ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ιερή ισορροπία -Ταξιδιωτικά ηχητικά πότκαστ με την Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

twitter

Στον Ινδουισμό Σίβα είναι ο θεός των αντιθέσων, αυτός που εξισσοροπεί τις αντίρροπες δυνάμεις αλλά και που καταστρέφει τον κόσμο προκειμένου να τον δημιουργήσει από την αρχή καινούργιο και καλύτερο

Σήμερα είναι μέρα εκδρομής. Θα πάμε σε ένα χωριό που το λένε Χουλαχάλι, μόνο μισή ώρα δρόμος από το Άσραμ. Μας το σύστησε η Άsh, είπε πως είναι μικρό, με παραδοσιακό ρυθμό ζωής και πως εκεί θα πάρουμε μια αυθεντική γεύση Ινδίας.

Τώρα περιμένουμε το ταξί. Και μέχρι νάρθει χαζεύω μια μικρή μαύρη αγελάδα που κάνει βόλτα πλάι στο ποτάμι. Οι αγελάδες εδώ είναι ιερές, ο οδηγός του ταξί θα μου πει αργότερα αστειευόμενος, πως είναι ίσως τα πιο ελεύθερα πλάσματα στην χώρα, δεν ξέρω πόσο το εννοεί, εκείνο που ξέρω είναι πως παρατηρώντας τες στην διαδρομή να περπατάνε νωχελικά στην μέση του δρόμου ή να κοιμούνται ατάραχες μπροστά από τα φτωχόσπιτα, αισθάνομαι πως η παρουσία τους απλώνει στους ανθρώπους μια απροσδιόριστη, ασκητική σχεδόν, ηρεμία.

Τον οδηγό του ταξί τον λένε Σίβα. Στον Ινδουισμό Σίβα είναι ο θεός των αντιθέσων, αυτός που εξισσοροπεί τις αντίρροπες δυνάμεις αλλά και που καταστρέφει τον κόσμο προκειμένου να τον δημιουργήσει από την αρχή καινούργιο και καλύτερο. Ο δικός μας Σίβα είναι γύρω στα 45, μένει σε ένα κοντινό χωριό, έχει δύο μικρές κόρες και κάνει αυτή την δουλειά χρόνια τώρα, του αρέσει, λέει, γνωρίζει κόσμο και μαθαίνει καλύτερα τα αγγλικά. Είναι καλός και ο μισθός, έτσι θα μπορέσει, λέει, να μορφώσει τις κόρες του, οι περισσότεροι στην περιοχή αυτή μένουν αμόρφωτοι γι’αυτό και είναι τόσο βρώμικη, μας εξηγεί.

Κάθομαι στην θέση του συνοδηγού. Τα καθίσματα είναι σκεπασμένα με λευκές πετσέτες μπάνιου, “φρεσκοπλυμένες από τα χέρια της γυναίκας μου” περηφανεύεται ο Σίβα και ομολογουμένως αυτή η πληροφορία μετριάζει κάπως το παράδοξο της παρουσίας τους. Το βλέμμα μου πέφτει στο πλαινό καθρεφτάκι που είναι εντελώς διαλυμένο, “μήπως πρέπει να ανησυχήσουμε”, ρωτώ την Χ και την Τ, παραμένουμε ωστόσο ανυποψίαστες γι’αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει. Και τί επακολουθεί; Ένα οδήγημα εξωφρενικό. Έτσι οδηγούν στην Ινδία. Τρελλά και αδιανόητα. Μέσα σε μια απόλυτη αναρχία. Δρόμοι στενοί, λωρίδες ανύπαρκτες και αυτοκίνητα, τράκτερ, μηχανάκια, τουκ-τουκ, λεωφορεία, αγελάδες, πεζοί και ποδήλατα συνυπάρχουν σε μια αδιάκοπη ροή. Το κορνάρισμα δε συνεχόμενο και δεν σημαίνει νεύρα ή θυμό, καθόλου, είναι απλά η γλώσσα επικοινωνίας των οδηγών, κόρνα πάει να πει “είμαι εδώ πρόσεξε με”, “προσπερνω, κάνε χώρο”. Το πιο απίστευτο όμως είναι πως σταδιακά συνειδητοποιείς ότι αυτό που για σένα λογαριάζεται χάος, για εκείνους είναι ένας άτυπος, σχεδόν οργανικός συγχρονισμός· μια αόρατη συμφωνία εμπιστοσύνης και εγρήγορσης, όπου ο καθένας διαβάζει τον άλλον στο βλέμμα, στην ταχύτητα, στην πρόθεση. Και όταν έρθεις σε αυτή την συνειδητοποίηση για κάποιο μυστήριο λόγο σταματάς να φοβάσαι, παύεις να αναζητάς κανόνες και αρχίζεις να αφουγκράζεσαι ρυθμούς. Με μια περιέργεια να ανακαλύψεις αν τελικά σε αυτή την φαινομενική αταξία κρύβεται μια άλλη εκδοχή τάξης, πιο συμβατή, ενδεχομένως, με το ένστικτο.

