στο άλογο του Φραγκουλίδη, να βυθιστώ στο βαθύ κόκκινο της Νικοδήμου, να πετάξω μέχρι τα δύο φεγγάρια της Βέρας Χατζηδά και να κρυφτώ στα κοχύλια του Πεσλίκα.

Η σιωπή των κυμάτων

Τυλιγόμαστε από μια κουβέρτα, παίρνουμε δύο καρέκλες πλαστικές και μεταφερόμαστε στην παραλία σφηνώνοντας τα πόδια των καρεκλών δύο βήματα από το κύμα. Το κύμα σήμερα είναι κάπως αναστατωμένο, τα καταφέρνει ωστόσο μια χαρά να σκάσει στην ακτή αθόρυβα, φτιάχνοντας συνάμα ένα σωρό αφρώδεις δανδέλες που τις καταπίνει μονορούφι η άμμος. Δεν κοιτάμε η μια την άλλη, κοιτάμε ευθεία μπροστά, και ευθεία μπροστά είναι η θάλασσα και ο ουρανός και ένα-δύο γλάροι που πηγαινοέρχονται και μπόλικα σύννεφα που πότε πυκνώνουν και πότε αραιώνουν.

Μια παρένθεση

Είναι γύρω στις εφτά το πρωί, βρίσκομαι στο πάρκο Ακαδημίας και το σκηνικό έχει ως εξής: Το χαλάζι έλιωσε και έγινε μικρό ρυάκι που κυλά ανάμεσα στα δέντρα, οι σταγόνες του λαμπυρίζουν πάνω στα φύλλα, ο ήλιος φλερτάρει με τους ευκάλυπτους και δεκάδες πουλιά διασχίζουν την ατμόσφαιρα με ασταμάτητο κελαιδητό.

Στο κάστρο της Καντάρας

Συννεφιασμένη μέρα, σχεδόν θλιμμένη. Κάθομαι παράθυρο και χαζεύω απέξω την ανοιξιάτικη φύση της Μεσαορίας. Πράσινα χωράφια γεμάτα ελιές που ασημίζουν στο ελάχιστο φως του ήλιου και χιλιάδες κίτρινες μαργαρίτες που μοιάζουν λες και περιμένουν κάποια αγάπη να τις μαδήσει. Ακόμα μια Κυριακή στην άλλη πλευρά ή αλλιώς ένα μυστήριο κάλεσμα που τον τελευταίο καιρό με ωθεί να πηγαίνω “εκδρομές” στα κατεχόμενα με την ευχή να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με τον τόπο και την οφειλή μου σ’ αυτόν. Προορισμός το Κάστρο της Καντάρας που αναπνέει Καρπασίτικο κύμα και Αμμοχωστιανή θάλασσα και στους βράχους του φυτρώνουν ένα σωρό κυκλάμινα σαν αυτόχθονες αλήθειες.

Στην περίκλειστη πόλη

Περνάμε την μπάρα με τα πόδια, απορρίψαμε ήδη την ιδέα να νοικιάσουμε ποδήλατα ή ηλεκτρικά πατίνια, την νιώσαμε και οι τρείς αποκρουστικά ανέμελη για ένα πρωινό όπως το σημερινό όπου πουθενά δεν εδράζεται η ανεμελιά, ούτε καν στον ήλιο που μας γυροφέρνει επίμονα φωτίζοντας μες τα μούτρα μας ακόμα και την πιο αδιόρατη ανοιξιάτικη ομορφιά.

…Και την σύγχρονη θλίψη

Ένα μικρό σάντουιτς, λίγα σοκολατάκια σε ένα τάπερ, αδιάβροχο σακκάκι με κουκούλα, μια τσάντα του ώμου, μπόλικη αγάπη για τούτο τον τόπο και τις πληγές του και είμαι εκεί, εννέα το πρωί, ακριβώς στην ώρα μου. Περνώ έξω από το Λήδρα Πάλλας, δείχνω ταυτότητα και καταφθάνω στο σημείο, όπου η Άννα και οι υπόλοιποι έχουν μαζευτεί και το μεγάλο πούλμαν είναι ήδη με την μηχανή αναμμένη. Προορισμός σήμερα η Μεσαιωνική Αμμόχωστος, δεν έχω πάει ποτέ, νάσαι “τουρίστας” στον ίδιο σου τον τόπο είναι κάτι σαν ακρωτηριασμός, πώς αλλιώς να το περιγράψω, πενήντα χρόνια μετά και ακόμα δυσκολεύομαι να βρω τις λέξεις, δεν φταίω ωστόσο μόνο εγώ, φταίνε κι’αυτές που άφησαν στο ανείπωτο όλο το βάρος της ουσίας.

Κυριακάτικο ξύπνημα

Οκτώ και τέταρτο, πρωί Κυριακής, κάνω τον περίπατο μου, οι ψαλμωδίες από το Καθεδρικό φτάνουν μέχρι τ’αυτιά μου και το λιβάνι που από ώρα κυκλοφορεί στα στενά της γειτονιάς ζαλίζει τα ρουθούνια μου. Στο δρόμο κανείς άλλος δεν περιφέρεται, μόνο γάτες συναντώ απλωμένες στα πεζούλια με ύφος νόμιμου ιδιοκτήτη, δεν τις αδικώ, αυτές είναι άλλωστε που ξέρουν τί πραγματικά συμβαίνει στα σοκκάκια.

