ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Περιπλανώμενα όνειρα: Ηχητικά ταξιδιωτικά podcast με την Ελένη Ξένου

Κοιμάμαι με τον ήχο του ωκεανού και ξυπνώ με τους παράξενους φωνητισμούς των σκίουρων. Δεν ήξερα ότι οι σκίουροι κάνουν αυτά τα λαρυγγίσματα, τυχαία το ανακάλυψα όταν μια μέρα περπατούσα στο μονοπάτι που οδηγεί στην λίμνη και παρατήρησα ένα από δαύτους.

Βροχερή γαλήνη

Κάθομαι σε μια κουνιστή καρέκλα πλάι σε μια τζαμόπορτα και είναι λίγες μέρες πριν αλλάξει ο χρόνος. Βρέχει. Βλέπω τη βροχή να πέφτει στην επιφάνεια μιας μικρής λιμνούλας στην αυλή και τους κυμματιστούς κύκλους που προκαλεί η κάθε σταγόνα. Την βλέπω και στα φύλλα, να κυλάει από την επιδερμίδα τους στο χώμα και να σχηματίζει μικρά λακκάκια, όμοια με κείνα των χαμόγελων. Είμαι τυλιγμένη με μια λεπτή κουβέρτα, δίπλα μου ανάβει το τζάκι, η φωτιά τσουρουφλίζει τα ξύλα, το γατί κοιμάται πάνω σε ένα μαξιλάρι γουργουρίζοντας και το γουργουρητό του φτάνει μέχρι τις πατούσες μου σαν υπολογίσιμη δόνηση, όχι από κείνες τις σεισμικές που τρομάζουν, από τις άλλες τις συμπαντικές που καθησυχάζουν.

Χειρόγραφες ιστορίες

“Θάλεγες πως παραμένεις πνεύμα ανήσυχο;” με ρώτησε η Μ και μου πήρε αρκετά λεπτά να σκεφτώ ποια απάντηση θάταν ειλικρινής. Το Πρόζακ ήτανε γεμάτο, ο φωτισμός χαμηλός, οι φίλοι έπιναν μπίρες και κρασιά και ήταν όλοι τους εκεί, σαν μια μεγάλη παρέα, για την παρουσιάση του “Χειρόγραφου”, με την Χαριτίνη πλάι μου καθισμένη σε μια πολυθρόνα και την κιθάρα της σε όρθια θέση σε ετοιμότητα για τραγούδι. Στο μεταξύ είχα διαβάσει ήδη μια από τις χειρόγραφες ιστορίες που μόλις εκδόθηκαν σε αυτό το βιβλίο.

Ένα πρωινό στον παραλιακό

Βγαίνω από το διαμέρισμα με τις πυτζάμες και ένα ζευγάρι μαύρα crocs μεγαλύτερα από το μέγεθος των ποδιών μου, στρίβω προς την πλευρά της θάλασσας και από ένα στενό βρίσκομαι στoν παραλιακό, δύο λεπτά δρόμος, ίσως και λιγότερο. Δεν με νοιάζει που είμαι ντυμένη αλλοπρόσαλλα, μ’αρέσει αυτή η χαλαρότητα που μου μεταδίδει η Λεμεσός, είναι τόσο αντιφατικές οι εικόνες που την συνθέτουν ώστε ακόμα και οι κανόνες μπερδεύονται πού να υπακούσουν κι’αυτό με ένα περίεργο τρόπο ενέχει κάτι το απελευθερωτικό, σαν παραπομπή σε μια αθώα αυθάδεια.

Ξυπόλητη στο πάρκο

Βγάζω παπούτσια και κάλτσες και αφήνω τις πατούσες μου γυμνές να πατήσουν γερά πάνω στο χώμα, βρίσκομαι στο πάρκο Αθαλάσσας και είναι πολύ νωρίς, σχεδόν πέντε και μισή το πρωί, η πόλη είναι ακόμα παραδομένη στην νοημοσύνη του ονείρου πράγμα που την κάνει αθώα και ήρεμη, και κυρίως αδύναμη να ενοχλήσει με τους ήχους της τους χτύπους της καρδιάς.

