Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Η συζήτηση που έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα γύρω από τα Διατάγματα για τη «Λευκή Ζώνη» στις βιομηχανικές περιοχές δεν αποτελεί ένα απλό πολεοδομικό ή τεχνικό ζήτημα. Αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής της χώρας και αναδεικνύει ένα κρίσιμο ερώτημα: επιδιώκουμε ενίσχυση της βιομηχανίας ή σταδιακό περιορισμό της;
Τα συγκεκριμένα Διατάγματα, τα οποία προβλέπουν την αναστολή ανάπτυξης νέων βιομηχανικών δραστηριοτήτων αυξημένης οχληρίας σε συγκεκριμένες περιοχές (Δάλι, Γέρι, Τσέρι) για περίοδο έως και δύο ετών, επιφέρουν σημαντικούς περιορισμούς σε έναν ήδη πιεσμένο τομέα. Αν και παρουσιάζονται ως προσωρινό μέτρο, στην πράξη δημιουργούν ένα προηγούμενο που ενδέχεται να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τη διαμόρφωση της βιομηχανικής πολιτικής.
Ταυτόχρονα, τα Διατάγματα επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα θεμελιώδες ζήτημα δημόσιας πολιτικής: την επάρκεια, προστασία και στρατηγική διαχείριση της γης που προορίζεται για βιομηχανικούς και μεταποιητικούς σκοπούς.
Η βιομηχανία δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη τομέα της οικονομίας. Είναι κρίσιμος συντελεστής παραγωγής, απασχόλησης και εξωστρέφειας, που στηρίζει την οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων και διεθνών αναταράξεων. Η διατήρηση και ενίσχυσή της προϋποθέτει σταθερό περιβάλλον, προβλεψιμότητα και, κυρίως, πρόσβαση σε κατάλληλα διαμορφωμένη και επαρκή γη.
Τα πρόσφατα Διατάγματα που περιορίζουν την ανάπτυξη δραστηριοτήτων αυξημένης οχληρίας σε συγκεκριμένες βιομηχανικές περιοχές, έστω και με τη μορφή προσωρινής ρύθμισης, δημιουργούν ένα πλαίσιο αυξημένης αβεβαιότητας. Στην πράξη, επηρεάζουν τη δυνατότητα αξιοποίησης υφιστάμενων επενδύσεων, περιορίζουν τη δυναμική επέκτασης επιχειρήσεων και επιβαρύνουν περαιτέρω το ήδη αυξημένο κόστος πρόσβασης σε βιομηχανική γη.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι οι διαθέσιμοι χώροι για βιομηχανικές δραστηριότητες στην Κύπρο είναι περιορισμένοι. Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο έντονο όταν αφορά δραστηριότητες αυξημένης οχληρίας, για τις οποίες η χωροθέτηση είναι ήδη εξαιρετικά δύσκολη. Περιβαλλοντικοί περιορισμοί, κοινωνικές αντιδράσεις και πολεοδομικές πιέσεις καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη δημιουργία νέων κατάλληλων περιοχών. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε περαιτέρω απώλεια ή περιορισμός υφιστάμενων ζωνών δεν μπορεί να αντισταθμιστεί με ρεαλιστικό τρόπο.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στις δραστηριότητες που συχνά εντάσσονται στην κατηγορία αυξημένης οχληρίας, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν βασικές υποδομές της οικονομίας. Η ανακύκλωση, η ενεργειακή υποδομή και τα πετρελαιοειδή, καθώς και η παραγωγή δομικών υλικών όπως τα ασφαλτικά, είναι δραστηριότητες με καθοριστική σημασία για τη λειτουργία της αγοράς, την υλοποίηση έργων υποδομής και την επίτευξη των στόχων της πράσινης μετάβασης. Η παρουσία τους σε κατάλληλες βιομηχανικές ζώνες είναι αναγκαία και δεν μπορεί να υποκατασταθεί χωρίς σοβαρές επιπτώσεις.
