ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Ο νεογέννητος χρόνος

Kαι είναι που λες μια μέρα καινούργια σε ένα νεογέννητο χρόνο και με συνεπαίρνει μια διάθεση να πάρω το αμάξι και να οδηγήσω μέχρι την θάλασσα και είναι στ’αλήθεια δώρο που σ’αυτό το νησί μπορείς να έρθεις σε πολύ λίγο αντίκρυ με το απέραντο μπλε και να ανακουφίσεις φθαρτό και άφθαρτο κομμάτι του εαυτού σου και για να είμαι ειλικρινής το αισθάνομαι και σαν ένα χρέος προς την φίλη που στο παλιό χρόνο έφυγε και την τελευταία φορά που την είδα ήτανε μέσα στο φέρετρο ντυμένη στα πράσινα και ήτανε το πρόσωπο της όμορφο και παραδομένο στην ανοιχτοσύνη του σύμπαντος και αυτό το άπλωμα έμοιαζε με μυστήρια ησυχία

Πνοή εντός

Πέντε και μισή το πρωί, οδηγώ προς τα βουνά, σε ένα χωριό έξω από την Λευκωσία, δεν βάζω ραδιόφωνο, ούτε κλιματισμό, αφήνω τα παράθυρα ανοιχτά, δροσερός αέρας νίβει το πρόσωπο μου. Πουλιά τιτιβίζουν, δέντρα θροίζουν, μυρωδιές περιπλανιούνται, το αχνό φως του ήλιου συνταιριάζει τους ήχους των ζωντανών σε ένα ακόρντο, η φύση πάλλεται, όλα μια δόνηση, βαθειά εισπνοή, βαθειά εκπνοή, αυτό είπε ο δάσκαλος, να αναπνέω βαθειά και ειδικά την ώρα που η φύση ξυπνά.

Λάρνακα - Αθήνα με επιστροφή

Θέση 7Α παράθυρο, φορώ μάσκα και ζώνη ασφαλείας και ανοίγω το βιβλίο μου. Δίπλα μου ένας κύριος γύρω στα 70 και παραδίπλα η κυρία του, διαισθάνομαι από τον τρόπο που με κοιτάνε πως θέλουν να ανοίξουμε κουβέντα, δεν έχω διάθεση, κάποτε ίσως και να τους έκανα το χατίρι, τώρα τα χατίρια μου τα μοιράζω πιο δύσκολα, με πείραξε η σπατάλη τους στα χρόνια.

Σου γράφω ένα γράμμα

Αύριο είναι το μνημόσυνο σου, τρία χρόνια από το θάνατο σου και ο κόσμος γυρίζει ακόμα ανάποδα. Πέθανες και ξαφνικά βρέθηκα από την μια όχθη στην απέναντι, εκεί όπου κοιτά κανείς την αρχή με τα μάτια του τέλους. Ή όπως το λέει ο Ρόναλτ Μπάρτ “τώρα παντού στο δρόμο, στα καφενεία, βλέπω κάθε άνθρωπο κάτω από το πρίσμα του αναπόδραστα ετοιμοθάνατου, με άλλα λόγια ακριβέστερα του θνητού. Και χωρίς λιγότερη βεβαιότητα περί αυτού, τους βλέπω όλους λες και κανένας τους δεν το γνωρίζει”.

Ακόρντο εκτός χρόνου

Ψηλά-ψηλά μια φέτα φεγγαριού, στο βάθος ο ήλιος έτοιμος να δύσει, μια βάρκα που ισορροπεί στο ορίζοντα και είναι ακόμα ένα καλοκαιρινό απόγευμα στην ζωή την δική μου, και αυτών των δύο ηλικιωμένων που τώρα βλέπω να κάθονται κάτω από ένα ευκάλυπτο και να κοιτάνε σιωπηλοί την θάλασσα.

Τη νύχτα των Περσείδων

Kοιμήθηκα πάνω σε μια μαξιλαροθήκη γεμάτη από καραβάκια και ξύπνησα με την μυρωδιά των συκιών να μπαίνει σαν κλέφτης από το παράθυρο. Υποθέτω οι περσείδες συνέχισαν να πέφτουν ενόσω κοιμόμουνα, ό,τι κι’αν ονειρεύτηκα πολύ πιθανόν νάναι ραντισμένο με την αστερόσκονή τους, μ’αρέσει αυτή η δυνατότητα, κάνει το κεφάλι μου πιο ανάλαφρο. Είμαι στην Σαλαμιού, ένα χωριό της ορεινής Πάφου, οδήγησα δύο ώρες και κάτι για να φτάσω μέχρι εδώ, είναι το φεστιβάλ Αnimafest, ο Γιώργος είπε πως χαίρεται που θαρθώ φέτος γιατί θάχει ωραίες μουσικές και ωραίες ταινίες animation και μια ωραία έκθεση και θάναι και ο Ολλανδός σκηνοθέτης της “Κόκκινης Χελώνας”.