Ένα απρόσμενο μήνυμα

Δεν περίμενα το μήνυμα της και εννοώ πως είχα να της μιλήσω πάνω από δεκαετία, δεν είχα ιδέα πως εξελίχθηκε η ζωή της από τότε που έμεινα στο σπίτι της, ένα σπίτι κάπου στο Σαουσαλίτο στο Σαν Φρανσίσκο, νοίκιαζέ ένα από τα δωμάτια της στο airbnb και θυμάμαι πως το διάλεξα γιατί τα παράθυρα του έβλεπαν σε ένα δάσος, όπου τα βράδια εμφανίζονταν ελάφια. Τη λέγανε Λίλη, είχε δύο σκύλους και ένα μαύρο γατί και άπλωναν όλα μαζί στα κιλίμια που διακοσμούσαν το σαλόνι της, είχε και ένα μεγάλο Βούδα στην είσοδο του σπιτιού της και δύο παλιές καφέ πολυθρόνες από κείνες που κάθονται οι γιαγιάδες και λένε ιστορίες.

Η πρώτη βοήθεια

Τον παρατηρώ από μια μικρή σχετικά απόσταση. Στέκεται δίπλα στο φορείο, στο φορείο είναι ξαπλωμένος ένας ηλικιωμένος άντρας, υποθέτω πως είναι ο πατέρας του, το χέρι του αγγίζει το ρυτιδιασμένο του μέτωπο και το χαιδεύει , το χαιδεύει τόσο απαλά όπως κάτι εύθραυστο και συνάμα πολύτιμο, ο ηλικιωμένος τραβάει τα σεντόνια και τις πυτζάμες, θέλει να φύγει, βγάζει απελπισμένες κραυγές, το χέρι εντείνει το χάδι και τώρα απλώνεται σε ολόκληρο το πάνω μέρος του κεφαλιού, η παλάμη ανοίγει και τεντώνεται, η ζεστασιά της ηρεμεί τον ηλικιωμένο, κλείνει τα μάτια του και επανέρχεται στην σιωπή.

Το ποδήλατο του Ορχάν

Ο Ορχάν έφερε μπουρέκια με μανιτάρια και αναρή, τα έψησε στην σάτσι λέει, έχει βάλει μέσα και τζίντζερ, είναι φανταστικά, τρώμε όλοι μας λαίμαργα καθισμένοι στο πιο ψηλό βράχο στο Βουνί, στην άλλη πλευρά, ο ουρανός μύριζει κύμα και η θάλασσα σύννεφα και ο στενός ασφαλτένιος ζικ-ζάκ δρόμος που σκαρφαλώνει τα καταπράσινα γύρω βουνά μοιάζει λες και κυνηγάει το άπειρο μεθυσμένος.

Ο χορός των μελισσών

H Σ. λέει πως είμαστε μαγικοί, πως ο καθένας μας κρύβει μέσα του ένα θαύμα, καθόμαστε έξω στον κήπο όταν το λέει, ο αέρας είναι δροσερός, ο ήλιος μας χαιδεύει τα πρόσωπα και από πάνω πεντακάθαρος o ουρανός, κανένα σύννεφο. Σκέφτομαι τις ειδήσεις, τις άκουγα μαζεμένες στο ραδιόφωνο λίγο πριν έρθω σ’αυτό τον κήπο, τις βόμβες που πέφτουν, τους ανθρώπους που σκοτώνονται, την ζωή που καταστρέφεται και στ’αλήθεια δεν ξέρω πως να χωρέσω στο μυαλό μου τις δύο εικόνες, τον κήπο, το θαύμα, το μαγικό του καθενός μας, τον πόλεμο, τον πόνο, το ανακυκλωμένο μίσος του άνθρωπου για τον άνθρωπο.

Η γαλάζια κασσετίνα

Είναι μια κασσετίνα γαλάζια, εκεί πάει πρώτα το βλέμμα μου και εννοώ πως μένω να την κοιτώ επίμονα και ταυτόχρονα σφηνώνω τα πόδια μου στο πάτωμα μην τυχόν και κάνω το λάθος να επισπεύσω το βήμα μου προτού την περιεργαστώ όσο χρειάζεται, δηλαδή με την προσοχή που απαιτεί ένα τέτοιο συναπάντημα,

Κυνηγημένο μου πουλί

H μέρα εκείνη δεν θα αργήσει, σιγοτραγουδώ, ο Χ αλλάζει ταχύτητα, τα χρώματα σήμερα είναι καθαρά λες και τα ξέπλυνε μια βροχή, είναι γύρω στις δέκα το πρωί, ίσως και πιο νωρίς, μπόλικη κίνηση στον αυτοκινητόδρομο, κατευθυνόμαστε προς τον Πωμό, μ’ αρέσει αυτή η διαδρομή, περνάει από σχισμένα βουνά και τούνελ και φράγμα και θάλασσα, έχει όλα τα συστατικά της περιπέτειας και της φυγής, συνεχίζω να σιγοτραγουδώ πως η μέρα εκείνη δεν θα αργήσει, παρότι δεν είμαι σίγουρη πόσο το πιστεύω πια.

