ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Ο νεογέννητος χρόνος

Kαι είναι που λες μια μέρα καινούργια σε ένα νεογέννητο χρόνο και με συνεπαίρνει μια διάθεση να πάρω το αμάξι και να οδηγήσω μέχρι την θάλασσα και είναι στ’αλήθεια δώρο που σ’αυτό το νησί μπορείς να έρθεις σε πολύ λίγο αντίκρυ με το απέραντο μπλε και να ανακουφίσεις φθαρτό και άφθαρτο κομμάτι του εαυτού σου και για να είμαι ειλικρινής το αισθάνομαι και σαν ένα χρέος προς την φίλη που στο παλιό χρόνο έφυγε και την τελευταία φορά που την είδα ήτανε μέσα στο φέρετρο ντυμένη στα πράσινα και ήτανε το πρόσωπο της όμορφο και παραδομένο στην ανοιχτοσύνη του σύμπαντος και αυτό το άπλωμα έμοιαζε με μυστήρια ησυχία

Ο ιδιωτικός μάγος

Είναι κι’ αυτός ο πορτοκαλής ήλιος που κατεβαίνει προς την θάλασσα και την προστάζει να ηρεμήσει για να χωρέσει ολόκληρη μέσα στο βλέμμα μου. Είναι κι’αυτή η διαδρομή που περνάει μέσα από μικρά σπίτια, όπως ήταν άλλοτε ο τόπος, με τις αυλάδες τους γεμάτες κίτρινες, κόκκινες και ροζ τριανταφυλλιές που αρωματίζουν τον αέρα. Είναι και που ένα γατί πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα πόδια μου τρίβοντας την μούρη του στους αστραγάλους μου για λίγη τροφή και χάδι και μόλις χορτάσει πέφτει στο χώμα ανάσκελα και κυλιέται ευτυχισμένο.

Τρεις μικρές γυναίκες

Στέκομαι με τα χέρια ακουμπισμένα στο κάγκελο και τις παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου.

Το Άγιο Φως

Η Τζόαν Ντιντιόν λέει πως “είμαστε ατελή όντα, με επίγνωση της θνησιμότητας μας έστω κι’αν την αποδιώχνουμε απογοητευμένοι από την ίδια μας την περιπλοκότητα, έτσι πλασμένοι που όταν πενθούμε τις απώλειες μας πενθούμε καλού-κακού και για τους εαυτούς μας. Όπως ήμαστε. Όπως δεν είμαστε πια. Όπως μια μέρα δεν θα υπάρχουμε καθόλου…” Δεν ξέρω γιατί το μυαλό μου παιδεύεται με τα λόγια της Ντιντιόν, υποψιάζομαι όμως πως ευθύνεται ο μακρύς αυτός διάδρομος του νοσοκομείου τον οποίο διασχίζω τις τελευταίες μέρες συχνά, έρχομαι απογεύματα, την ώρα του επισκεπτηρίου, την ίδια ώρα που παίζουν οι καμπάνες στις γειτονικές εκκλησιές και οι μυρωδιές της λεβάντας ανακατεύουν τον αέρα αντιμαχόμενες την σκόνη.

Ανθισμένες πορτοκαλιές

“Να είσαι αυθεντική” μου λέει η Ν. και έξω είναι σχεδόν μεσημέρι, κάνει μια ζέστη παράταιρη, σκουπίζω το μέτωπο μου από τον ιδρώτα και νιώθω τη λέξη να πέφτει στο κεφάλι μου σαν κεραμίδι. Γυρνάω μετά στο σπίτι και ανοίγω λεξικά, θέλω να διαβάσω ξανά τον ορισμό, να ψάξω για τα συνώνυμα, ο Καμύ είχε πει ότι “δεν έχουμε το χρόνο να είμαστε αυθεντικοί, έχουμε μόνο το χρόνο να είμαστε ευτυχισμένοι”, το ευτυχισμένος δεν είναι άραγε συνώνυμο του αυθεντικού, ίσως και να μην είναι.