Τούρτα από κουπέπια

Η Ε. έχει φτιάξει μια τούρτα από κουπέπια, δεν έχω ξαναδεί κουπέπια σε τέτοια εκδοχή, ούτε και την Ε. την έχω ξαναδεί παρότι είμαστε ξάδελφες, της λέω πως εντυπωσιάζομαι με την τούρτα και πως χαίρομαι που επιτέλους γνωριζόμαστε. Το τραπέζι είναι ήδη στρωμένο, κόκκινα σουπλά και διάφανα ποτήρια, το κλιμαστιστικό στο φουλ, είναι οι μέρες του καύσωνα, και τα στόρια κατεβασμένα. Όπου νάναι φτάνουν και οι υπόλοιποι συγγενείς, άγνωστοι σε μένα, η μάνα μου και ο θειός μου συγκινούνται που τους βλέπουν μετά από τόσο καιρό, κάνουν σχόλια για το πόσο καλά κρατιούνται, αγκαλιάζονται σφικτά και φιλιούνται σταυρωτά.

Από τον ψηλό βράχο

Κολυμπάει ίπτιο, το αλλάζει σε πεταλούδα και ξανά ίπτιο μέχρι που φτάνει στο ψηλό βράχο. Με γρήγορες κινήσεις βρίσκει μια εσοχή και ύστερα ακόμα μια, σφηνώνει μέσα τις πατούσες του και σκαρφαλώνει μέχρι την κορυφή. Είναι γύρω στα 16, ίσως και λιγότερο, τον παρακολουθώ από μακριά, η πετσέτα μου είναι απλωμένη πάνω στις πέτρες, η θάλασσα είναι σήμερα ανακατεμένη, ο ήλιος καίει όπως και χθες. Ο νεαρός σηκώνει τα χέρια ψηλά, φτερουγίζει στον άερα και βουτάει στο νερό, το βύθισμα του είναι ελαφρύ όπως του γλάρου, βγάζει το κεφάλι του στην επιφάνεια και ξεφυσάει φυσαλίδες αφρού ευτυχισμένος.

Όταν φλέγεται ο ουρανός

Είναι αυτή η φωτογραφία που με στοιχειώνει από προχθές. Δείχνει τα άλογα που τρέχουν να σωθούν από φωτιά. Πίσω οι φλόγες έχουν σκεπάσει τον ουρανό. Θυμάμαι τα λόγια της Ζυράννας και κείνη την ιστορία που μου είχε διηγηθεί. Κάποιοι άνθρωποι πιάσανε ένα λύκο, τον σταυρώσανε πάνω σε ξύλα χωρίς να τον σκοτώσουν και τον περιέφεραν στην αγορά. "Από κείνη κιόλας την στιγμή τάχτηκα με την πλευρά του λύκου, το αδιανόητο βλέμμα του με σημάδεψε για πάντα και με ακολουθεί” είπε η Ζυράννα.

Για ένα τάμα

Ο πάτερ κάθεται με τα μάτια κλειστά σε μια καρέκλα στην είσοδο του μοναστηριού. Κάνει αφόρητη ζέστη, τίποτα δεν κουνιέται παρά μόνο η θάλασσα που κι’ αυτή είναι σήμερα χωρίς την παραμικρή διάθεση να φτιάξει κύμα. Η Π. παίρνει ένα κερί και ύστερα ακόμα ένα, τα ανάβει και στέλνει την ευχή της στον ουρανό, γι’ αυτό άλλωστε είμαστε εδώ, για ένα τάμα στον Άγιο, περάσαμε τα οδοφράγματα και ήρθαμε στην άκρη του τόπου μας, της το είχα, καιρό τώρα, υποσχεθεί. Η Π. είναι αδελφή μου, δέκα χρόνια μεγαλύτερη, θυμάται καθαρά τις εκδρομές που μας έφερνε η γιαγιά μικρές στον Απόστολο Αντρέα, για ένα τάμα γίνονταν και κείνες, ένα τάμα και αμέτρητες προσευχές.

