ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Κάποιο πρωινό στην Βενετία

Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

twitter

Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι ότι επιστρέφω ξανά στη Βενετία, μετά από χρόνια συνεχόμενων επισκέψεων, τώρα ειδικά που η τέχνη που φιλοξενεί προσδοκά στην επιβράδυνση

Περπατώ στα δρομάκια, διασχίζω τις γέφυρες και βγάζω φωτογραφίες την ησυχία στη Βενετία. Είναι νωρίς το πρωί και η πόλη ακόμα κοιμάται. Ελάχιστοι ντόπιοι περιφέρονται, εργάτες και ηλικιωμένοι οι περισσότεροι. Καθαρός ο ουρανός. Η υγρασία υποχώρησε. Κατευθύνομαι σε μια καφετέρια που συστήνει το ΑΙ και λέγεται Μπραζίλια. Η Ε. θυμώνει που χρησιμοποιώ το ΑΙ· η χρήση του, λέει, απαιτεί υπέρογκες ποσότητες νερού. Η Ε. είναι 16 χρονών και χαίρομαι που έχει οικολογικές ανησυχίες. Δεν το χρησιμοποιώ πολύ, τη διαβεβαιώνω, και στην ουσία δεν ξέρω σε τι χρησιμεύει η διαβεβαίωσή μου.

Μ’ αρέσει ο αργός ρυθμός του πρωινού στις πόλεις του κόσμου. Νωχελικός και αφημένος στη φυσιολογική του τροχιά, προτού η φρενίτιδα της καθημερινότητας θέσει σε λειτουργία τους κανόνες μιας καθ’ όλα μάταιης βιασύνης. Στο Μπραζίλια παραγγέλνω ζεστό καπουτσίνο με μπόλικη κανέλα και ένα κρουασάν βουτύρου. Διαλέγω το ακρινό τραπέζι έξω –ένα μικρό στρογγυλό– και βγάζω το σημειωματάριό μου. Η ίδια σκηνή επαναλαμβανόμενη, δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές μέχρι τώρα στις τόσες διαδρομές μου. Ένα καφέ κάπου σε μια μακρινή οδό, ένα σημειωματάριο και η ηθελημένη παρατήρηση και της πιο αδιόρατης λεπτομέρειας που συμβαίνει τριγύρω. Όπως τώρα: ένα περιστέρι που αρπάζει το ψίχουλο από τα πόδια μου και το τρώει δίπλα στις πατούσες μου, εξοικειωμένο με την ανθρώπινη παρουσία. Ή οι καλημέρες που σε λίγο θα ανταλλάξουν ένας τύπος που θα εμφανιστεί από τη γωνιά του στενού σπρώχνοντας ένα καρότσι που πάνω γράφει «Καθαρή Βενετία» και ένας ηλικιωμένος που θα βγει με το μπαστούνι από μια πόρτα αρχοντικού, ντυμένος με παλιομοδίτικη, θαυμαστή αρμονία. Παρατηρώ τα γεμάτα τατουάζ μπράτσα του πρώτου να κάνουν διάλογο με τα ρυτιδιασμένα χέρια του δεύτερου και μετά το βλέμμα μου περιπλανιέται πάνω από τις σταθμευμένες γόνδολες και τις άδειες γέφυρες, μέχρι που φτάνει στο Μεγάλο Κανάλι, το οποίο φαίνεται στο βάθος να επιτηρείται από δεκάδες παχουλούς γλάρους που πετούν σε κυκλικές βάρδιες. Καταγράφω χειρονομίες και αποχρώσεις, ήχους και συρμένα φωνήεντα.

