Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Kathimerini.gr
Οδύσσεια ★★★★½ΕΠΙΚΟ ΔΡΑΜΑ (2026), 180΄Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ ΝόλανΕρμηνείες: Ματ Ντέιμον, Αν Χάθαγουεϊ, Τομ Χόλαντ
Το στοίχημα ήταν μεγάλο: το πιο σημαντικό ίσως λογοτεχνικό έργο της ανθρώπινης ιστορίας, ένας από τους δυο-τρεις σπουδαιότερους κινηματογραφιστές της εποχής μας και ένα μπάτζετ 250 εκατ. δολαρίων, που σίγουρα «λύνει» τα χέρια, κουβαλά ωστόσο μαζί του και την ανάλογη ευθύνη. Από την άλλη ο Κρίστοφερ Νόλαν μοιάζει φτιαγμένος για να κάνει το σινεμά των μεγάλων οραμάτων, των επικών αφηγήσεων και των θεμάτων που ξεφεύγουν από τα στενά όρια της (εκάστοτε) εποχής.
Το είδαμε σε ταινίες όπως το «Interstellar», η «Δουνκέρκη» και ο «Οπενχάιμερ», που του χάρισε επιτέλους και την οσκαρική δόξα· το βλέπουμε στο μέγιστο βαθμό και στην «Οδύσσεια», η οποία ισορροπεί -όχι πάντα ακίνδυνα- ανάμεσα στο mainstream σινεμά και στο ιδιαίτερο καλλιτεχνικό όραμα του εμπνευστή της, για να ανέλθει τελικά στο επίπεδο του κινηματογραφικού αριστουργήματος.
Η «Οδύσσεια» του Νόλαν είναι σκοτεινή, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μαζί με τον μόνιμο συνεργάτη του στη διεύθυνση φωτογραφίας, Χόιτε βαν Χοϊτέμα, μας μεταφέρουν στην πραγματικότητα του αρχαίου κόσμου, εκεί όπου η νύχτα φωτίζεται μόνο από δαυλούς ή από την φωτιά που κατατρώει την κουρσεμένη Τροία ενώ το φως της μέρας τρυπώνει από σχισμές μέσα σε αβέβαια σπήλαια.
Αφηγηματικά, ο Νόλαν επιδεικνύει την συνηθισμένη του δεξιοτεχνία, κινούμενος άνετα ανάμεσα σε φλας μπακ, παράλληλες δράσεις, ομηρικού τύπου προοικονομία και παλιομοδίτικη διήγηση.
Οι ευφυείς σκηνοθετικές λύσεις και η πλούσια ανάλυση των καμερών IMAX φροντίζουν ώστε να βλέπουμε τα πάντα ευκρινώς, ωστόσο το πραγματικό σκοτάδι βρίσκεται αλλού· σε έναν κόσμο τρομακτικής αγριότητας, εκδικητικών θεών και αιματηρών θυσιών, ο ήρωας πασχίζει όχι απλώς να επιβιώσει, αλλά να διατηρήσει και την ανθρωπιά του.
Δεν είναι όμως μόνο η εικόνα. Ακόμα πιο σημαντική είναι η ηχητική επένδυση της ταινίας, ένα μείγμα μελωδιών της αρχαιοελληνικής λύρας και του διπλού αυλού, με βροντερά κρουστά και στεντόρεια φωνητικά, ενορχηστρωμένο από τον τριπλά βραβευμένο με Οσκαρ, Λούντβιχ Γιόρανσον. Το αποτέλεσμα είναι μια ηχητική παλέτα μυστηριώδης, τελετουργική και πάντως διαφορετική από οτιδήποτε (ορχηστρικό) έχουμε συνηθίσει σε παρόμοιου είδους ταινίες, με τον ραψωδό (Τράβις Σκοτ) να χτυπά επιτακτικά το ραβδί του για να κινήσει ο μύθος.
Παρόλα αυτά και παρά τον Κύκλωπα, την Σκύλλα, την Χάρυβδη, τους Λαιστρυγόνες και τα υπόλοιπα υπερφυσικά όντα που συναντά στα ταξίδια του ο ήρωας, ελάχιστα υπάρχει εδώ η αίσθηση του παραμυθιού. Ο Οδυσσέας, που δημιουργεί ο Νόλαν μαζί με τον πρωταγωνιστή του, Ματ Ντέιμον, είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί βασικά να τα βγάλει πέρα με όπλα τη σκέψη, τον ρεαλισμό και τη δύναμη των χεριών του. Ακόμα και η θεά Αθηνά που τον συνοδεύει-συμβουλεύει, μοιάζει τόσο γήινη όσο και η ηθοποιός που την υποδύεται (Ζεντάγια), ενώ το μοναδικό πραγματικά απόκοσμο σκηνικό είναι (ταιριαστά) αυτό του Αδη, για το οποίο η παραγωγή ταξίδεψε μέχρι τις ερημιές της Ισλανδίας.