Ο ουρανός σε μια θολή ομίχλη, ο ήλιος αδύναμος και η θερμοκρασία ευχάριστα καλοκαιρινή. Περνάμε από εκτάσεις γεμάτες μπανανιές και πανύψηλα φοινικόδεντρα αρμονικά στοιχισμένα. Είναι και άλλα πολλά πανέμορφα δέντρα που δεν ξέρω το όνομα τους, έχουν όμως τεράστιους κορμούς που μοιάζουν να μας φωνάζουν ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς εμάς.
Η διαδρομή διασχίζει μικρά χωριά που αποτελούνται από παράγκες βαμμένες σε χαρούμενα χρώματα, μωβ, πράσινο, μπλε, ροζ. Βρώμικα κιόσκια με εξωτικά πολύχρωμα φρούτα. Μπουγάδες απλωμένες στην σκόνη και στο χώμα. Μικρομάγαζα το ένα πλάι στο άλλο. Σφαγμένα κοτόπουλα προς πώληση που τα γεύονται ήδη ένα σωρό μύγες. Συνεργεία που επισκευάζουν μοτοσυκλέττες, αυτοσχέδια περίπτερα, ξύλινοι πάγκοι με κομμένες καρύδες. Και γύρω-γύρω περιφέρονται με αργές κινήσεις δεκάδες ανθρώποι με τις ινδικές φορεσιές τους. Τα σώματα τους τόσο λεπτά λες και βρίσκονται σε ετοιμότητα για εξαύλωση. Και τα πρόσωπα τους τόσο ήσυχα, λες και έχουν ήδη διανύσει το μαγικό πέρασμα που βγάζει σε μια άλλη κατανόηση της ύπαρξης. Τί παράξενος που είναι ο κόσμος…

Φτάνουμε στο Χούλαχάλι σχεδόν μεσημέρι. Μαθητές με τις στολές τους, τα αγόρια με γραβάτες και τα κορίτσια με γιλέκα- αποικιοκρατικά υποθέτω κατάλοιπα- κατεβαίνουν από ανοιχτά ημιφορτηγά σε ένα υποτυπώδη σταθμό λεωφορείων. Το Χουλαχάλι είναι βασικά δύο κεντρικοί δρόμοι γεμάτοι μαγαζάκια, μια υπαίθρια αγορά με πλανώδιους πωλητές λουλουδιών και φρούτων και ένα μεγάλο σούπερμαρκετ. Ο κόσμος μας επεξεργάζεται με την ίδια περιέργεια που τους επεξεργαζόμαστε και εμείς, είμαστε οι μόνες ξένες που κυκλοφορούνε εδώ σήμερα, μας μοιράζουν χαμόγελα, μας κάνουν νοήματα και μερικοί μας ρωτάνε από πού ερχόμαστε. Κατευθυνόμαστε προς το σούπερμαρκετ. Πάντα στα σούπερμαρκετ είναι που οσμίζεσαι καλύτερα την καθημερινότητα των ανθρώπων και πράγματι στο συγκεκριμένο- που με τίποτα δεν το λες σουπερμάρκετ- οι πληροφορίες είναι τόσες πολλές όσο και τα σφηνωμένα στα ράφια προιόντα με τις ακαταλαβίστικες ονομασίες και τα χρωματιστά περιτυλίγματα. Αυτή η συνεχής πανδαισία χρωμάτων σ’αυτή την χώρα ακόμα και στην πιο ανεπαίσθητη λεπτομέρεια της με αφήνει κατάπληκτη, πουθενά μαύρο ή γκρίζο, δεν έχω ζήσει κάτι παρόμοιο, λες και τα χρώματα είναι θεματοφύλακες της ανοιχτοσύνης στην ζωή, ώστε η μιζέρια να μην βρίσκει ρωγμή να εισχωρίσει, ακόμα και εκεί όπου η συνθήκη την ευνοεί.