Μήνυμα ζωτικής σημασίας

Τα σύννεφα σήμερα μοιάζουν με φύσημα καπνού από το στόμα ενός αόρατου σοφού που κατοικεί στον ουρανό και μας κοιτάει από κει πάνω βαριεστημένα καπνίζοντας την πίπα του. Δεν ξέρω γιατί κάνω αυτή την σκέψη, ίσως να φταίει αυτό το τραχύ ψηλό βουνό που εισχωρεί μέσα στην θάλασσα στα αριστερά μου, ίσως όμως νάναι και κείνο το κοπάδι με τα κατσίκια που εμφανίστηκε πριν από λίγο να χοροπηδάει πάνω στους βράχους την ίδια ώρα που μια ψαρόβαρκα διέσχιζε σε αργή κίνηση το κύμα, και κάπως έτσι ήρθα ενώπιον των απλών εξισώσεων της ζωής ή όπως το γράφει καλύτερα ο Βακαλόπουλος της συνειδητοποίησης πως “υπάρχει μόνο μια εικόνα, μια παραλία, ένα νησί, ένα νησί για τον καθένα και πρέπει να το βρει και να μείνει εκεί”.

Η τύχη των αθώων

Καθόμασταν σε μια γνωστή καφετέρια της πόλης, δεν θυμάμαι αν είχε ήλιο ή συννεφιά, επιλέγω το δεύτερο ως πιο ξεκούραστο, εσύ κάπνιζες μανιωδώς την πίπα σου, πατίκωνες πότε-πότε τον καπνό και δεν μιλούσες, περίμενες να μ’ ακούσεις, ήθελα να σου πω πως ήτανε ανάγκη επιτακτική να λείψω για καιρό σε ένα μέρος μακρινό και έψαχνα τις λέξεις τις δικές μας για να στο εξηγήσω, πάντα υπήρχε μια ιδιαίτερη συνεννόηση μεταξύ μας.

Το δέντρο της καρδιάς

Η μέρα έχει συννεφιά, μυρίζει παντού λεμονόχορτο και λεβάντα και από μακριά ακούγονται ψαλμωδίες που έρχονται κατά δω από την απέναντι όχθη της λίμνης σαν ιδιότυπο νανούρισμα. Στην αίθουσα του γιόκα είμαστε λίγοι, μόνο πέντε κοπέλες, οι υπόλοιποι έφυγαν τις προηγούμενες μέρες για τις χώρες τους, εγώ αναχωρώ αύριο, η φίλη μου η Ίνα σε δύο μέρες. Το μεσημέρι η Τινίσια και η Τζιβάνι σχημάτισαν πάνω στο κρεβάτι μου ένα “γκούντμπάι” φτιαγμένο από λουλούδια- ινδικά λευκά γιασεμιά- το έβγαλα φωτογραφία, τα λουλουδάτα αντίο είναι σπάνια, συνήθως συμβαίνουν μόνο στους νεκρούς, αυτό σκέφτηκα αλλά δεν το μοιράστηκα με κανένα.

Τα νεκρά ψάρια (Σριλάνκα, μέρος Δ)

Σήμερα η παραλία γέμισε νεκρά ψάρια. Πολύχρωμα, παράξενα, πανέμορφα ψάρια, όλα πεθαμένα, με το στόμα τους ανοιχτό λες και είχαν ξεμείνει στο ουρανίσκο τους υπολείμματα τελευταίας ανάσας. Τα περιεργαζόμουν χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω το συναίσθημα που μου προκαλούσε η εικόνα τους, εννοώ πως ήταν μια διαδοχή συναισθημάτων φαινομενικά αντικρουόμενων, συνδεδεμένων ωστόσο και αλληλένδετων.