Αφηγηματικά, ο Νόλαν επιδεικνύει την συνηθισμένη του δεξιοτεχνία, κινούμενος άνετα ανάμεσα σε φλας μπακ, παράλληλες δράσεις, ομηρικού τύπου προοικονομία και παλιομοδίτικη διήγηση, με μοναδικό ψεγάδι ίσως κάποια επαναληπτικότητα σε διαδοχικές σκηνές, όπου Οδυσσέας και σύντροφοι τρέχουν βασικά ξεφύγουν από τα τέρατα που τους καταδιώκουν. Αυτά βέβαια σε πρώτο πλάνο, καθώς σε δεύτερο επίπεδο η ταινία αναδεικνύει δύο κυρίως θέματα: την ευθύνη-ενοχή του ηγέτη (Οδυσσέα) απέναντι στους συντρόφους του, αλλά και τις ολέθριες συνέπειες του πολέμου, θύμα του οποίου είναι και η ίδια η (σημαδεμένη) Ωραία Ελένη της Λουπίτα Νιόνγκ’ο. Ο δε τρόπος που η πολεμική οδύνη αισθητοποιείται στην οθόνη στο τελευταίο κομμάτι του φιλμ με την εξομολόγηση του Οδυσσέα στην Πηνελόπη, είναι απλώς ανατριχιαστικός.
Μια και αναφέραμε την Πηνελόπη, ας περάσουμε και στην ηθοποιό που την υποδύεται: η Αν Χάθαγουεϊ, με την ήρεμη, μετρημένη ερμηνεία της -αλλά και με μια καλοσυγχρονισμένη στιγμή έκρηξης- είναι μάλλον η κορυφαία ενός ούτως ή άλλως λαμπερού καστ. Από την άλλη είναι μάλλον περιττό να επισημάνουμε την απαίτηση όσων φέρνει εις πέρας ο πρωταγωνιστής, Ντέιμον, στη φιγούρα του οποίου καθρεφτίζεται η σωματική και πνευματική ταλαιπωρία του ήρωα. Πρωταγωνιστικός είναι και ο ρόλος του Τηλέμαχου με τον Τομ Χόλαντ να τον φέρνει εις πέρας δίχως πάντως να μείνει ιδιαίτερα αξιομνημόνευτος. Από τους μικρότερους ρόλους, ξεχωρίζουν αυτοί των δύο μαγισσών: τόσο η Σαρλίζ Θέρον ως σαγηνευτική Καλυψώ, όσο και η Σαμάνθα Μόρτον ως πανούργα Κίρκη αποδεικνύονται ιδανικές για να υπηρετήσουν τους χαρακτήρες τους.
Οσοι παρακολουθούν σταθερά τη φιλμογραφία του Κρίστοφερ Νόλαν, γνωρίζουν ότι ο Βρετανός σκηνοθέτης αρέσκεται στον εντυπωσιασμό -οι ταινίες του είναι γεμάτες από σκηνές, φτιαγμένες για να εμπνέουν στον θεατή μια αίσθηση δέους. Η «Οδύσσεια» ωστόσο διαφοροποιείται· όχι ότι εδώ δεν υπάρχουν εντυπωσιακές στιγμές, ωστόσο δεν είναι «δεσμευτικές». Οταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του σαλπάρουν από την Τροία η εικόνα μοιάζει αλλόκοτα αντιηρωϊκή, ενώ όταν έρχεται η ώρα για την μεταμόρφωση των πολεμιστών σε χοίρους από την Κίρκη, τα αισθητικά ηνία παίρνει το δημοφιλές τα τελευταία χρόνια body horror, αναμφισβήτητα στην πιο «άβολη» σεκάνς της ταινίας.
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν κέρδισε το ομηρικό στοίχημα και μάλιστα θριαμβευτικά. Η «Οδύσσεια» τοποθετείται με ασφάλεια στην κορυφογραμμή της φιλμογραφίας του, αλλά και ανάμεσα στις πιο σημαντικές ταινίες των τελευταίων ετών, καταφέρνοντας να παντρέψει τον απόηχο που έρχεται από το βάθος των αιώνων με το μεταμοντέρνο καλλιτεχνικό συνειδητό του σήμερα.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.