ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Κουβέντες στις αυλάδες

Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

twitter

Τέτοιες στιγμές παγιδεύει ο φακός, δικές του καθενός και αφημένες εκεί έξω να αναπνέουν καθαρό οξυγόνο

«Πεθύμησα τις κουβέντες στις αυλάδες», λέει η φίλη μου, και περπατάμε η μια πίσω από την άλλη σ’ ένα στενό δρομάκι στην Καρδιανή — το πιο πράσινο χωριό της Τήνου που έχει θέα μαγευτική και αρχιτεκτονική ιδιαίτερη. «Ακούγεσαι σαν ηλικιωμένη», την πειράζω. Η αλήθεια, ωστόσο, που κρύβει μέσα στην πεθυμιά της είναι βαθύτερη από τις ηλικίες και τον χρόνο. Μιλά για κείνο το μοίρασμα που διακινείται μέσα από τις πέντε αισθήσεις του ανθρώπου, ώστε η κουβέντα να μην είναι ποτέ μόνο μια κουβέντα, αλλά και λίγο γιασεμί ανάμεσα στις συλλαβές και κάμποσος ουρανός πάνω από τις παύσεις. Και μια σταγόνα γλυκού που έχει πέσει στο πάτωμα πλάι στα χαχανητά και μια άλλη ιδρώτα, που ακροβατεί μεταξύ των φρυδιών παρέα με μια έγνοια. Μιλά για κείνες τις μπόλικες δονήσεις που ανακινούν τον αέρα καθώς το κάθε σύμφωνο και το κάθε φωνήεν παίρνει φόρα από τις ρίζες του για να ακουμπήσει την παρούσα στιγμή και να της αναδείξει τη σημασία. Και για όσα την ίδια ώρα μουσχομυρίζουν από τις κουζίνες και τρελαίνουν τα γατιά της γειτονιάς αλλά και για τις μουσικές από τα ραδιόφωνα που κυκλοφορούν ανεμπόδιστες από το ένα παράθυρο στο άλλο καθώς ένας περαστικός σταματά για να ρωτήσει «τι νέα;» και ένας άλλος για να θυμίσει τα παλιά. Τέτοια εννοεί η φίλη μου, που τώρα τη βλέπω να κοντοστέκεται στα στενά της Καρδιανής και να παρατηρεί τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που είναι αναρτημένες σε διάφορα σημεία του χωριού, σαν μια αλλιώτικη υπαίθρια έκθεση. Αποτυπώνουν καθημερινές στιγμές ανθρώπων, στιγμιότυπα κοντινά και λίγο πιο μακρινά: ένα ρέμβασμα, ένα κλάμα, μια χαρά, ένα γλέντι, ένας τάφος, μια προσευχή. Τέτοιες στιγμές παγιδεύει ο φακός, δικές του καθενός και αφημένες εκεί έξω να αναπνέουν καθαρό οξυγόνο. «Αυτό είναι που μου λείπει», επανέρχεται η φιλενάδα και εννοεί να μιλά ο άνθρωπος και να νιώθει το πάφλασμα της λέξης του στο χείλι του αλλουνού. Και, ανάμεσα στο πήγαινε έλα των συναισθημάτων, να φουσκώνει ένας αέρας φερμένος από τα βάθη των ωκεανών και των αιώνων που να δροσίζει ανακουφιστικά τις λέξεις μην χάσουν την φρεσκάδα τους και μπαγιατέψουν όπως τα πεθαμένα ψάρια. Τέτοια είναι που πεθύμησε, λέει. Μακριά από τα πληκτρολογημένα μηνύματα και τις κλειστοφοβικές παραγράφους που περιφέρονται μέσα σε κλειστά δωμάτια και χτυπούν πάνω σε τοίχους και οθόνες σαν εγκλωβισμένα πουλιά.

Περπατάμε ολόκληρο το χωριό, δεν είναι δα και τόσο μεγάλο. Μικρά λευκά, ασβεστωμένα σπίτια με ουρανιές και κίτρινες πόρτες, μια γλάστρα σ’ ένα παράθυρο, ένα μικρό πιθάρι με βασιλικό, στενά δρομάκια με σκαλιά που οδηγούν σε θέα κατανυχτική. Και κάθε τόσο κάνουμε στάση για να παρατηρήσουμε προσεκτικά την κάθε φωτογραφία. Από εκείνη την απόσταση που ατενίζει κανείς κατά πρόσωπο τη ζωή. Ή μάλλον κάτι περισσότερο: τον πυρήνα της ζωής. Και ύστερα καθόμαστε στο καφενείο, ελάχιστος ο κόσμος, δυο-τρεις ηλικιωμένοι που μιλούν για έναν γάμο που πρόκειται να γίνει το ίδιο απόγευμα και μερικοί τουρίστες που επεξεργάζονται τον κατάλογο. Παραγγέλνουμε λεμονάδα και γλυκό του κουταλιού. Η φίλη μου δεν συγκρατεί τον ενθουσιασμό της. «Πόσο όμορφα είναι όλα», επαναλαμβάνει και μοιάζει λες και επαναλαμβάνοντας τη φράση, επανασυνδέεται με ό,τι τη συνιστά. Μένω σιωπηλή. Είναι από κείνες τις στιγμές που η σιωπή διευκολύνει καλύτερα τη συνεννόηση, στέλνοντάς σε κατευθείαν στην ουσία, όπως ένας ήχος ή μια μυρωδιά που, πριν προλάβεις να το καλοσκεφτείς, ανασταίνει μέσα σου μια από καιρό θαμμένη εντύπωση.

“Που πήγαινε όντως οι κουβέντες στις αυλάδες” διερωτώμαι αμίλητη. Και είναι ένα διερώτημα που θέλει να υπερβεί τα στενά πλαίσια της νοσταλγίας για να φτάσει εκεί όπου φανερώνονται οι τεράστιες διαστάσεις και το βάρος που έχει στο ψυχισμό μας αυτό που από δική μας αναξιότητα θεωρήσαμε ασήμαντο. Όπως τις λίγες σταγόνες κύματος πάνω στα φωνήεντα στην θέση της οξείας ή λίγο βασιλικό στην λήγουσα να αρωματίζει τις τελείες. Ή για να το πω με τα λόγια του ποιητή, μιλώ για κείνες τις ανεπαίσθητες αποκλίσεις που δραπετεύουν από το κλουβί των αιτίων και των αιτιατών προκειμένου να συνεχίσει η καρέκλα να πετά και η θάλασσα να πατιέται.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