Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Kathimerini.gr
Ξεκίνησε να δουλεύει σεζόν στη Χίο, όπου και σπούδαζε. Στόχος ήταν να μη γυρίσει το καλοκαίρι στο πατρικό του και να μη ζητάει συνεχώς χρήματα από τους γονείς του. Τα επόμενα χρόνια συνέχισε, γιατί πλέον είχε μάθει τη δουλειά, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του εργοδότη του και η αμοιβή αυξανόταν. Αλλωστε, είναι άνθρωπος που έχει ταλέντο στη συναναστροφή με πελάτες, περνούσε καλά. Για τα επτά χρόνια που εργαζόταν σεζόν στον τομέα της εστίασης δηλώνει ευγνώμων, αλλά τώρα δεν δίνει καμία πιθανότητα να επιστρέψει. «Είχα καταλήξει να βοηθάω στη λάντζα, στην κουζίνα, στο σέρβις, στον καφέ, να κρατάω το μισό μαγαζί μόνος μου για 30 ευρώ μαύρα, 12 με 15 ώρες. Το 8ωρο ήταν ουτοπικό», λέει ο 28χρονος Γιώργος για τα πρώτα χρόνια της δουλειάς του. «Πλέον ξέρω τι μπορώ να διαπραγματευτώ. Ξέρω ότι μπορώ να κάνω “λιγότερα” πράγματα, πιο ποιοτικά, με πολύ καλύτερα χρήματα. Είναι μία δουλειά που δεν με αντιπροσωπεύει πια», εξηγεί.
Για τις δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια στον ελληνικό τουρισμό ευθύνεται κατά κύριο λόγο η εκρηκτική ανάπτυξη του κλάδου και κατά συνέπεια η διόγκωση των αναγκών των επιχειρήσεων. Παράλληλα, όμως, οι νέοι, η βασική ομάδα στην οποία απευθύνονται οι εργοδότες του τουρισμού, έχουν αρχίσει να τους γυρίζουν την πλάτη, όσες παροχές κι αν δίνουν και όσες βελτιώσεις και αν συντελούνται στις σκληρές συνθήκες εργασίας. Η στροφή αυτή έχει γίνει αισθητή εδώ και χρόνια, επηρεάζοντας τους ανθρώπους που σήμερα είναι 30-40 ετών. Ωστόσο αποτυπώνεται ιδιαίτερα έντονα στη γενιά Ζ, τους κάτω των 30, η οποία τείνει να «ζυγίζει» πιο αυστηρά τα οφέλη μιας θέσης εργασίας και πολλές φορές επιλέγει να δουλεύει για να ζει, όχι να ζει για να δουλεύει.
«Το χαρακτηριστικό της γενιάς Ζ είναι ότι θέλει μία δουλειά οριοθετημένη», δηλώνει στην «Κ» η Ελεάνα Γιαμπανά, σύμβουλος σε θέματα ανθρώπινου δυναμικού με μακρά και ιδιαίτερα βαθιά εμπειρία στον χώρο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι προσδοκίες των νέων από την επαγγελματική τους πορεία δεν φαίνεται να ταιριάζουν στις απαιτήσεις της εποχικής εργασίας. Με βάση την εμπειρία της, παρατηρεί ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δεν θέτουν τόσο απόλυτα όρια στη δουλειά τους και ως αποτέλεσμα εμφανίζονται πιο εξοικειωμένοι ή ανεκτικοί στα μεγαλύτερα ωράρια και στις ευθύνες πέρα από τα πλαίσια της θέσης τους.
Από την αίσθηση που έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια από τη γενιά Ζ, η κ. Γιαμπανά βλέπει επίσης ότι οι νέοι εργαζόμενοι προτιμούν να δουλεύουν για έναν εργοδότη με συγκεκριμένο σκοπό, έναν εργοδότη που θέλει να αφήσει ένα κοινωνικό αποτύπωμα, καθώς και ότι τους ενδιαφέρει μέσα από τη δουλειά τους να προκύψει κάτι θετικό για την κοινωνία. Παράλληλα, αν και άπειροι, διεκδικούν θέσεις με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ψάχνουν τον εργοδότη που τους ταιριάζει. «Δεν τους κάνουμε εμείς συνέντευξη, μας κάνουν αυτοί συνέντευξη», λένε επιχειρηματίες που αναζητούν νέους εργαζομένους, όπως μεταφέρει χαρακτηριστικά η κ. Γιαμπανά.