Μια χελώνα και ένα θαύμα

Οδηγώ με το ραδιόφωνο κλειστό, “σήμερα θέλω να δραπετεύσω από τις είδησεις”, είπα στο Χ πριν φύγω, “να το σκάσω χωρίς να το πάρει καμμία τους μυρωδιά, να με ψάχνει η μεταδοτική επιδερμικότητα τους και νάμαι άφαντη”. Φτάνω στην θάλασσα και βουτώ άρον-άρον μέσα στο κρυό της νερό, της κάνω έκκληση να με ξεπλύνει, απλώνω ανάσκελα στην επιφάνεια της για ώρα, χέρια, πόδια και μάτια ορθάνοιχτα, αναπνέω και η αναπνοή μου ακούγεται σαν πανάρχαια βουή, τα μάτια μου γεμίζουν από ουρανό και τίποτα άλλο. Γεωμετρούμαι και ηρεμώ.

Μέχρι δακρύων

Διαβάζω πως όπου νάναι κυκλοφορεί το ημερολόγιο της Βιρτζίνια Γούλφ. Το σημειώνω, θέλω να το αγοράσω, μ ‘αρέσουν τα ημερολόγια των συγγραφέων, πόσο μάλλον της Γούλφ…”Σκόπευα να γράψω για το θάνατο”, γράφει η Γούλφ, “αλλά παρενέβη η ζωή όπως πάντα”. Πάντα παρεμβαίνει η ζωή, σκέφτομαι, ακόμα και όταν την κοιτάς από την μεριά του θανάτου ή αλλιώς της συνειδητότητας του τέλους. Μ ’αρέσουν τα ημερολόγια, από μικρή μ’αρέσαν, πρώτα εκείνα με τις κλειδαριές που διασφαλίζαν ότι τα μυστικά σου θα μείνουν καλά κρυμμένα κι’αργότερα τα δερμάτινα που μοιάζανε φθαρμένα και ξεθωριασμένα στο χρόνο και η φθορά τους μαρτυρούσε πως βιώνεις την ζωή.

Τα απογεύματα του κόσμου

Η Χ. προτείνει βόλτα κατά μήκος της παραλίας, μ’ αρέσει η ιδέα της, είμαστε στο Μενεού, είναι απόγευμα, θάλασσα και ευκαλύπτοι, κίτρινα στάχυα και μυρωδιές από ξεχασμένες εποχές. “Αν ανακαλύψεις ίχνη από κάποια άλλη εποχή αυτά θα βρίσκονται σε κάποιο απροσδιόριστο απόγευμα, ένα απόγευμα στο οποίο δεν έχει συμβεί τίποτα το ίδιαίτερο, τίποτα εκτός από την ίδια την ζωή” γράφει ο Γκοσποντίνοφ.

Οι αμυγδαλιές του Ιούνη

Λούτον, σταθμός του τρένου. Η μέρα είναι συννεφιασμένη, ίσως βρέξει ίσως όχι, ποιός εμπιστεύε-ται πια τις προβλέψεις λέω στο Χ και το βλέμμα μου πέφτει ασυναίσθητα στην απέναντι αφίσα. “Ε-νωμένοι καταπολεμούμε την αυτοκτονία”, γράφει η αφίσα, παράξενο, τις προάλλες μου μιλούσε γι’αυτό το θέμα η Ν, μου έλεγε πως είναι πολύς ο κόσμος που αυτοκτονεί και πως οι ειδήσεις το κρύβουν, η Ν ξέρει, είναι ψυχολόγος, ακούει πολλές “ανεπίσημες” ιστορίες της πραγματικής πραγματικότητας. Προς το παρόν κάνει ζέστη και περιμένουμε το τρένο για το Λέστερ.

Παλιοί και ξεχασμένοι εαυτοί

Ο Πόλυς εκθέτει στην Αθήνα, γι’αυτό βρίσκομαι τώρα εδώ, κατεβαίνω την Μητροπόλεως και ψάχνω την Περικλέους, κοντεύει σούρουπο, με ειδοποιήσαν οι φίλες, που ήρθαν κι’αυτές για την έκθεση, πως αράζουν σε ένα μπαράκι και πίνουν μπύρες. Τις βρίσκω να κάθονται στο γωνιακό τραπέζι και να τα λένε χαρούμενα, είναι ενθουσιασμένες με την νέα δουλειά του Πόλυ, “αυτή την αναδρομική χειρονομία του”-όπως την χαρακτηρίζει η Ε. στο κείμενο της- “να ανακαλύψει εκ νέου τους ξεχασμένους του εαυτούς".