Ταξίδι στην Σριλάνκα (μέρος Γ)

Χθές βράδυ έβρεχε όλη νύχτα, καθάρισε η ψυχή μου, η φύση έχει όλα τα μυστικά και τα μοιράζει, δεν κρατάει τίποτα για την ίδια, αρκεί να μην είσαι ξεκομμένος από δαύτην κι’ολα είναι εκεί, σε μια αέναη διδαχή. Μετά το πρόγευμα η Ίνα επιμένει να πάμε βόλτα στο Ταγκόλ, το Ταγκόλ είναι η πιο κοντινή πόλη, μοιάζει πιο πολύ με μεγάλο χωριό, σήμερα έχει λαική αγορά στο κέντρο και θέλει, λέει, να αγοράσει μυρωδάτες κανέλες για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Ταξίδι στη Σριλάνκα (μέρος B)

Κοιμάμαι με τον ήχο του ωκεανού και ξυπνώ με τους παράξενους φωνητισμούς των σκίουρων. Δεν ήξερα ότι οι σκίουροι κάνουν αυτά τα λαρυγγίσματα, τυχαία το ανακάλυψα όταν μια μέρα περπατούσα στο μονοπάτι που οδηγεί στην λίμνη και παρατήρησα ένα από δαύτους. Αυτή η λίμνη είναι τεράστια, ένας βαρκάρης μας πήγε τις προάλλες βόλτα εμένα και την Καταρίνα, η Καταρίνα είναι από την Γερμανία και έχει τα μισά μου χρόνια, το χειμώνα δουλεύει δασκάλα και τα καλοκαίρια γυρίζει τον κόσμο με την υπέροχη αθωότητα των νιάτων της και την ψιλόλιγνη κορμοστασιά της.

Ταξίδι στην Σριλάνκα (μέρος Α)

Δύο τα ξημερώματα. Στο αεροδρόμιο του Κολόμπο με περιμένει ο Ρουάν με το όνομα μου γραμμένο πάνω σε ένα λευκό χαρτί που το κρατάει στο ύψος του πηγουνιού του. Τον χαιρετώ νυσταγμένα, χαμογελά συγκρατημένα, με συμβουλεύει με σπασμένα αγγλικά πως αν θέλω να αλλάξω λεφτά προτιμότερο να το κάνω στο αεροδρόμιο, ακολουθώ την συμβουλή του και σε ένα από τα σχετικά κουβούκλια δίνω 200 ευρώ και παίρνω πίσω ένα σωρό χαρτονομίσματα που μοιάζουν ψεύτικα, ίσα που χωράνε στο πορτοφόλι μου.

Το φεγγάρι της φράουλας

Και είναι λέει το φεγγάρι της φράουλας απόψε και είμαστε καθοδόν προς την πλατεία Φανερωμένης και είναι η πόλη γεμάτη κόσμο με τα παιδιά και τα σκυλιά του και με την ψυχή του διψασμένη για χαρά και φως και ναι είναι μια τέτοια νύχτα, ανάλαφρη και φωτεινή, της μουσικής και της συγκομιδής, με τις μπάντες να παίζουνε στα στενά της Παλιάς πόλης, έξω από το Χαμάμ, στην πλατεία του Νέου Δημαρχείου, στη Φανερωμένη μέχρι πιο πέρα στην πλατεία Ελευθερίας.

Το τραγούδι του τζίτζικα

Τι ώρα να βρεθούμε την ρώτησα, θα ήτανε ωραία αν μπορούσες την ώρα του ηλιοβασιλέματος μου απάντησε, δεν κοίταξε ρολόι και αριθμούς, προτίμησε να προσδιορίσει το χρόνο με τα χρώματα του απογεύματος και τόκανε τόσο αβιάστα που ένιωσα να με συνεφέρνει. Είχαμε καιρό να βρεθού-με, δεν θυμάμαι ποια ήτανε η τελευταία φορά, μιλούσαμε αραιά και που με μηνύματα και στέλναμε καρδίες και αγκαλιές για όσα μεσολάβησαν, δοκιμασίες από κείνες που μετατοπίζουν τον άνθρωπο προς μια ουσία όμοια με αυτή των δειλινών.

