Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Kathimerini.gr
Οι δύο γιοι της Ελίζαμπεθ, ηλικίας 8 και 10 ετών, έχουν διαγνωστεί με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας. Το ίδιο και η 37χρονη Ελίζαμπεθ με τον 41χρονο σύζυγό της. Για να τα βγάλουν πέρα η Ελίζαμπεθ και ο σύζυγός της έχουν εφαρμόσει ένα περίπλοκο σύστημα με φάρμακα και λίστες υποχρεώσεων. Σε όλο το σπίτι τους, στη Νότια Καλιφόρνια, υπάρχουν λευκοί πίνακες που τους βοηθούν να οργανώνουν τις δουλειές τους και να επικοινωνούν μεταξύ τους. «Λέω αστειευόμενη ότι το σπίτι μας είναι μισό σπίτι, μισό σχολική αίθουσα, μισό γραφείο εργοθεραπευτή», λέει η Ελίζαμπεθ.
Η Ελίζαμπεθ διαγνώστηκε με ΔΕΠΥ πριν από δύο χρόνια, αφού αναγνώρισε ορισμένα από τα συμπτώματα των γιων της στον εαυτό της – τόσο σήμερα όσο και σε μικρότερη ηλικία. «Δεν ήξερα ότι ο λόγος για τον οποίο μου έπαιρνε πέντε ώρες να κάνω τα μαθήματά μου κάθε βράδυ δεν ήταν επειδή δεν ήμουν έξυπνη ή επειδή δεν προσπαθούσα αρκετά», αναφέρει. «Οφειλόταν στο ότι ο εγκέφαλός μου λειτουργούσε εναντίον μου».
Πλέον, χάρη στα συστήματα οργάνωσης που χρησιμοποιεί και στη φαρμακευτική αγωγή η Ελίζαμπεθ έχει μάθει να διαχειρίζεται τα συμπτώματά της και έχει εξελιχθεί επαγγελματικά. Παρά τη δική της επιτυχία, όμως, εξακολουθεί να ανησυχεί για το πώς η ΔΕΠΥ θα επηρεάσει τους γιους της καθώς μεγαλώνουν. «Ως γονιός, η δουλειά μου είναι να τους διδάξω πώς να τα βγάζουν πέρα στη ζωή, πώς να λειτουργούν στον σημερινό κόσμο», τονίζει. «Και αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες από τους περισσοτέρους επειδή ο εγκέφαλός τους δεν λειτουργεί όπως των περισσοτέρων».
Η ΔΕΠΥ είναι μια διαταραχή που παρουσιάζει δυσκολίες στη διάγνωση, στη μελέτη και στην παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου. Μπορεί να εκδηλώνεται πολύ διαφορετικά από άτομο σε άτομο, με ευρύ φάσμα συμπτωμάτων, από ήπια έως σοβαρά. Επίσης συχνά συνυπάρχει με άλλες ψυχικές, αναπτυξιακές και συμπεριφορικές διαταραχές, όπως το άγχος, ο αυτισμός και η εναντιωματική προκλητική διαταραχή (καθώς τα ποσοστά αυξάνονται σε παιδιά και ενηλίκους, κάποιοι ψυχίατροι ανησυχούν ότι πλέον η ΔΕΠΥ υπερδιαγιγνώσκεται).
Δεν είναι επίσης σαφές ποιο ποσοστό των παιδιών εξακολουθεί να έχει ΔΕΠΥ στην ενήλικη ζωή. Ενα ποσοστό που αναφέρεται συχνά είναι το 50% περίπου, με τα συμπτώματα να είναι πιθανότερο να επιμένουν σε ενηλίκους που είχαν σοβαρότερη ΔΕΠΥ στην παιδική ηλικία και περισσότερες συνυπάρχουσες παθήσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με μια διαχρονική μελέτη του 2021, η οποία παρακολούθησε παιδιά με ΔΕΠΥ επί 16 χρόνια, μόνο το 10% περίπου παρουσίασε «σταθερή υποχώρηση» μέχρι την πρώιμη ενήλικη ζωή. Ενα άλλο 10% παρουσίαζε ΔΕΠΥ καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης, ενώ για τη συντριπτική πλειοψηφία τα συμπτώματα εναλλάσσονταν μεταξύ έξαρσης και ύφεσης. Αξιοσημείωτο είναι ότι, σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, περίπου οι μισοί συμμετέχοντες πληρούσαν τα κριτήρια για ΔΕΠΥ, αλλά η κατανομή των ατόμων άλλαζε συνεχώς.