Κουπέπια στον παράδεισο

Έμαθα με ένα τηλεφώνημα πως έφυγε και παρότι φοβόμουν εδώ και μέρες πως το τέλος πλησιάζει, δεν ήθελα να το αποδεχτώ. “Κράτα γερά” θυμάμαι να της λέω την τελευταία φορά που την είδα και ήταν σε ένα από τους διαδρόμους του ογκολογικού, μου έγνεψε καταφατικά, είχε την δύναμη να μην τα βάζει κάτω, ήταν όμως εξασθενημένη, της κράτησα για λίγο σφικτά το χέρι, αδυνάτισε, την ενοχλούσε και η περούκα, το δέρμα της ήταν θαμπό, υποθέτω το διαισθανόταν πως δεν της έμενε πολύς καιρός.

Η αναστάτωση των χελιδονιών

Eίναι απόγευμα, είμαι απλωμένη στο καναπέ, διαβάζω την “Αναποδιά στην άκρη του Γαλαξία” του Έτγκαρ Κέρετ και ακούω την μαγιάτικη καταιγίδα που χτυπά την άσφαλτο. Τα χελιδόνια έξω στην αυλή πηγαινοέρχονται κάτω από το σκέπαστρο και τιτιβίζουν αναστατωμένα, υποθέτω πως διαμαρτύρονται που μια ακατανόητη βροχή βάλθηκε να τους ακυρώσει το ταξίδι, αμέσως μετά όμως παραδέχομαι πως δεν έχω ιδέα γιατί τιτιβίζουν “αναστατωμένα”, μακάρι να είχα.

Σε ψυχή ψαριού…

“Αυτή η νύχτα μένει” στο ραδιόφωνο, αυτοκινητόδρομος, αργά το βράδυ, επιστρέφω από Λεμεσό. Στο βάθος η θάλασσα σκοτεινή, αραιά και που φωτίζεται από τα φωταγωγημένα καράβια, το ίδιο και ο δρόμος, κι’αυτός σκοτεινός, πότε-πότε του ρίχνουν ακτίνες φωτός τα billboards με τις διαφημίσεις για το πιο ωραίο αμάξι και το σπίτι των ονείρων μας. Δυναμώνω την ένταση την ώρα που η φωνή της Παπίου ενώνεται με το σκοτάδι “γνέφει η καρδιά, πάρε μυρωδιά, το λάδι εδώ πως καίγεται και ζήσε το ταξίδι” λέει και τραγουδώ μαζί της έστω και παράφωνα.

Η εποχή των διορθώσεων

O Σ. φέρνει τις λεμονάδες με το δύοσμο και μου λέει πως ο δρόμος άδειασε, έκλεισε το “Ξενοδοχείο Ύπνου”, πέρασε η οδός Ληδήνης σε άλλη εποχή. Καιρό είχα νάρθω στο “Xαράτσι”, ένα αλλιώτικο καφενείο δίπλα στην νεκρή ζώνη, έτσι τόχα χαρακτηρίσει κάποτε γράφοντας γι’αυτό στην Lifo, μήπως να επανέλθουμε με ένα καινούργιο αφιέρωμα μου λέει ο Σ., με τίτλο “διορθώσεις”, του λέω, μάλλον περάσαμε και μεις σε άλλη εποχή, εκείνη την διορθώσεων.

Χωρίς υποσημειώσεις

Πεθύμησα θάλασσα είπα στο Χ, πήραμε το αμάξι και φύγαμε, να αναπνεύσω ιώδιο και να το νιώσω μέχρι τον ομφαλό μου, πέρυσι ήταν το πρώτο καλοκαίρι της ζωής μου που δεν καθάρισα το σώμα μου με αλμύρα και αυτό μου στοίχισε, φέτος θα βγάλω την χασούρα ρουφώντας μπόλικα χρώματα του βυθού, κάνω υπόσχεση. Περνάμε πρώτα από το σπίτι του Κ. που είναι στο χωριό και έχει στην αυλή του μια πανέμορφη μωβ ουιστέρια και γιασεμιά και πολλές τριανταφυλλιές.