Σπασμένες ζωές

Χαλκοκονδύλη γωνία, μέρα μεσημέρι, μια άλλη Αθήνα, σκληρή και αφιλόξενη και με μια κουφόβραση αφόρητη που περιπλανιέται στους βρώμικους δρόμους της. Περπατώ απρόθυμη να αφομοιώσω τις εικόνες που με περιτρυγυρίζουν, φοβάμαι πως αν καταπιώ έστω και μια σταγόνα από τον ιδρώτα των σπασμένων ζωών που περιφέρονται γύρω μου θα εξαπλωθεί, σε χρόνο μηδέν, το ράγισμα τους στις φλέβες μου.

Ο ιδιωτικός μάγος

Είναι κι’ αυτός ο πορτοκαλής ήλιος που κατεβαίνει προς την θάλασσα και την προστάζει να ηρεμήσει για να χωρέσει ολόκληρη μέσα στο βλέμμα μου. Είναι κι’αυτή η διαδρομή που περνάει μέσα από μικρά σπίτια, όπως ήταν άλλοτε ο τόπος, με τις αυλάδες τους γεμάτες κίτρινες, κόκκινες και ροζ τριανταφυλλιές που αρωματίζουν τον αέρα. Είναι και που ένα γατί πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα πόδια μου τρίβοντας την μούρη του στους αστραγάλους μου για λίγη τροφή και χάδι και μόλις χορτάσει πέφτει στο χώμα ανάσκελα και κυλιέται ευτυχισμένο.

Τρεις μικρές γυναίκες

Στέκομαι με τα χέρια ακουμπισμένα στο κάγκελο και τις παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου.

Το Άγιο Φως

Η Τζόαν Ντιντιόν λέει πως “είμαστε ατελή όντα, με επίγνωση της θνησιμότητας μας έστω κι’αν την αποδιώχνουμε απογοητευμένοι από την ίδια μας την περιπλοκότητα, έτσι πλασμένοι που όταν πενθούμε τις απώλειες μας πενθούμε καλού-κακού και για τους εαυτούς μας. Όπως ήμαστε. Όπως δεν είμαστε πια. Όπως μια μέρα δεν θα υπάρχουμε καθόλου…” Δεν ξέρω γιατί το μυαλό μου παιδεύεται με τα λόγια της Ντιντιόν, υποψιάζομαι όμως πως ευθύνεται ο μακρύς αυτός διάδρομος του νοσοκομείου τον οποίο διασχίζω τις τελευταίες μέρες συχνά, έρχομαι απογεύματα, την ώρα του επισκεπτηρίου, την ίδια ώρα που παίζουν οι καμπάνες στις γειτονικές εκκλησιές και οι μυρωδιές της λεβάντας ανακατεύουν τον αέρα αντιμαχόμενες την σκόνη.

Ανθισμένες πορτοκαλιές

“Να είσαι αυθεντική” μου λέει η Ν. και έξω είναι σχεδόν μεσημέρι, κάνει μια ζέστη παράταιρη, σκουπίζω το μέτωπο μου από τον ιδρώτα και νιώθω τη λέξη να πέφτει στο κεφάλι μου σαν κεραμίδι. Γυρνάω μετά στο σπίτι και ανοίγω λεξικά, θέλω να διαβάσω ξανά τον ορισμό, να ψάξω για τα συνώνυμα, ο Καμύ είχε πει ότι “δεν έχουμε το χρόνο να είμαστε αυθεντικοί, έχουμε μόνο το χρόνο να είμαστε ευτυχισμένοι”, το ευτυχισμένος δεν είναι άραγε συνώνυμο του αυθεντικού, ίσως και να μην είναι.

Το άπειρο των δυνατοτήτων

Είναι μεσημέρι, βρίσκομαι στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών, κάθομαι σε ένα παγκάκι στη μεγάλη αίθουσα, γύρω μου οι πίνακες της έκθεσης “Φανερώματα”, τα “συναπαντήματα” δηλαδή των ζωγράφων του τόπου μας με το αλλόκοσμο και το ονειρικό, τα παρατηρώ ένα-ένα και η αύρα τους απομακρύνει σιγά σιγά τη σκόνη της πόλης από το δέρμα μου. Περιμένω το μυαλό να ησυχάσει και μόνο τότε δοκιμάζω να ανεβώ στο άλογο του Φραγκουλίδη, να βυθιστώ στο βαθύ κόκκινο της Νικοδήμου, να πετάξω μέχρι τα δύο φεγγάρια της Βέρας Χατζηδά και να κρυφτώ στα κοχύλια του Πεσλίκα.