Το άπειρο των δυνατοτήτων

Είναι μεσημέρι, βρίσκομαι στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών, κάθομαι σε ένα παγκάκι στη μεγάλη αίθουσα, γύρω μου οι πίνακες της έκθεσης “Φανερώματα”, τα “συναπαντήματα” δηλαδή των ζωγράφων του τόπου μας με το αλλόκοσμο και το ονειρικό, τα παρατηρώ ένα-ένα και η αύρα τους απομακρύνει σιγά σιγά τη σκόνη της πόλης από το δέρμα μου. Περιμένω το μυαλό να ησυχάσει και μόνο τότε δοκιμάζω να ανεβώ στο άλογο του Φραγκουλίδη, να βυθιστώ στο βαθύ κόκκινο της Νικοδήμου, να πετάξω μέχρι τα δύο φεγγάρια της Βέρας Χατζηδά και να κρυφτώ στα κοχύλια του Πεσλίκα.

Η σιωπή των κυμάτων

Τυλιγόμαστε από μια κουβέρτα, παίρνουμε δύο καρέκλες πλαστικές και μεταφερόμαστε στην παραλία σφηνώνοντας τα πόδια των καρεκλών δύο βήματα από το κύμα. Το κύμα σήμερα είναι κάπως αναστατωμένο, τα καταφέρνει ωστόσο μια χαρά να σκάσει στην ακτή αθόρυβα, φτιάχνοντας συνάμα ένα σωρό αφρώδεις δανδέλες που τις καταπίνει μονορούφι η άμμος. Δεν κοιτάμε η μια την άλλη, κοιτάμε ευθεία μπροστά, και ευθεία μπροστά είναι η θάλασσα και ο ουρανός και ένα-δύο γλάροι που πηγαινοέρχονται και μπόλικα σύννεφα που πότε πυκνώνουν και πότε αραιώνουν.

Μια παρένθεση

Είναι γύρω στις εφτά το πρωί, βρίσκομαι στο πάρκο Ακαδημίας και το σκηνικό έχει ως εξής: Το χαλάζι έλιωσε και έγινε μικρό ρυάκι που κυλά ανάμεσα στα δέντρα, οι σταγόνες του λαμπυρίζουν πάνω στα φύλλα, ο ήλιος φλερτάρει με τους ευκάλυπτους και δεκάδες πουλιά διασχίζουν την ατμόσφαιρα με ασταμάτητο κελαιδητό.

Στο κάστρο της Καντάρας

Συννεφιασμένη μέρα, σχεδόν θλιμμένη. Κάθομαι παράθυρο και χαζεύω απέξω την ανοιξιάτικη φύση της Μεσαορίας. Πράσινα χωράφια γεμάτα ελιές που ασημίζουν στο ελάχιστο φως του ήλιου και χιλιάδες κίτρινες μαργαρίτες που μοιάζουν λες και περιμένουν κάποια αγάπη να τις μαδήσει. Ακόμα μια Κυριακή στην άλλη πλευρά ή αλλιώς ένα μυστήριο κάλεσμα που τον τελευταίο καιρό με ωθεί να πηγαίνω “εκδρομές” στα κατεχόμενα με την ευχή να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με τον τόπο και την οφειλή μου σ’ αυτόν. Προορισμός το Κάστρο της Καντάρας που αναπνέει Καρπασίτικο κύμα και Αμμοχωστιανή θάλασσα και στους βράχους του φυτρώνουν ένα σωρό κυκλάμινα σαν αυτόχθονες αλήθειες.

Στην περίκλειστη πόλη

Περνάμε την μπάρα με τα πόδια, απορρίψαμε ήδη την ιδέα να νοικιάσουμε ποδήλατα ή ηλεκτρικά πατίνια, την νιώσαμε και οι τρείς αποκρουστικά ανέμελη για ένα πρωινό όπως το σημερινό όπου πουθενά δεν εδράζεται η ανεμελιά, ούτε καν στον ήλιο που μας γυροφέρνει επίμονα φωτίζοντας μες τα μούτρα μας ακόμα και την πιο αδιόρατη ανοιξιάτικη ομορφιά.