Τότε που άνοιξαν τα οδοφράγματα

Ο πατέρας μου προχωρούσε μπροστά, εγώ ξωπίσω, το βήμα του βιαστικό λες και τον κυνηγούσε ο χρόνος, “ξέρεις πού πάμε;” τον ρωτούσα κάθε τόσο, εκνευριζόταν, “είναι δυνατόν να μην ξέρω” απαντούσε, ναί ήταν δυνατόν. Την τελευταία φορά που βρέθηκε σ’αυτή την γειτονιά η Λευκωσία δεν ήταν μοιρασμένη και τα γραφεία της εφημερίδας όπου δούλευε ο Εμίρ-έτσι λέγανε το φίλο του-ήταν μια από τις πιο οικείες του διαδρομές. Από τότε μεσολάβησε το χάος και μαζί μια ολόκληρη ζωή, δικαιολογημένα δεν θυμόταν, όπως ούτε και γνώριζε αν ο Εμίρ εργαζόταν ακόμα στην ίδια εφημερίδα.

Μια αγκαλιά, τί άλλο;

Την βρήκα έξω απο την εκκλησιά. Απόγευμα. Την μέρα των επιταφίων. Είχα καιρό να την δώ, παλιά την έβλεπα κάθε μέρα, δουλεύαμε στον ίδιο όροφο. Την ρώτησα για τα νέα της, με ρώτησε για την υγεία μου, της είπα πως τώρα όλα καλά, μου είπε πως πρίν ένα εξάμηνο έχασε την μητέρα της και πως ο πατέρας της από τότε δεν λέει να συνέλθει. “Είναι βυθισμένος στην μοναξιά του, δεν ξέρω τί να κάνω”, μου είπε και ένιωσα στο δέρμα μου την απόγνωση της. Τί να κάνεις, δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά να τον παίρνεις συχνά αγκαλιά, κάθε μέρα και μια σφικτή αγκαλιά, της είπα.

Μια τούρτα και ένας τάφος

Γιόρτασα γενέθλια, πήγα σε κηδεία, έσβησα κεριά, άναψα κεριά, γέλασα δυνατά, έκλαψα σιωπηλά, τί σου είναι η ζωή, τί σου είναι ο θάνατος, διερωτήθηκα. Όλα σε μια βδομάδα συνέβηκαν. Θα μπορούσαν να συνέβαιναν και σε μια μέρα, έχει μήπως σημασία, ίσως δεν έχει, όσο όμως πιο συμπυκνωμένη μας φανερώνεται η παραδοξότητα της ύπαρξης μας τόσο πιο ακατανόητη γίνεται και επείγεται η πίστη σε μια υπερβατική αλήθεια.

Στο φως του εσπερινού

Το λεωφορείο δεν μπορεί να στρίψει στα στενοσόκακκα, σφηνώνουμε σε ένα από δαύτα, ο κ. Σάββας ο οδηγός μας, κάνει μπρος-πίσω ιδρώνοντας μέχρι να καταφέρει να πάρει άλλο δρόμο και η Άννα αρπάζει την ευκαιρία να μας μιλήσει για τα καρπασίτικα σπίτια δείχνοντας μας από το παράθυρο ένα από αυτά.

Στην άκρη της γης μας

“Να προετοιμαστείτε ψυχικά” γράφει η Άννα στο βιβλίο της. “Γιατί τούτο το ταξίδι δεν είναι όπως τα άλλα”. Πώς είναι Άννα την ρωτώ και είναι Σάββατο, εννέα το πρωί, το πούλμαν έχει την μηχανή του αναμμένη, οι πλείστοι συνταξιδιώτες μου έχουν πάρει την θέση τους και οι μικρές βαλίτσες τους είναι τοποθετημένες στον αποθηκευτικό χώρο.

Ο Θεός να βάλει το χέρι του

Λέω να πάω μια βόλτα, είναι όμως πολύ πρωί, φτιάχνω καφέ, διαβάζω τις ειδήσεις και τελικά δεν πάω πουθενά. Μια είδηση με καθηλώνει, σαραντατρείς προσφυγικές πολυκατοικίες κρίθηκαν επικύνδινες, λέει, λέει και πως πολλοί πρόσφυγες πρέπει να μετακινηθούν αλλού, οι πλείστοι από αυτούς είναι ηλικιωμένοι, ξανά μετακόμιση, ξανά μετατόπιση, πού να πάνε, με ποιό σθένος; “Ο Θεός να βάλει το χέρι του”, ο τίτλος της είδησης και φέρνω στο νού μου την γιαγιά μου. Πρόσφυγας από την Λάπηθο.