Παρότι πολλά σχετικά με τη ΔΕΠΥ παραμένουν ασαφή, έχει γίνει πλέον σαφές ότι δεν πρόκειται για μια στατική διαταραχή, και το είδος των συμπτωμάτων καθώς και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζουν την καθημερινή ζωή μπορούν να εξελιχθούν με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν δύο κύριες κατηγορίες συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ: τα συμπτώματα διάσπασης προσοχής και τα συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας. Για να διαγνωστεί ένα παιδί με ΔΕΠΥ πρέπει να παρουσιάζει έξι ή περισσότερα συμπτώματα από τη μία ή την άλλη κατηγορία· για τα άτομα ηλικίας 17 ετών και άνω απαιτούνται πέντε ή περισσότερα. Αν κάποιος παρουσιάζει τον απαιτούμενο αριθμό συμπτωμάτων και στις δύο κατηγορίες, διαγιγνώσκεται με ΔΕΠΥ συνδυασμένου τύπου.
Στα συμπτώματα διάσπασης προσοχής περιλαμβάνονται η ελλιπής προσοχή στις λεπτομέρειες, η μη ολοκλήρωση εργασιών, η ακαταστασία και η τάση να ξεχνάει κανείς. Τα συμπτώματα υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας μπορεί να εκδηλώνονται με συχνές νευρικές κινήσεις, δυσκολία να περιμένει κανείς τη σειρά του και υπερβολική ομιλία. Γενικά, στα πολύ μικρά παιδιά τα συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας τείνουν να είναι συχνότερα. Η Μισέλ Μαρτέλ, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντάκι, λέει ότι όταν δουλεύεις με ένα παιδί προσχολικής ηλικίας που παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα, το αντιλαμβάνεσαι αμέσως επειδή «πειράζει τα πάντα και τρέχει πέρα – δώθε στο δωμάτιο».
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν και το σχολείο απαιτεί περισσότερα από αυτά τα συμπτώματα διάσπασης προσοχής γίνονται συχνότερα και, τελικά, πιο επίμονα. Σύμφωνα με μια μεγάλη ανασκόπηση του 2023, στα παιδιά κάτω των 12 ετών παρατηρείται περίπου ισομερής κατανομή μεταξύ των περιπτώσεων με κυρίαρχη τη διάσπαση προσοχής, κυρίως με υπερκινητικότητα/παρορμητικότητα και με ΔΕΠΥ συνδυασμένου τύπου. Στις ηλικίες 12 έως 18 ετών τα ποσοστά αρχίζουν να μεταβάλλονται, με περισσότερους εφήβους να πληρούν τα κριτήρια της διάσπασης προσοχής και λιγότερους από το ένα τέταρτο τα κριτήρια υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας.
Σε πολύ λίγους ενηλίκους κυριαρχούν τα συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας. Μια μικρή μελέτη υπολόγισε το ποσοστό αυτό σε μόλις 7%, ενώ περίπου το ένα τρίτο των ενηλίκων είχε τον υπότυπο της διάσπασης προσοχής και η πλειοψηφία παρουσίαζε συνδυασμό συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας εκδηλώνονται επίσης διαφορετικά στους ενηλίκους από ό,τι στα παιδιά: περισσότερο ως εσωτερική, νοητική ανησυχία παρά ως εξωτερικά εμφανής, σωματική ανησυχία, αναφέρει η δρ Ντίπτι Ανμπαρασάν, κλινική αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή Γκρόσμαν του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Οι ενήλικοι με συμπτώματα διάσπασης προσοχής μπορεί να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη διαχείριση της καθημερινότητάς τους και στην ολοκλήρωση εργασιών που δεν έχουν προθεσμία, ή μπορεί να χάνουν το νήμα της συζήτησης κατά τη διάρκεια συσκέψεων ή με τον/τη σύζυγό τους.
Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο η ΔΕΠΥ μπορεί να αλλάζει με την ηλικία είναι ότι πολλοί άνθρωποι βρίσκουν τελικά τρόπους να τη διαχειρίζονται, ώστε να μην τους δυσκολεύει τόσο τη ζωή. Γενικά, σύμφωνα με τους ειδικούς, όταν κυριαρχούν τα συμπτώματα υπερκινητικότητας – παρορμητικότητας, η θεραπεία θα βασιστεί πιθανότερα σε συμπεριφορικές παρεμβάσεις, ενώ στη διάσπαση προσοχής θα λειτουργήσει καλύτερα η φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο για πολλούς ανθρώπους, ειδικά εκείνους με ΔΕΠΥ συνδυασμένου τύπου, μια μεικτή προσέγγιση δίνει καλύτερα αποτελέσματα.
Τέλος, η έρευνα στον τομέα της νευροαπεικόνισης υποδηλώνει ότι ορισμένες από τις αλλαγές που βιώνουν οι άνθρωποι καθώς μεγαλώνουν μπορεί να αποδοθούν εν μέρει στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. «Μερικά παιδιά απλώς το ξεπερνούν καθώς μεγαλώνουν», λέει ο Σουάνσον. «Ξεκινάς με μια ομάδα και την παρακολουθείς σε βάθος χρόνου· τα συμπτώματα μειώνονται με την ηλικία. Αυτό είναι απλώς ένα φαινόμενο που σχετίζεται με την ηλικία. Εγώ το αποκαλώ ωρίμανση».
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.