…Και την σύγχρονη θλίψη

Ένα μικρό σάντουιτς, λίγα σοκολατάκια σε ένα τάπερ, αδιάβροχο σακκάκι με κουκούλα, μια τσάντα του ώμου, μπόλικη αγάπη για τούτο τον τόπο και τις πληγές του και είμαι εκεί, εννέα το πρωί, ακριβώς στην ώρα μου. Περνώ έξω από το Λήδρα Πάλλας, δείχνω ταυτότητα και καταφθάνω στο σημείο, όπου η Άννα και οι υπόλοιποι έχουν μαζευτεί και το μεγάλο πούλμαν είναι ήδη με την μηχανή αναμμένη. Προορισμός σήμερα η Μεσαιωνική Αμμόχωστος, δεν έχω πάει ποτέ, νάσαι “τουρίστας” στον ίδιο σου τον τόπο είναι κάτι σαν ακρωτηριασμός, πώς αλλιώς να το περιγράψω, πενήντα χρόνια μετά και ακόμα δυσκολεύομαι να βρω τις λέξεις, δεν φταίω ωστόσο μόνο εγώ, φταίνε κι’αυτές που άφησαν στο ανείπωτο όλο το βάρος της ουσίας.

Κυριακάτικο ξύπνημα

Οκτώ και τέταρτο, πρωί Κυριακής, κάνω τον περίπατο μου, οι ψαλμωδίες από το Καθεδρικό φτάνουν μέχρι τ’αυτιά μου και το λιβάνι που από ώρα κυκλοφορεί στα στενά της γειτονιάς ζαλίζει τα ρουθούνια μου. Στο δρόμο κανείς άλλος δεν περιφέρεται, μόνο γάτες συναντώ απλωμένες στα πεζούλια με ύφος νόμιμου ιδιοκτήτη, δεν τις αδικώ, αυτές είναι άλλωστε που ξέρουν τί πραγματικά συμβαίνει στα σοκκάκια.

Ένα πρωινό στην λαϊκή

Το βλέμμα μου πέφτει κατευθείαν στα ματσικόριδα, το επίσημο και επιστημονικό τους όνομα είναι νάρκισσοι, προτιμώ ωστόσο την ονομασία τους στην διάλεκτο, δεν παραπέμπει σε εγωπάθειες και ματαιοδοξίες, μπουχτίσαμε από δαύτες, τί μας φταίνε τα έρμα τα λουλούδια, μυρίζουνε τόσο μαγευτικά και το άρωμα τους σκεπάζει την υπαίθρια αγορά σαν αόρατη τέντα κάνοντας μονομιάς το πρωινό αυτό να διαφέρει.

Μια συναυλία μαγική

Ανεβαίνει στην σκηνή, μαζί του και οι μουσικοί, κάθομαι στην πρώτη σειρά, η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να είμαι όρθια με μια μπύρα στο χέρι και νάναι καλοκαίρι και να χορεύω καπνίζοντας, κάπως έτσι τις έχω μέσα μου καταχωρημένες τις συναυλίες, ξεσκέπαστες και απλωμένες στα αστέρια, έξω όμως βρέχει καταρρακτωδώς και το τσιγάρο το έχω κόψει εδώ και καιρό και η αλήθεια είναι πως πιο πολύ ανάγκη την έχω την βροχή από τον ήλιο, να καθαρίσει ο τόπος, οι δρόμοι, η πόλη, μήπως και έτσι φανερωθεί επιτέλους η ζεστασιά σαν ζητούμενο και γίνει χειροπιαστή.

Στο πάρκο σκύλων

Είναι απόγευμα, βρίσκομαι στο πάρκο των σκύλων στην παλιά πόλη, φορώ σκουφί και αδιάβροχο, κάνει κρύο και αυτό είναι το μέρος που διάλεξα σήμερα για να χωθώ μέσα του, σαν μια ακόμα κρυψώνα, από κείνες που ψάχνω συχνά-πυκνά για να ξεφύγω από το βουητό των λεωφόρων και το βούισμα των λέξεων. Βλέπω τώρα το φεγγάρι που είναι ολόστρόγγυλο, παρότι δεν έχει νυχτώσει ολότελα αυτό εμφανίστηκε ήδη και επιβλέπει την κάθοδο του ήλιου και το φανέρωμα των χρωμάτων που εκείνος διαλέγει να αφήσει πίσω του. Το πάρκο είναι ακριβώς δίπλα από την λεωφόρο, έχει όμως μια δική του ιδιότυπη ησυχία φτιαγμένη από γαβγίσματα και τρυφερές ανθρώπινες φωνές που μαζί εκδιώχνουν όποιον άλλο παράφωνο ήχο επιχειρήσει να παρενοχλήσει την αρμονία τους.