Παράξενο πράγμα η μνήμη

Πώς είναι Γλαύκο να επιστρέφει κανείς στα λημέρια της νεανικής του αθωότητας; Καθόμαστε οι δύο μας έξω από το Common Room, τον εκθεσειακό χώρο που άνοιξε δίπλα από το Πρόζακ, στην οδό Μέδοντος. Στο απέναντι σπίτι- ο Γλαύκος το θυμάται, λέει, από τα παιδικά του χρόνια- ένα άσπρο σκυλί πηγαινοέρχεται στην αυλή και μας κοιτάει κουνώντας την ουρά του. Είναι γύρω στις 11 το πρωί, κάνει πότε κρύο, πότε ζέστη, o Γλαύκος φοράει το καπέλο του και εγώ μια μωβ εσάρπα, έτσι είναι οι μέρες του κόσμου πλέον, του λέω, γεμάτες από απότομα σκαμπανεβάσματα, όχι μόνο της θερμοκρασίας μα κι’αλλα πολλά. Ζεστό, κρύο, κρύο, ζεστό και στο ενδιάμεσο κανένας χρόνος προσαρμογής.

«Η ζωή αλλάζει κάθε στιγμή που περνάει. Κάθε συνηθισμένη στιγμή»

Σαν ξαφνικό αεράκι περνά από το μυαλό μου αυτή η φράση της Τζόαν Ντιντιόν, λες και κάποιος άνοιξε επίτηδες το παράθυρο για να ανακινήσει εκτός από τον άερα του δωματίου και τις σκέψεις μου. Είμαι ξαπλωμένη σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, πέντε λεπτά πριν μια νοσοκόμα με ψεύτικες βλεφαρίδες μου άλλαξε τον ορό και με ρώτησε βαριεστημένα άν χρειάζομαι κάτι, οι ψεύτικες βλεφαρίδες αδυνατούσαν να κρύψουν την βαρεμάρα της, είναι φανερό πως δεν θέλει να κάνει αυτή την δουλειά, πως θέλει νάναι κάπου αλλού, είναι μικρή ακόμα για να καταλάβει πως έχει πολύ περισσότερα να μάθει εδώ μέσα από ό,τι εκεί έξω.

Η επόμενη μέρα

Εννέα και μισή το πρωί, ηλιόλουστο πρωινό, ο ήλιος αφήνει στο πρόσωπο μια ζεστασιά που θυμίζει άνοιξη, σαν βεβαιότητα πως κάτι καλό θα συμβεί… Βρίσκομαι στην επόμενη μέρα, έτσι την βάφτισαν οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα, έπεται της εκλογής του νέου προέδρου, αυτός είναι ο λόγος, κανένας άλλος προς το παρόν. Είναι λοιπόν η επόμενη μέρα και γω περπατώ στην πράσινη γραμμή έξω από το ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας.

Κρύο τσουχτερό

Παίρνω σκουφί, κασκόλ, παλτό και οδεύω προς τέρμα Λήδρας. Φτάνω με τα χέρια χωμένα στις τζέπες, βγάζω το ένα, δείχνω ταυτότητα, ο αστυνομικός μου γνέφει βαριεστημένα να προχωρήσω και στο επόμενο μου βήμα από την αναγνωρισμένη πραγματικότητα βρίσκομαι στην μη αναγνωρισμένη. Περπατώ από την ντε γιούρι στην ντεφάκτο ζωή, από εκείνη που ο νόμος της αναγνωρίζει την ύπαρξη στην άλλη που δεν της την αναγνωρίζει, χωρίς όμως αυτό να την καθιστά ανύπαρκτη.

Δύο άλογα και ένας άγγελος

Απόγευμα στην κουζίνα μου. Βλέπω τις φωτογραφίες του ταξιδιού μου στο ipad και σκέφτομαι πως θα προτιμούσα να τις είχα τυπωμένες, τοποθετημένες σε ένα από κείνα τα παλιά άλμπουμ κάτω απο τη διάφανη ζελατίνη, ίσως γιατί θέλω να παραμείνει χειροπιαστή η σχέση μου με την μνήμη, να την αγγίζω, να της σκουπίζω την υγρασία και την σκόνη, να την φροντίζω. Και να μπορώ όπως λέει η Κική Δημουλά “να αλλάζω πότε-πότε το νερό στις φωτογραφίες μου”.

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