Οι παροχές μιας εποχικής θέσης, ακόμα κι αν περιλαμβάνουν σχετικά υψηλές αποδοχές, συχνά δεν αρκούν για να δελεάσουν τους νέους. «Είτε θα έχεις κάποια βάση στο νησί –γονείς, σπουδές– είτε δεν θα έχεις κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον, δεν θα κυνηγάς τίποτα» σε βασική δουλειά, παρατηρεί η 28χρονη Ιώ, η οποία ως ηθοποιός δίνει πάντοτε προτεραιότητα στο κύριο επάγγελμά της. Το καλοκαίρι του 2021, τη μία φορά που δέχθηκε να κάνει σεζόν σε μία μπουτίκ σε ξενοδοχείο της Μυκόνου, ήταν λόγω της διακοπής που είχε προηγηθεί στον κλάδο από την πανδημία. Αν και η εμπειρία της από εκείνη την περίοδο ήταν θετική, πλέον αρνείται να δεσμευτεί για πολύμηνη εργασία εκτός βάσης, για να μην αποδομήσει την προσπάθειά της στο επάγγελμα· ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι ανά διαστήματα δεν θα έχει ενεργή δουλειά και θα καταφεύγει σε περιστασιακή απασχόληση. «Προτιμώ να μείνω Αθήνα και να περιμένω», τονίζει η Ιώ.
Το φετινό βαρόμετρο ανθρώπινου δυναμικού της ManpowerGroup διαπιστώνει ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, το 68% της γενιάς Ζ, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των γενεών, έχει συμπληρωματικές πηγές εισοδήματος μέσω ευέλικτων μορφών εργασίας, μερικής απασχόλησης, freelancing ή επενδύσεων. Προκύπτει μάλιστα ότι το 27% των εργαζομένων κάτω των 29 ετών συμπληρώνει το βασικό εισόδημα με δεύτερη εργασία ή περιστασιακή απασχόληση, αποδεικνύοντας την ανάγκη επιπλέον εισοδήματος. Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι νέοι εργαζόμενοι δεν ψάχνουν απλώς μια δουλειά, αλλά θέλουν να κατοχυρώνουν μέσω αυτής μεταξύ άλλων οικονομική ασφάλεια, ευελιξία και συνεχή μάθηση, στοιχεία που δεν εντοπίζονται εύκολα στην εποχική εργασία.
Η 26χρονη Μαρία, πάντως, βρήκε αυτά τα χαρακτηριστικά δουλεύοντας τρία χρόνια σεζόν σε κατάστημα εστίασης. Τον τελευταίο χρόνο είχε ανελιχθεί στη θέση της υποδοχής, από όπου διαχειριζόταν ολόκληρη ομάδα υπαλλήλων. «Αναπτύσσεις πολύ τα soft skills σου, έχει επικοινωνία, εξυπηρέτηση. Πέρα από το οικονομικό, είδα βελτίωση και στον εαυτό μου», σημειώνει, εξηγώντας ότι κάθε χρόνο κατάφερνε να διεκδικεί από τους εργοδότες της και κάτι παραπάνω, από ευθύνες και απολαβές μέχρι άδειες. Φέτος δεν επέστρεψε, καθώς ξεκίνησε δική της επιχείρηση ως γυμνάστρια. «Είναι η πρώτη χρονιά που δεν κάνω σεζόν. Μου φαίνεται πολύ περίεργο που έχω χρόνο, έχω Σαββατοκύριακα. Μου λείπει κιόλας. Το έκανα από επιλογή», δηλώνει στην «Κ».
Την ίδια αίσθηση σιγουριάς αποπνέει και ο 31χρονος Ντάνιελ, ο οποίος βρίσκεται αυτή την περίοδο στην Ιο για σεζόν σε κατάστημα εστίασης. Ανατρέχοντας στα τελευταία δέκα χρόνια που έχει αναλάβει εποχικές θέσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα, κάνει επίσης λόγο για μία δική του, συνειδητή επιλογή, από την οποία αντλεί θετικά στοιχεία. «Πρώτον, δεν αντέχω την Αθήνα το καλοκαίρι, κάνει πολλή ζέστη, έχει πολλή κίνηση. Θέλω να φεύγω. Δεύτερον, έχω πια φίλους στα νησιά. Το βλέπω σαν να μου πληρώνουν τρεις μήνες διακοπές», λέει στην «Κ». Ο Ντάνιελ παρουσιάζει τη σεζόν σαν αναπόσπαστο μέρος της χρονιάς του και μάλιστα φαίνεται από τη στάση του ότι θα συνεχίσει να είναι και τα επόμενα χρόνια, παρότι οι απολαβές του καλοκαιριού δεν είναι αρκετά υψηλές, ώστε να μπορεί να αφήσει την κύρια απασχόλησή του ως γυμναστής. Σε κάθε περίπτωση, σχολιάζοντας την κακή φήμη που ακολουθεί την εποχική εργασία στην εστίαση, επισημαίνει ότι «δεν είναι πάντοτε τόσο τρομακτικά τα πράγματα όσο τα παρουσιάζουν».
