Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Ηλιάνα Μάγρα
Οι ψήφοι ακόμα καταμετρώνται, αλλά το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι εδώ και μερικές ώρες ξεκάθαρο: Ιστορικές νίκες για τους Δημοκρατικούς και μια εκκωφαντική ήττα για τους Ρεπουμπλικανούς, με το πολιτικό κόστος της πρώτης διετίας της δεύτερης διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να αλλάζει εκ νέου την ισορροπία της εξουσίας στην Ουάσιγκτον, καθώς τόσο η Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και η Γερουσία περνούν πλέον στον έλεγχο των Δημοκρατικών.
Μιλώντας στην «Κ» λίγη ώρα αφότου έφυγε από τα κεντρικά της καμπάνιας του Κρις Πάπας, του 46χρονο Ελληνοαμερικανού βουλευτή που ψηφίστηκε ως νέος γερουσιαστής του Νιου Χάμσαϊρ, η Ελέιν Παπούλιας δηλώνει εκστασιασμένη. «Είναι σχεδόν δύσκολο να πιστέψει κανείς το αποτέλεσμα. Δεν είναι απλώς ένα “μπλε κύμα”, είναι έκρηξη ηφαιστείου», αναφέρει η ίδια, η οποία είναι εκτελεστική διευθύντρια του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών Minda de Gunzburg του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.
«Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε πως βλέπουμε μια ολοκληρωτική αποδοκιμασία του κινήματος MAGA (Make America Great Again). Πιστεύω ότι ο πόλεμος στο Ιράν και η εκτίναξη των τιμών των καυσίμων, που ήρθε να προστεθεί σε μια κρίση ακρίβειας που ήδη υπήρχε, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Και, ίσως για πρώτη φορά, η διαφθορά έπαιξε πραγματικά σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις των ψηφοφόρων», τονίζει η κ. Παπούλιας.
«Ολος ο κόσμος λέει ότι είναι μια τεράστια αποδοκιμασία του Τραμπ: για τον πόλεμο στο Ιράν, για τους δασμούς, για τον πληθωρισμό, για τις τιμές της βενζίνης, και για όλα τα καμώματά του στην Ουάσιγκτον, από την κατασκευή της αίθουσας χορού μέχρι το κλείσιμο του Κέντρου Κένεντι και την αψίδα του, που πολλοί τη θεωρούν μεγάλη σπατάλη χρόνου και χρήματος. Αυτό είναι το νούμερο ένα μήνυμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια αρκετά μεγάλη ήττα», λέει στην «Κ» από την Ουάσιγκτον ο Αλάν Μακόφσκι, senior fellow για την εθνική ασφάλεια και τη διεθνή πολιτική στο Center for American Progress, και πρώην αναλυτής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή.
Τι σημαίνει, όμως, αυτό το αποτέλεσμα για το παρόν και το μέλλον της αμερικανικής διακυβέρνησης, αλλά και της εξωτερικής πολιτικής;
Σύμφωνα με την κ. Παπούλιας, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν συνάδει με το σύνηθες μοτίβο της αντίδρασης των ψηφοφόρων στις ενδιάμεσες εκλογές απέναντι στο κόμμα του προέδρου. «Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν πολιτείες που ο Τραμπ είχε κερδίσει άνετα το 2024. Πιστεύω πραγματικά ότι έχουμε δει το απόγειο της επιρροής του, έχει περάσει την κορύφωσή της. Μέχρι τώρα βρισκόταν σε αργή πτώση, αλλά η πτώση αυτή έχει πλέον επιταχυνθεί, και νομίζω ότι ίσως είναι μη αναστρέψιμη», αναφέρει.
Είναι σαφές, για την ίδια, ότι ο Τραμπ βγαίνει από τις ενδιάμεσες εκλογές με σημαντικά μειωμένο κύρος. «Αν ήμουν Ρεπουμπλικανός, θα άρχιζα πολύ γρήγορα να κοιτάζω προς ένα μέλλον χωρίς αυτόν. Και οι Δημοκρατικοί αποκτούν τώρα τη δύναμη μέσα στο Κογκρέσο να αμφισβητήσουν τις καταχρήσεις της προεδρικής του εξουσίας», συμπληρώνει.