Πόρτες κλειστές

Φοβάμαι μη γράφω τα ίδια και τα ίδια λέω στο Χ, εκείνος συμμερίζεται την αγωνία μου, από την άλλη όμως αυτά τα ίδια είναι που μου κινούν την περιέργεια, οι ζωές πίσω από τις κλειστές πόρτες και η αγωνία του ανθρώπου να βρει κάπου το χώρο να αναπνεύσει, να γείρει σε ένα μαξιλάρι και να ονειρευτεί, να ξυπνήσει το πρωί και προτού τον καταβάλει η έγνοια να νιώσει την αύρα του ήλιου στο μάγουλο, αυτά με ενδιαφέρουν και παίρνω τους δρόμους, εδώ στην γειτονιά μου είναι που μ’ αρέσει να περπατώ, παλιά πόλη, κοντά στο Παγκύπριο, στα στενά σοκάκια με τις γλάστρες με τα γεράνια και τις κεντημένες κουρτίνες στα παράθυρα.

Μια χειμωνιάτικη εκδρομή

Καιρός για εκδρομή και εννοώ αυτοκινητόδρομο και ανεμπόδιστους ουρανούς και λόφους και πεδιάδες και κάποια αμολημένα κοπάδια που μπαίνουνε με το ζόρι στο κάδρο σαν παλιομοδίτη εικόνα. Θέλω μουσικές στην διαδρομή που να σημαίνουν σε μένα κάτι, όπως ο Λούτσιο Ντάλα και το Καρούσο του, τον θυμήθηκα μετά από χρόνια, τον έκανα σιντί και τώρα τον ακούω κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό και αισθάνομαι λες και ένας προηγούμενος μου εαυτός εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά για να μου ψυθυρίσει κάτι σ’αυτί, όχι δεν θα πω τι τον ακούω να μου ψυθυρίζει.

Σε μια μυστική αυλή

Στη γειτονιά μου είναι μια αυλή μυστική, την ανακάλυψα τυχαία ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, λίγο η περιέργεια, λίγο ένα πέρασμα που έμοιαζε μυστήριο και κάπως έτσι βρέθηκα μέσα στην παράξενη ερημιά της. Από τότε πηγαίνω συχνά πυκνά, κάθομαι χάμω σε ένα τσιμεντένιο σκαλί που βρίσκεται εκεί και προσπαθώ να αφουγκραστώ πότε την ίδια την πραγματικότητα και πότε τον εαυτό μου μέσα σ’αυτήν και όταν λέω τον εαυτό μου εννοώ όλα τα πρόσωπα που με συνιστούν, οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι μου σε ένα άρρηκτο δέσιμο κυττάρων.

Καλή μας χρονιά

“Κάποτε τα πράγματα συνέβαιναν χωρίς να τα πολυσκέφτομαι, δεν είχα παρά να σπρώξω με τον ώμο μου οποιαδήποτε κόγχη του αέρα”. Και τώρα; Τώρα κάθομαι στον μπαλκόνι μου και κλείνω τα μάτια στον ήλιο, οι αχτίδες μου χαιδεύουν τα βλέφαρα με τα περίεργα τους δάχτυλα, το μυαλό μου θέλει να σβήσει τις σκέψεις του μα αδυνατεί, και είναι κι’αυτή η φράση του Κορτάσαρ που έχει σφηνώσει από ώρα στο κεφάλι μου, πως κάποτε δεν είχα παρά να σπρώξω με τον ώμο μου οποιαδήποτε κόγχη του αέρα- πόσο ωραία το γράφει- τώρα δεν είναι έτσι, τώρα ο αέρας με διαπερνά και με κάνει να αισθάνομαι πιο ευάλωτη παρά ποτέ, εκτεθειμένη στο πέρασμα του.