Και μαγεύομαι από το πώς η μια στιγμή τραβά την άλλη από το «μανίκι» για να κατευθυνθούν παρέα προς τη μεριά του φανταστικού, που ήδη έχει ενεργοποιηθεί στο μυαλό μου και σχηματίζει εικόνες φτιαγμένες από τα μυστήρια σωματίδια της περιπλάνησης. Φαντάζομαι διάφορα που δυσκολεύομαι να τα βάλω σε λέξεις, ίσως γιατί τους λείπει ο συνειρμός, χωρίς ωστόσο αυτό να αναιρεί την αλληγορική συνοχή που υποκρύπτουν και την οποία αισθάνομαι περισσότερο σαν υποψία δροσιάς παρά σαν την αρχή μιας ακρωτηριασμένης επεξήγησης. Είναι η δεύτερη μέρα που είμαι στη Βενετία. Ήρθα με φίλους για την Μπιενάλε Τέχνης και χθες γυρίζαμε όλη μέρα τα εθνικά περίπτερα στους κήπους του Τζιαρντίνι και στην περιοχή Αρσενάλε. In Minor Keys είναι η θεματική της φέτος, που πάει να πει «σε ελάσσονες κλίμακες», και αυτό σημαίνει πως εκείνο που προτείνεται είναι μια απομάκρυνση από τον θόρυβο, τις μεγάλες χειρονομίες και τις κραυγαλέες αφηγήσεις και μια στροφή προς τις χαμηλόφωνες ιστορίες, τη μνήμη, τη φροντίδα, την εσωτερικότητα και την ενδοσκόπηση. Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι ότι επιστρέφω ξανά στη Βενετία, μετά από χρόνια συνεχόμενων επισκέψεων, τώρα ειδικά που η τέχνη που φιλοξενεί προσδοκά στην επιβράδυνση, προτείνοντάς την ως έναν άλλο τρόπο να αντιληφθούμε τον κόσμο; Και κατ’ επέκταση να αρχίσουμε να τον βιώνουμε αλλιώς; Η επιβράδυνση, όπως και οι παύσεις, οι αργοί ρυθμοί, η περισυλλογή, ο στοχασμός και ο αναστοχασμός είναι, σε αυτή τη φάση της ζωής μου, ζητούμενο, σχεδόν αδιαπραγμάτευτο. Ή, για να το θέσω διαφορετικά, είναι οι έννοιες που με γυροφέρνουν όπως οι γλάροι το Μεγάλο Κανάλι και επιτακτικά επιζητούν την ενσωμάτωσή τους στην καθημερινότητά μου, προκειμένου αυτή να επαναφέρει το κελάηδημα ενός πουλιού ή το σχήμα ενός σύννεφου ή ακόμα και τον ψίθυρο ενός ανθρώπου που διασχίζει έναν δρόμο ή μια γέφυρα με το κεφάλι σκυφτό, ως συμβάν βαρύνουσας σημασίας.

Ποτέ άλλωστε δεν πίστεψα στο τυχαίο. Ανέκαθεν το εκλάμβανα σαν ένα στιγμιαίο φανέρωμα της ιερής γεωμετρίας που μας κρατάει συνδεδεμένους τον ένα με τον άλλο, το παρελθόν με το παρόν, τα πόδια μας πάνω στη γη, το κεφάλι μας στον ουρανό. Και που, αδυνατώντας να την εννοήσουμε και άρα να την επεξεργαστούμε σαν κάτι χειροπιαστό, προτιμάμε να τη στριμώχνουμε στα στενοκομμένα όρια της σύμπτωσης ή της τυχαιότητας, υποβαθμίζοντας έτσι την ιερότητά της.

Όπως και να ’χει, ο δεύτερος καφές με βρίσκει να κάνω αυτή την παραδοχή: πως με ενδιαφέρει πια λιγότερο η τέχνη που διαμαρτύρεται και περισσότερο εκείνη που ψιθυρίζει εύθραυστες ιστορίες. Εκείνη δηλαδή που γνοιάζεται να «μιλήσει» χαμηλόφωνα, ώστε να αφήνει χώρο να την ακροαστείς και συνάμα να ακούσεις τον εαυτό σου, τον άλλον, τον κόσμο, τη φύση και την ησυχία. Ή, για να το πω αλλιώς, πεποίθησή μου πια είναι πως η πιο ριζοσπαστική πράξη που μας έχει απομείνει είναι η τρυφερότητα. Κι αυτή προϋποθέτει επιβράδυνση, και ενδοσκόπηση και πάνω απ’ όλα, τη συνειδητότητα πως η φροντίδα και η ενσυναίσθηση είναι πράξεις εξόχως πολιτικές.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