Γι’ αυτό, όπως εξηγεί, κάνει λόγο για ένα αποτέλεσμα που παραπέμπει σε ηφαιστειακή έκρηξη. «Παρ’ όλα τα χρήματα που έριξαν οι Ρεπουμπλικανοί και μεγαλοχορηγοί όπως ο Ελον Μασκ σε αναμετρήσεις στο Τέξας και σε όλη τη χώρα, δεν κατάφεραν να ανακόψουν το κύμα των νικών των Δημοκρατικών. Είναι κάτι δύσκολο να το συλλάβει κανείς τα μεσάνυχτα, έπειτα από μερικές άυπνες μέρες», λέει γελώντας.
Θυμάται πως πριν από έναν χρόνο το να πάρουν οι Δημοκρατικοί τη Βουλή των Αντιπροσώπων φαινόταν πιθανό, αλλά η κατάκτηση της Γερουσίας έμοιαζε σχεδόν αδύνατη. «Οταν μιλούσαμε για τις πιθανότητες των Δημοκρατικών να κερδίσουν τη Γερουσία, ο κόσμος νόμιζε ότι είχαμε τρελαθεί. Δεν φαινόταν εφικτό οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν κατακόκκινες πολιτείες, όπως έγινε απόψε».
Θεωρεί πως σηματοδοτεί μια ιστορική στιγμή για την αμερικανική πολιτική. «Οι αναμετρήσεις για τη Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έχουν καταμετρηθεί όλες ακόμη – αν οι Ρεπουμπλικανοί πέσουν κάτω από τις 200 έδρες, θα είναι πολύ δύσκολο να ανακάμψουν σε έναν εκλογικό κύκλο ή ακόμη και σε περισσότερους».
Οσον αφορά την εξωτερική πολιτική, ο κ. Μακόφσκι τονίζει ότι η προεδρία στις ΗΠΑ αποτελεί ένα πολύ ισχυρό αξίωμα. «Ο Τραμπ θα παραμείνει ο κυρίαρχος παίκτης στην εξωτερική πολιτική», δηλώνει, ωστόσο «ένα Κογκρέσο υπό δημοκρατικό έλεγχο θα έχει την ευκαιρία να του βάλει κάποια όρια, κυρίως μέσω του προϋπολογισμού, περιορίζοντας τις δαπάνες για αντιδημοφιλείς αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής, ιδίως για τον πόλεμο στο Ιράν. Νομίζω ότι το νούμερο ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής για τους Δημοκρατικούς θα είναι να βρουν τρόπο να τερματίσουν τον πόλεμο».
Δεν θεωρεί ότι θα είναι ένα απλό εγχείρημα. «Ο Τραμπ θα χρησιμοποιήσει κάθε ψήγμα εκτελεστικής εξουσίας – πιστεύω όμως ότι υπάρχει συναίνεση στη χώρα ότι ο πόλεμος στο Ιράν ήταν, και είναι, ένα τεράστιο λάθος». Οχι ότι δεν θα τον συνεχίσει, απλώς τώρα θα είναι πιο δύσκολο. «Γιατί», τονίζει, «οι Ρεπουμπλικανοί βλέπουν τι τίμημα πλήρωσαν για αυτόν τον πόλεμο».
Πέραν αυτού, με την πλειοψηφία στη Γερουσία οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να μπλοκάρουν τους διορισμούς του Τραμπ σε θέσεις εξωτερικής πολιτικής, και όχι μόνο. «Πολλοί εστιάζουν στο ενδεχόμενο να ανοίξουν θέσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο τα επόμενα δύο χρόνια», σημειώνει. Το άλλο πλεονέκτημα της πλειοψηφίας είναι ότι ελέγχεις όλες τις επιτροπές, και άρα την ατζέντα τους. «Αυτό σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να καλούν κυβερνητικούς αξιωματούχους να απαντήσουν σε ερωτήσεις και να ξεκινούν έρευνες, πράγματα που πραγματικά δεν μπορείς να κάνεις ως μειοψηφία», τονίζει.