Ακόμα και ο Γιώργος, ο οποίος απορρίπτει κατηγορηματικά το σενάριο να ξανακάνει σεζόν, αναγνωρίζει όσα κέρδισε τα προηγούμενα χρόνια και υποστηρίζει ότι η εποχική εργασία, τα σκληρά ωράρια, η επαφή με πελάτες και εργοδότες ήταν ένα «μεγάλο σχολείο». «Με βοήθησε να διεκδικήσω περισσότερα προνόμια στις επόμενες δουλειές μου. Με βοήθησε να μάθω τη λειτουργία ενός καταστήματος. Και στο τέλος είχα φτάσει να παίρνω καλά χρήματα», εξηγεί στην «Κ» ο Γιώργος, ο οποίος πλέον ζει στην Αθήνα και δραστηριοποιείται στον τομέα των πωλήσεων.
Πέρα από το οικονομικό ζήτημα ή ακόμα και πέρα από τις προοπτικές που μπορεί να ανοίγουν μέσω μιας εποχικής θέσης εργασίας, υπάρχουν κι άλλοι προβληματισμοί που αποθαρρύνουν τους ενδιαφερομένους. Η 33χρονη Ελένη, καλλιτέχνις τσίρκου, η οποία θεωρητικά ανήκει στη γενιά που είναι πιο διατεθειμένη να «τεντώσει» τα προσωπικά της όρια για μία δουλειά, αρνήθηκε φέτος να αναλάβει θέση σεζόν στην ψυχαγωγία και στις δράσεις ευεξίας ενός ξενοδοχείου στην Κρήτη. Παρότι η ίδια επιδίωξε να δουλέψει το καλοκαίρι σεζόν και μάλιστα έκανε πρώτη την επαφή με σχετικό πρακτορείο, διαπίστωσε ότι οι θέσεις που της προτείνονταν, συνοδεύονταν από διαμονή με συγκάτοικο. «Το να μείνεις μόνος σου δεν υπάρχει πια. Δεν ξέρεις με ποιον θα συγκατοικήσεις, δεν θα έχεις προσωπικό χώρο, θα είσαι με έναν άγνωστο –ποιος ξέρει αν θα είναι καλός– για μήνες», αναδεικνύει ως έναν από τους λόγους που την οδήγησαν να απορρίψει την πρόταση.
Στο μεταξύ, όμως, δηλώνει και απογοητευμένη από τις προτεινόμενες απολαβές, οι οποίες ήταν και η αρχική αφορμή που την οδήγησαν να εξετάσει για πρώτη φορά φέτος το ενδεχόμενο της σεζόν. «Δεν δίνονται παντού αυτά τα καλά χρήματα, που υποτίθεται ότι σου επιτρέπουν να είσαι χαλαρός κατά τη διάρκεια του χειμώνα», εξηγεί βάσει των προτάσεων που δέχθηκε. Στο ξενοδοχείο στην Κρήτη, της πρότειναν 500 ευρώ περισσότερα απ’ όσα θα έβγαζε στην Αθήνα. Το ποσό αυτό δεν ήταν αρκετό για να την ωθήσει να φύγει από το σπίτι της και να δουλέψει υπό τις προϋποθέσεις που τέθηκαν. «Για να κάνω όλες αυτές τις υποχωρήσεις, δηλαδή συγκάτοικος, διαθεσιμότητα ολόκληρη την ημέρα και 6 στις 7 ημέρες δουλειά, τότε πρέπει να αμείβομαι με ένα ποσό που θα είναι ικανοποιητικό», καταλήγει. Για την υψηλότερη αντιπρόταση που έκα-νε, δεν πήρε ποτέ απάντηση.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.