Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Αλεξάνδρα Βουδούρη
Η απότομη άνοδος των τιμών του πετρελαίου και των καυσίμων αρχίζει να μετατρέπεται σε νέο οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς οι επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή περνούν πλέον στις αντλίες και ενισχύουν τους φόβους για νέες πληθωριστικές πιέσεις. Από το Βερολίνο έως τη Μαδρίτη και τη Ρώμη, οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν την επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις χωρίς να ανοίξουν ένα νέο, δαπανηρό κεφάλαιο οριζόντιων κρατικών επιδοτήσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή κρίση βρίσκεται σήμερα «ψηλά» στην ατζέντα των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών στο Δουβλίνο, όπου μετά το Eurogroup ακολουθεί το άτυπο ECOFIN, οι εργασίες του οποίου ολοκληρώνονται αύριο.
Εξι χώρες – Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία, Πορτογαλία και Αυστρία – ζητούν μέσω επιστολής από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει τα κέρδη των ενεργειακών και πετρελαϊκών εταιρειών και τις δυνατότητες φορολόγησης ενδεχόμενων υπερκερδών.
Οι έξι ζητούν ουσιαστικά από την Κομισιόν να κάνει το πρώτο βήμα: να διαπιστώσει δηλαδή, εάν η αναταραχή στις διεθνείς αγορές έχει δημιουργήσει έκτακτα κέρδη και να παρουσιάσει επιλογές, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι κυβερνήσεις.
Η Αυστρία υποστηρίζει, μάλιστα, ότι ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο θα μπορούσε να δώσει την απαραίτητη νομική βάση, με την εφαρμογή να παραμένει στη συνέχεια στα κράτη-μέλη.
Η πίεση του Βερολίνου
Η Γερμανία εμφανίζεται μέχρι στιγμής ως η πλέον πιεστική από τις έξι χώρες. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ ζήτησε από την Κομισιόν να παρουσιάσει συγκεκριμένα μοντέλα το αργότερο έως το επίσημο ECOFIN του Οκτωβρίου.
«Χρειαζόμαστε ένα αισθητό μήνυμα στις αντλίες» τόνισε προσερχόμενος στη συνεδρίαση του Eurogroup, εξηγώντας ότι μεταξύ των επιλογών- που πρέπει να εξεταστούν -είναι τόσο ένα πλαφόν στις τιμές των καυσίμων, όσο και ένας φόρος στα υπερκέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών.
Οπως υποστήριξε, οι πετρελαϊκές αυξάνουν σημαντικά τα κέρδη τους λόγω της σημερινής συγκυρίας και η Κομισιόν πρέπει πλέον να παρουσιάσει συγκεκριμένες επιλογές.
Παρόμοια, αλλά πιο προσεκτική, είναι η προσέγγιση της Μαδρίτης. Ο Ισπανός υπουργός Οικονομίας Κάρλος Κουέρπο ζήτησε πρώτα να εξετάσει η Επιτροπή εάν υπάρχουν πράγματι έκτακτα κέρδη.
«Εάν υπάρχει αυτή η διαπίστωση ότι υπάρχουν υπερκέρδη, τότε θα πρέπει να προχωρήσουμε και να τα φορολογήσουμε», είπε.
Για τη Μαδρίτη το ζήτημα είναι και δημοσιονομικό. Η ισπανική κυβέρνηση έχει ήδη διαθέσει δημόσιους πόρους για τη στήριξη νοικοκυριών, επιχειρήσεων, βιομηχανιών και μεταφορών.
«Πρέπει να υπάρχει δίκαιη κατανομή του βάρους», τόνισε ο Κουέρπο, θέτοντας ουσιαστικά το ερώτημα εάν το κόστος της κρίσης μπορεί να εξακολουθήσει να καλύπτεται κυρίως από τον φορολογούμενο.
Η Γαλλία δεν βρίσκεται μεταξύ των έξι χωρών που υπογράφουν την πρωτοβουλία, αλλά ούτε απορρίπτει τη συζήτηση.
Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ είπε ότι το Παρίσι είναι έτοιμο να εξετάσει τις επιλογές που ενδεχομένως παρουσιάσει η Κομισιόν, επιμένοντας όμως ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση «one size fits all».
Το ενεργειακό μείγμα και η έκθεση στο σημερινό σοκ διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα και, κατά τη γαλλική θέση, οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να αφήνει περιθώριο προσαρμογής στις εθνικές συνθήκες.