Οσο για την ανακοίνωση του Τραμπ για την αναστολή της βοήθειας προς το Ισραήλ, ο κ. Μακόφσκι τη χαρακτηρίζει «απεγνωσμένο εκλογικό ελιγμό της τελευταίας στιγμής». «Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πραγματική. Το αν όμως οι Ρεπουμπλικανοί θα μπλοκάρουν πράγματι το πακέτο βοήθειας που ήδη προωθείται στο Κογκρέσο μένει να φανεί, πόσο μάλλον για την επόμενη χρονιά», συμπληρώνει. «Είναι προφανές», συνεχίζει, «πως αυτό το Κογκρέσο θα είναι πολύ πιο επικριτικό απέναντι στο Ισραήλ από ό,τι ήταν το ρεπουμπλικανικό».
Τονίζει, βέβαια, ότι είναι πολύ νωρίς για να ξέρουμε ακριβώς πού θα καταλήξει ο καθένας. Αλλά σημειώνει ότι, την τελευταία δεκαετία περίπου, υπάρχει μια ισχυρή συμμαχία ανάμεσα στα φιλοϊσραηλινά και τα φιλελληνικά μέλη του Κογκρέσου. «Αντανακλά στην ουσία τη συμμαχία στην Ανατολική Μεσόγειο μεταξύ Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας. Θα έχει ενδιαφέρον να το παρακολουθήσουμε, γιατί σχεδόν κάθε Δημοκρατικός σήμερα είναι κατά κάποιον τρόπο επικριτικός απέναντι στο Ισραήλ. Αυτό θα ισχύει ιδιαίτερα αν ο Νετανιάχου καταφέρει να παραμείνει πρωθυπουργός».
Δίνει το παράδειγμα του Κρις Πάπας. «Για πολύ καιρό, αν υποστήριζες την Ελλάδα και την Κύπρο, μάλλον υποστήριζες και το Ισραήλ. Δεν είναι αντι-ισραηλινός, αλλά έχει ασκήσει έντονη κριτική στον Νετανιάχου. Υποστηρίζει το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει, υποστηρίζει τη λύση των δύο κρατών και είναι επικριτικός για τη Γάζα. Υπάρχει όμως μεγάλη πίεση στους Δημοκρατικούς σε σχέση με το Ισραήλ αυτές τις μέρες. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς θα εξελιχθεί».
Θεωρεί ότι τα τελευταία νέα δεν θα είναι πολύ θετικά και για την Τουρκία. «Οι Δημοκρατικοί παραδοσιακά στηρίζουν περισσότερο την Ελλάδα και την Κύπρο. Δεν νομίζω ότι το θέμα απασχόλησε ιδιαίτερα αυτήν την προεκλογική εκστρατεία, αλλά οι νέοι πρόεδροι των δύο επιτροπών εξωτερικών υποθέσεων είναι πολύ φιλέλληνες, φιλοκύπριοι και πολύ επικριτικοί απέναντι στην Τουρκία. Οι Δημοκρατικοί παραδοσιακά ασκούν κριτική στην Τουρκία για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ένα θέμα για το οποίο αυτή η κυβέρνηση αρνείται να μιλήσει. Πιστεύω όμως», συμπληρώνει, «ότι θα ακούμε πολύ περισσότερα από το Κογκρέσο για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία απ’ ό,τι πριν».
Και η Ουκρανία; Πιστεύει ότι το αποτέλεσμα θα είναι θετικό για τη χώρα. «Οι Δημοκρατικοί έχουν δείξει μεγάλη συμπάθεια προς το Κίεβο και θεωρώ ότι οι περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί επίσης συμπαθούν την Ουκρανία, αλλά περιορίζονταν λόγω της θέσης του Τραμπ. Τώρα πολλοί Ρεπουμπλικανοί θα είναι διατεθειμένοι να ταχθούν με τους Δημοκρατικούς στη στήριξη της Ουκρανίας».
Αλλά, εξηγεί ο κ. Μακόφσκι, δεν θέλει να υπερβάλλουμε. «Γιατί», όπως λέει στην «Κ», «ο μεγαλύτερος παίκτης στην αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι ο πρόεδρος, και χρειάζονται πολλά για να περιοριστεί».
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.