Ένα πρωινό γιορτινό

Κόσμος πηγαινοέρχεται στην Ερμού, η μέρα ζεστή και τα δέντρα στολισμένα με μπόλικα λαμπιόνια. Γιορτινό το πρωινό με τις έγνοιες νάχουν αποκοιμηθεί, καιρός ήταν, για να ανακουφιστεί έστω και εφήμερα η καρδιά, κάτι είναι κι’αυτό, ίσως περισσότερο από κάτι. Παιδάκια περπατάνε στην μέση του δρόμου ανάλαφρα, κρατάνε μπαλόνια και μεγάλα γλειφιτζούρια, θέλω να τα χαιδέψω ένα-ένα στο κεφάλι με απολογητική αμηχανία, θα μας συγχωρέσουν ποτέ, σκέφτομαι, από την άλλη εμείς καταφέραμε άραγε να συγχωρέσουμε τους προηγούμενους, δύσκολες αυτές οι σκέψεις που διαπερνούν το μυαλό μου και τις διώχνω άρον-άρον όπως τις μύγες.

Καταρρακτώδης τακτοποίηση

Έξω βρέχει καταρρακτωδώς, ποταμός το νερό στους δρόμους, οι σταγόνες χτυπούν σαν νότες σε δίεση στα κεραμίδια της στέγης και τα κοράκια κρύφτηκαν από ώρα μέσα στις ψηλές φοινικιές που ξεπετάγονται από τις αυλές των διατηρητέων. Βάζω τους Τuxedo Μoon να παίζουν στο ipad δυνατά, όχι όμως τόσο δυνατά ώστε να υπερνικούν την βροχή, θέλω τον βροχερό ήχο προσθήκη στην μελωδία του “Ιn a manner of speaking" και ειδικά τώρα που τα κοράκια σώπασαν οικειοθελώς.

Το αίνιγμα της νύχτας

Πρώτα μου δείχνει τους Όνειρους. Μετά τη Νυξ. Θεότητες του ύπνου, της νύχτας και των ονείρων, διαλέγει για να ονοματίσει τα έργα του. Ακόμη δεν ξέρει πού θα τα κρεμμάσει λέει, ποιό θάναι δίπλα από ποιό, θα τον βοηθήσει ο Σ που θα έρθει εδώ στο χώρο σε μια-δύο μέρες, προς το παρόν περπατάμε με προσοχή ανάμεσα τους, κάποια είναι ακουμπισμένα στον τοίχο, αλλά στο πάτωμα, τα περιεργαζόμαστε με τρυφερότητα, αυτό αρμόζει άλλωστε στα όνειρα, η τρυφερότητα.

«Βροχή δωματίου»

Ψιλοβρέχει, όπου νάναι θα ξεσπάσει καταιγίδα, έτσι είπαν οι ειδήσεις, έβγαλαν μάλιστα και κίτρινη προειδοποίηση, κοιτάζω όμως τον ουρανό από το παράθυρο μου και τα σύννεφα δεν μοιάζουν απειλητικά, το αντίθετο, κινούνται ήρεμα, υπεράνω των μικρών προβλέψεων, χαίρομαι γι’αυτό, με κούρασαν οι δυσοίωνοι καιροί. Αράζω στην κόκκινη πολυθρόνα και διαβάζω Αργύρη Χιόνη, πόσο ωραία γράφει, μικρά αφηγήματα σαν αυθόρμητα χάδια, ό,τι πρέπει για την φωλιά μου, αυτό αναζητώ τον τελευταίο καιρό, μια αίσθηση φωλιάς, πόσο μάλλον τώρα που αρχίζει να ψιλοβρέχει.

Σε τιμή ευκαιρίας

Είχε πάνω-κάτω την ίδια ηλικία με την δική της, είπε και το είπε με τα μάτια της χαμηλωμένα λες και ήταν η στιγμή να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί, δεν μπορεί, κάποιο μερίδιο ευθύνης αναλογεί στον καθένα μας που αυτός ο άνθρωπος ήτανε εκεί όπου τον βρήκε, είπε, κανένας άνθρωπος δεν θάπρεπε να είναι εκεί, πόσο μάλλον ένας ηλικιωμένος, ογδόντα και κάτι χρονών.

Ζητείται κήπος

Είναι αυτός ο πίνακας, τον έχω στο σπίτι μου χρόνια τώρα, δείχνει μια κοπέλα σε ένα κήπο και μαζί της ένα περιστέρι. Ξαπλώνω στον καναπέ και τον παρατηρώ, τον βλέπω αλλιώς από ό,τι όταν τον έβλεπα πριν μερικά χρόνια, τώρα ο κήπος σημαίνει άλλα, ίσως γιατί τώρα είναι όσο ποτέ άλλωτε ζητούμενο και ανάγκη επιτακτική.