Η Κομισιόν κρατά αποστάσεις
Η πρώτη αντίδραση των Βρυξελλών είναι – όπως άλλωστε αναμενόταν – πιο επιφυλακτική. «Σε αυτή τη φάση δεν παρουσιάζουμε προτάσεις σε επίπεδο Ε.Ε», δήλωσε νωρίτερα ο επίτροπος Βάλντις Ντομπρόβσκις.
Υπενθύμισε, πάντως, ότι τα κράτη-μέλη μπορούν ήδη να αποφασίσουν σε εθνικό επίπεδο τη φορολόγηση υπερκερδών και ότι η Κομισιόν είναι έτοιμη να τα βοηθήσει εφόσον χρειαστεί.
Άφησε, ωστόσο, ένα παράθυρο ανοιχτό. Όταν ρωτήθηκε εάν η σημερινή στάση αποκλείει μια πρωτοβουλία έως το ECOFIN του Οκτωβρίου, απέφυγε να δεσμευτεί:
«Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε την κατάσταση και τις εξελίξεις και να παρουσιάζουμε τις προτάσεις και τις αντιδράσεις μας όπου κρίνεται σκόπιμο» τόνισε.
Το δεύτερο μήνυμα του Ντομπρόβσκις, ωστόσο, αφορά το κόστος των κρατικών παρεμβάσεων.
Οι ενισχύσεις προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, τόνισε, πρέπει να είναι προσωρινές και στοχευμένες και να μην ενθαρρύνουν μεγαλύτερη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων. Σε αντίθεση με την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, οι κυβερνήσεις έχουν σήμερα μικρότερα δημοσιονομικά περιθώρια και αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Από την οικονομία στην κάλπη
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν γίνεται σε πολιτικό κενό. Στη Γερμανία, η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται υπό διαρκή πολιτική «πίεση», μετά τις πρόσφατες εκλογικές απώλειες και την ενίσχυση του ακροδεξιού AfD, γεγονός που αυξάνει την ανάγκη για μια παρέμβαση, που θα γίνει άμεσα αισθητή στην καθημερινότητα των καταναλωτών.
Στη Γαλλία και την Ιταλία, οι κυβερνήσεις βρίσκονται επίσης αντιμέτωπες με την επιστροφή του ενεργειακού κόστους στην πολιτική ατζέντα ενόψει των κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων του 2027.
Ο Ιρλανδός υπουργός Οικονομικών Σάιμον Χάρρις που προεδρεύει του ECOFIN, αναγνώρισε την πίεση, σημειώνοντας ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπα με υψηλότερες τιμές την ώρα που ορισμένες εταιρείες αποκομίζουν «εξαιρετικά μεγάλα κέρδη» όχι λόγω «επιχειρηματικότητας ή καινοτομίας», αλλά επειδή βρέθηκαν να επωφελούνται από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Ο ίδιος εκτίμησε σήμερα ότι μετά τη σημερινή πρώτη συζήτηση είναι πιθανό να ζητήσει από την Κομισιόν να επιστρέψει με «περαιτέρω σκέψεις» στο επίσημο ECOFIN του Οκτωβρίου.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι κανένα φορολογικό μέτρο δεν μπορεί να έχει την επίδραση που θα είχε η αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Και στο βάθος, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός
Το ενεργειακό κόστος δεν είναι το μόνο μέτωπο που αποκαλύπτει τις διαφορετικές αντιλήψεις για το ποιος πρέπει να πληρώσει τις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Στο Δουβλίνο βρίσκεται στο παρασκήνιο και η ολοένα δυσκολότερη διαπραγμάτευση για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ, 2028–2034.
Η Ισπανία ζητά συγκεκριμένα ο νέος προϋπολογισμός να φθάσει το 2% του ΑΕΠ της Ε.Ε και προτείνει – μέσω σημερινού άρθρου του Ισπανού υπουργού Κάρλος Κουέρπο στο Politico- μετάθεση μέρους της αποπληρωμής του κοινού χρέους του Ταμείου Ανάκαμψης, ώστε να απελευθερωθούν περίπου 11 δισ. ευρώ ετησίως για γεωργία, άμυνα και ανταγωνιστικότητα.
Στον αντίποδα, Γερμανία, Δανία, Ολλανδία, Αυστρία και Φινλανδία – με άρθρο στο ίδιο μέσο των ηγετών τους – απορρίπτουν τόσο μια μεγάλη αύξηση του προϋπολογισμού, όσο και νέα μετάθεση του χρέους και πιέζουν για περικοπές.
Πάντως, οι Βρυξέλλες επιδιώκουν συμφωνία έως το τέλος του 2026, πριν οι εκλογές του 2027 σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Πολωνία κάνουν ακόμη δυσκολότερους τους εθνικούς συμβιβασμούς.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.