Η Χ και η Τ τώρα διαλέγουν αρωματικά σαπούνια και γω φωτογραφίζω ένα κάδρο με την ζωγραφιά του Γκάντι να κρέμμεται πάνω από στοίβες αυγών. Αγοράζουμε σαμπουάν, μπισκότα και λάδι καρύδας και παίρνουμε ξανά το δρόμο. Ένα πιθηκάκι εμφανίζεται από το πουθενά και μας ακολουθεί, ένα άλλο από το απέναντι μπαλκόνι μοιάζει να μας κοροιδεύει. Στην γωνιά μια αγελάδα τρώει από τα σκουπίδια, πίσω της μια γιγαντοαφίσα με τους υποψηφίους στις επερχόμενες εκλογές σε ντεγκραντέ αποχρώσεις σαν φίρμες του Μπόλιγουντ. Πιο πέρα κάμποσοι ηλικιωμένοι κάθονται σταυροπόδι έξω από μια βιτρίνα που έχει ζωγραφισμένο ένα κόκκινο σταυρό, που πάει να πει πως πρόκειται για το ιατρείο της περιοχής.

Τίποτα από ό,τι συλλαμβάνει το βλέμμα μου δεν χρειάζεται να το βοηθήσω με την φαντασία μου για να αποκτήσει ενδιαφέρον, το αντίθετο, η κάθε εικόνα μου αποδεικνύει πως η ζωή είναι πολύ πιο φανταστική από ό,τι η φαντασία, αρκεί να ανοίγεσαι στα απρόβλεπτα.

Η Χ και η Τ έχουν τώρα χωθει σε ένα κατάστημα με ινδικά φορέματα και προσπαθούν να συννενοηθούν με τον πωλητή που κατεβάζει σωρηδόν από τα ράφια την πραμάτεια του. Βλέπω τον Σίβα που μας περιμένει πλάι στην υπαίθρια αγορά λουλουδιών να μας κουνά το χέρι πως αργήσαμε, τις φωνάζω να βιαστούνε, του ζητάμε συγνώμη, φταίνε τα φουστάνια, ούτε πέντε ευρώ το ένα και όλα κεντημένα στο χέρι, του λέμε, γελάει, στρώνει ξανά τις πετσέτες μπάνιου στα καθίσματα και ξεκινάμε για το Άσραμ.
Στην επιστροφή μένω σιωπηλή. Συνεπαρμένη ακόμα από τις απανωτές αντιθέσεις του τόπου και του κόσμου. Η μια δεν αναιρεί την άλλη. Συνυπάρχουν και αναπνέουν μαζί. Υφαίνοντας μια εύθραυστη και ρευστή ισορροπία, σχεδόν ιερή, που δεν σου ζητά να την κατανοήσεις. Μόνο να την αισθανθείς.

Φτάνουμε στο Άσραμ την ώρα που το φεγγάρι αρχίζει να αχνοφαίνεται. Αποχαιρετούμε τον Σίβα, και κατευθυνόμαστε προς τα δωμάτια μας ανάλαφρες. Ή για να το θέσω αλλιώς λίγο πιο απομακρυσμένες από την αυταπάτη της κατανόησης.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