Το τρέμουλο του πολέμου

Στο πόλεμο τα χέρια μου έτρεμαν, δεν μπορούσα να φάω, με τάιζε η μάνα μου, φοβόμουν ότι θα πεθάνω, φοβόμουν ότι θα πεθάνουμε όλοι, άκουγα τα αεροπλάνα και δεν ήξερα πού να κρυφτώ, δεν υπήρχαν κρεβάτια εκεί όπου μέναμε, κοιμόμαστε στρωματσάδα στο πάτωμα, ήταν ένα υπόγειο, το οποίο ένας μακρινός θείος χρησιμοποιούσε ως αποθήκη του μπακάλικου του, εδώ είμαστε πιο ασφαλείς έλεγε και ξανάλεγε η μάνα μου, ο πατέρας μου δεν ήτανε μαζί μας, ήτανε στην δουλειά του και δεν μπορούσε να φύγει, τα αεροπλάνα πετούσαν από πάνω, βομβάρδιζαν, ήταν αδύνατο να σταματήσω να τρέμω.

Ταξίδι προσευχής

Η θάλασσα είναι ήρεμη, τόσο ήρεμη λες και το κάνει επίτηδες για να διευκολύνει το ταξίδι μας που δεν είναι μόνο ένα ταξίδι, είναι μια υπόσχεση που δώσαμε ο ένας στον άλλο, ένα τάμα και μια προσευχή και άλλα πολλά, από κείνα που δύσκολα τα μοιράζεσαι με λέξεις, εκφράζονται καλύτερα με την αφή, το ένα χέρι να αγγίζει το άλλο και το κεφάλι να γέρνει πάνω στον ώμο για να αναπαυθεί.

Πτήση μια ώρα και κάτι

Κάθεται στα δεξιά μου, δηλαδή παράθυρο, έχει το κεφάλι κολλημένο στο τζάμι, τα μαλλιά της είναι καλυμένα με ένα μπεζ σάλι και το δέρμα της λείο όπως κάθε νεαρού κοριτσιού. Κρατάει στα χέρια της σφικτά το κινητό της και μόλις το αεροπλάνο αρχίζει να κινείται βάζει το κινητό πάνω στο τζάμι, πατάει το κουμπί και βγάζει βίντεο.

Ο κόσμος σμπαράλια

Η φίλη μου μου στέλνει μήνυμα, πέφτουνε βόμβες, γράφει, είναι στο καταφύγιο, και η κόρη της μαζί, η κόρη της θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται σε κείνο το φεστιβάλ μουσικής στην έρημο σκέφτομαι, της αρέσει να γυρνάει τα φεστιβάλ μουσικής, σ’αυτό ευτυχώς δεν πήγε, θα μπορούσε όμως εύκολα να είχε πάει, τρομάζω στην σκέψη και ο φόβος δεν βρίσκει έξοδο διαφυγής από πουθενά.

Βράδυ στην πλατεία

Κάθομαι σε ένα από τα μακρόστενα λευκά παγκάκια που μοιάζουν με πυρόγες, απέναντι μου ένα σωρό ξένοι, κάθονται κι’αυτοί σε ένα όμοιο παγκάκι, ο ένας πλαί στον άλλο, δεν μιλούν μεταξύ τους, κοιτούν σκυφτοί στις οθόνες των κινητών τους, δεν ξέρω καν αν γνωρίζονται, ίσως είναι από τον ίδιο τόπο, ίσως όμως το μόνο κοινό τους νάναι πως πίστεψαν σε μια βάρκα και βρέθηκαν χαμένοι πάνω σε μια λευκή “πυρόγα”.

Πέτρου και Παύλου

Είναι ο γιατρός στο τηλέφωνο, με ρωτάει αν θα ήθελα να μιλήσω στο Συνέδριο του Ογκολογικού Κέντρου της Τράπεζας Κύπρου για τα 25χρονα του, θα είναι κι’ άλλοι ασθενείς, λέει, θα μιλήσουν για το πώς βίωσαν την εμπειρία του καρκίνου, ναί θέλω του απαντώ, θέλω να φανώ χρήσιμη, αυ-τή είναι μια λέξη που με γυροφέρνει από τότε που θεραπεύτηκα, να είμαι όσο πιο χρήσιμη γίνεται.

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