Ένα πρωινό στην λαϊκή

Το βλέμμα μου πέφτει κατευθείαν στα ματσικόριδα, το επίσημο και επιστημονικό τους όνομα είναι νάρκισσοι, προτιμώ ωστόσο την ονομασία τους στην διάλεκτο, δεν παραπέμπει σε εγωπάθειες και ματαιοδοξίες, μπουχτίσαμε από δαύτες, τί μας φταίνε τα έρμα τα λουλούδια, μυρίζουνε τόσο μαγευτικά και το άρωμα τους σκεπάζει την υπαίθρια αγορά σαν αόρατη τέντα κάνοντας μονομιάς το πρωινό αυτό να διαφέρει.

Μια συναυλία μαγική

Ανεβαίνει στην σκηνή, μαζί του και οι μουσικοί, κάθομαι στην πρώτη σειρά, η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να είμαι όρθια με μια μπύρα στο χέρι και νάναι καλοκαίρι και να χορεύω καπνίζοντας, κάπως έτσι τις έχω μέσα μου καταχωρημένες τις συναυλίες, ξεσκέπαστες και απλωμένες στα αστέρια, έξω όμως βρέχει καταρρακτωδώς και το τσιγάρο το έχω κόψει εδώ και καιρό και η αλήθεια είναι πως πιο πολύ ανάγκη την έχω την βροχή από τον ήλιο, να καθαρίσει ο τόπος, οι δρόμοι, η πόλη, μήπως και έτσι φανερωθεί επιτέλους η ζεστασιά σαν ζητούμενο και γίνει χειροπιαστή.

Στο πάρκο σκύλων

Είναι απόγευμα, βρίσκομαι στο πάρκο των σκύλων στην παλιά πόλη, φορώ σκουφί και αδιάβροχο, κάνει κρύο και αυτό είναι το μέρος που διάλεξα σήμερα για να χωθώ μέσα του, σαν μια ακόμα κρυψώνα, από κείνες που ψάχνω συχνά-πυκνά για να ξεφύγω από το βουητό των λεωφόρων και το βούισμα των λέξεων. Βλέπω τώρα το φεγγάρι που είναι ολόστρόγγυλο, παρότι δεν έχει νυχτώσει ολότελα αυτό εμφανίστηκε ήδη και επιβλέπει την κάθοδο του ήλιου και το φανέρωμα των χρωμάτων που εκείνος διαλέγει να αφήσει πίσω του. Το πάρκο είναι ακριβώς δίπλα από την λεωφόρο, έχει όμως μια δική του ιδιότυπη ησυχία φτιαγμένη από γαβγίσματα και τρυφερές ανθρώπινες φωνές που μαζί εκδιώχνουν όποιον άλλο παράφωνο ήχο επιχειρήσει να παρενοχλήσει την αρμονία τους.

Πόρτες κλειστές

Φοβάμαι μη γράφω τα ίδια και τα ίδια λέω στο Χ, εκείνος συμμερίζεται την αγωνία μου, από την άλλη όμως αυτά τα ίδια είναι που μου κινούν την περιέργεια, οι ζωές πίσω από τις κλειστές πόρτες και η αγωνία του ανθρώπου να βρει κάπου το χώρο να αναπνεύσει, να γείρει σε ένα μαξιλάρι και να ονειρευτεί, να ξυπνήσει το πρωί και προτού τον καταβάλει η έγνοια να νιώσει την αύρα του ήλιου στο μάγουλο, αυτά με ενδιαφέρουν και παίρνω τους δρόμους, εδώ στην γειτονιά μου είναι που μ’ αρέσει να περπατώ, παλιά πόλη, κοντά στο Παγκύπριο, στα στενά σοκάκια με τις γλάστρες με τα γεράνια και τις κεντημένες κουρτίνες στα παράθυρα.

Μια χειμωνιάτικη εκδρομή

Καιρός για εκδρομή και εννοώ αυτοκινητόδρομο και ανεμπόδιστους ουρανούς και λόφους και πεδιάδες και κάποια αμολημένα κοπάδια που μπαίνουνε με το ζόρι στο κάδρο σαν παλιομοδίτη εικόνα. Θέλω μουσικές στην διαδρομή που να σημαίνουν σε μένα κάτι, όπως ο Λούτσιο Ντάλα και το Καρούσο του, τον θυμήθηκα μετά από χρόνια, τον έκανα σιντί και τώρα τον ακούω κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό και αισθάνομαι λες και ένας προηγούμενος μου εαυτός εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά για να μου ψυθυρίσει κάτι σ’αυτί, όχι δεν θα πω τι τον ακούω να μου ψυθυρίζει.

Σε μια μυστική αυλή

Στη γειτονιά μου είναι μια αυλή μυστική, την ανακάλυψα τυχαία ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, λίγο η περιέργεια, λίγο ένα πέρασμα που έμοιαζε μυστήριο και κάπως έτσι βρέθηκα μέσα στην παράξενη ερημιά της. Από τότε πηγαίνω συχνά πυκνά, κάθομαι χάμω σε ένα τσιμεντένιο σκαλί που βρίσκεται εκεί και προσπαθώ να αφουγκραστώ πότε την ίδια την πραγματικότητα και πότε τον εαυτό μου μέσα σ’αυτήν και όταν λέω τον εαυτό μου εννοώ όλα τα πρόσωπα που με συνιστούν, οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι μου σε ένα άρρηκτο δέσιμο κυττάρων.

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