Πολύ σημαντικό είναι επίσης να επισημανθεί ότι η βιομηχανική δραστηριότητα στην Κύπρο λειτουργεί ήδη μέσα σε ένα αυστηρό και συνεχώς εξελισσόμενο κανονιστικό πλαίσιο. Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να συμμορφώνονται με εκτεταμένες περιβαλλοντικές νομοθεσίες και διαδικασίες αδειοδότησης, οι οποίες καλύπτουν ζητήματα εκπομπών, διαχείρισης αποβλήτων, ενεργειακής απόδοσης, περιβαλλοντικών επιπτώσεων και προστασίας της δημόσιας υγείας. Η εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών προϋποθέτει σημαντικό χρόνο, κόστος και επενδύσεις σε τεχνολογικές αναβαθμίσεις και συστήματα συμμόρφωσης. Ως εκ τούτου, η εικόνα μιας ανεξέλεγκτης ή μη ρυθμιζόμενης βιομηχανίας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, πρόκειται για έναν τομέα που ήδη λειτουργεί υπό αυστηρή εποπτεία, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμο το να διασφαλιστεί ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο δεν επιβαρύνεται περαιτέρω με οριζόντιους περιορισμούς που περιορίζουν τη δυνατότητα ανάπτυξης.
Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται ενίσχυση της στρατηγικής σημασίας της βιομηχανίας. Οι πρόσφατες κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως αναδεικνύονται και μέσα από την Έκθεση για την Ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, υπογραμμίζουν την ανάγκη ενδυνάμωσης της παραγωγικής βάσης, στήριξης των επενδύσεων και διασφάλισης της βιομηχανικής ικανότητας των κρατών μελών. Η βιομηχανία αναγνωρίζεται ως κρίσιμος πυλώνας για την ενεργειακή ασφάλεια, την τεχνολογική πρόοδο και την οικονομική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Κύπρος οφείλει να ευθυγραμμιστεί με αυτή τη στρατηγική προσέγγιση και να προχωρήσει σε πολιτικές που ενισχύουν και δεν περιορίζουν τη βιομηχανική δραστηριότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαφύλαξη της βιομηχανικής γης αποκτά χαρακτήρα εθνικής προτεραιότητας. Η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Απαιτεί τη διασφάλιση επαρκών χώρων για όλες τις κατηγορίες βιομηχανικών δραστηριοτήτων, τόσο για ελαφρύτερες όσο και για πιο απαιτητικές ή οχληρές χρήσεις.
Παράλληλα, η διαμόρφωση της βιομηχανικής πολιτικής πρέπει να αποτελεί αντικείμενο κεντρικού, συντονισμένου σχεδιασμού. Το υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας είναι το αρμόδιο όργανο για τη χάραξη αυτής της πολιτικής και για τη διασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων ανάπτυξης. Παρεμβάσεις που επηρεάζουν ουσιαστικά τη βιομηχανική δραστηριότητα δεν μπορούν να προκύπτουν αποσπασματικά ή να καθορίζονται εκτός ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού πλαισίου.
Συνολικά, το ζήτημα της «Λευκής Ζώνης» πρέπει να εξεταστεί όχι ως μεμονωμένο μέτρο, αλλά ως μέρος της ευρύτερης προσέγγισης της χώρας απέναντι στη βιομηχανία. Η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, η στήριξη των επενδύσεων και η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης προϋποθέτουν σαφείς και συνεκτικές πολιτικές αποφάσεις.
Το ΚΕΒΕ δεν μπορεί να αποδεχθεί μια πορεία που οδηγεί, έστω και σταδιακά, σε περιορισμό της βιομηχανικής δραστηριότητας μέσω αποσπασματικών και χωρίς στρατηγικό υπόβαθρο παρεμβάσεων. Η βιομηχανική γη δεν είναι περιθωριακός πόρος, αλλά κρίσιμη υποδομή για την οικονομία και την ανάπτυξη. Και ως τέτοια, χρειάζεται προστασία, προγραμματισμό και στρατηγική διαχείριση και όχι περιορισμούς που υπονομεύουν τη μελλοντική της αξιοποίηση.
Η ευθύνη για τη διαμόρφωση και προστασία της ανήκει στην Πολιτεία και οφείλει να ασκείται με συνέπεια, προοπτική και σεβασμό στις πραγματικές ανάγκες της παραγωγικής οικονομίας. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επενδύει στη βιομηχανία για να διασφαλίσει την ανταγωνιστικότητα και την αυτονομία της, η Κύπρος καλείται να λάβει ξεκάθαρες αποφάσεις.
Η χώρα δεν έχει περιθώριο για συρρίκνωση της βιομηχανικής της βάσης, αλλά έχει ανάγκη από ενίσχυση της βιομηχανίας της.
Ο Ανδρέας Ανδρέου είναι αναπληρωτής γενικός γραμματέας του ΚΕΒΕ.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.