Η σιωπή των κυμάτων

Τυλιγόμαστε από μια κουβέρτα, παίρνουμε δύο καρέκλες πλαστικές και μεταφερόμαστε στην παραλία σφηνώνοντας τα πόδια των καρεκλών δύο βήματα από το κύμα. Το κύμα σήμερα είναι κάπως αναστατωμένο, τα καταφέρνει ωστόσο μια χαρά να σκάσει στην ακτή αθόρυβα, φτιάχνοντας συνάμα ένα σωρό αφρώδεις δανδέλες που τις καταπίνει μονορούφι η άμμος. Δεν κοιτάμε η μια την άλλη, κοιτάμε ευθεία μπροστά, και ευθεία μπροστά είναι η θάλασσα και ο ουρανός και ένα-δύο γλάροι που πηγαινοέρχονται και μπόλικα σύννεφα που πότε πυκνώνουν και πότε αραιώνουν.

Μια παρένθεση

Είναι γύρω στις εφτά το πρωί, βρίσκομαι στο πάρκο Ακαδημίας και το σκηνικό έχει ως εξής: Το χαλάζι έλιωσε και έγινε μικρό ρυάκι που κυλά ανάμεσα στα δέντρα, οι σταγόνες του λαμπυρίζουν πάνω στα φύλλα, ο ήλιος φλερτάρει με τους ευκάλυπτους και δεκάδες πουλιά διασχίζουν την ατμόσφαιρα με ασταμάτητο κελαιδητό.

Στο κάστρο της Καντάρας

Συννεφιασμένη μέρα, σχεδόν θλιμμένη. Κάθομαι παράθυρο και χαζεύω απέξω την ανοιξιάτικη φύση της Μεσαορίας. Πράσινα χωράφια γεμάτα ελιές που ασημίζουν στο ελάχιστο φως του ήλιου και χιλιάδες κίτρινες μαργαρίτες που μοιάζουν λες και περιμένουν κάποια αγάπη να τις μαδήσει. Ακόμα μια Κυριακή στην άλλη πλευρά ή αλλιώς ένα μυστήριο κάλεσμα που τον τελευταίο καιρό με ωθεί να πηγαίνω “εκδρομές” στα κατεχόμενα με την ευχή να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με τον τόπο και την οφειλή μου σ’ αυτόν. Προορισμός το Κάστρο της Καντάρας που αναπνέει Καρπασίτικο κύμα και Αμμοχωστιανή θάλασσα και στους βράχους του φυτρώνουν ένα σωρό κυκλάμινα σαν αυτόχθονες αλήθειες.

Στην περίκλειστη πόλη

Περνάμε την μπάρα με τα πόδια, απορρίψαμε ήδη την ιδέα να νοικιάσουμε ποδήλατα ή ηλεκτρικά πατίνια, την νιώσαμε και οι τρείς αποκρουστικά ανέμελη για ένα πρωινό όπως το σημερινό όπου πουθενά δεν εδράζεται η ανεμελιά, ούτε καν στον ήλιο που μας γυροφέρνει επίμονα φωτίζοντας μες τα μούτρα μας ακόμα και την πιο αδιόρατη ανοιξιάτικη ομορφιά.

…Και την σύγχρονη θλίψη

Ένα μικρό σάντουιτς, λίγα σοκολατάκια σε ένα τάπερ, αδιάβροχο σακκάκι με κουκούλα, μια τσάντα του ώμου, μπόλικη αγάπη για τούτο τον τόπο και τις πληγές του και είμαι εκεί, εννέα το πρωί, ακριβώς στην ώρα μου. Περνώ έξω από το Λήδρα Πάλλας, δείχνω ταυτότητα και καταφθάνω στο σημείο, όπου η Άννα και οι υπόλοιποι έχουν μαζευτεί και το μεγάλο πούλμαν είναι ήδη με την μηχανή αναμμένη. Προορισμός σήμερα η Μεσαιωνική Αμμόχωστος, δεν έχω πάει ποτέ, νάσαι “τουρίστας” στον ίδιο σου τον τόπο είναι κάτι σαν ακρωτηριασμός, πώς αλλιώς να το περιγράψω, πενήντα χρόνια μετά και ακόμα δυσκολεύομαι να βρω τις λέξεις, δεν φταίω ωστόσο μόνο εγώ, φταίνε κι’αυτές που άφησαν στο ανείπωτο όλο το βάρος της ουσίας.
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