Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Kathimerini.gr
Η Βενετία μάς υποδέχθηκε με έναν σχεδόν θανατηφόρο συνδυασμό ζέστης και υγρασίας. Τρέχοντας για να προλάβουμε τις γραφειοκρατικές διαδικασίες της πρώτης ημέρας του κινηματογραφικού φεστιβάλ, ανοίξαμε δρόμο ανάμεσα σε ποτάμια ανέμελων τουριστών, αγχωμένους διαπιστευμένους και ομάδες νεαρών που έστηναν… κατασκήνωση κάτω από τον καυτό ήλιο προκειμένου να εξασφαλίσουν προνομιακές θέσεις μπροστά στο κόκκινο χαλί.
Μέσα στη διοργάνωση, πάντως, οι περισσότεροι μετρούσαν αντίστροφα για την –πολυσυζητημένη πια– συνέντευξη Τύπου, για την οποία το προηγούμενο διάστημα έγινε(;) προσπάθεια μέχρι και να ακυρωθεί, υπό τον φόβο πιεστικών ερωτήσεων. Τελικά αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχουν «τρομακτικές» ερωτήσεις, αλλά διστακτικές ή (κυρίως) λιγότερο προετοιμασμένες απαντήσεις. Με τον ίδιο τον καλλιτεχνικό διευθυντή του φεστιβάλ, Αλμπέρτο Μπαρμπέρα, να δηλώνει προ ολίγων ημερών ότι η φετινή είναι η πιο πολιτικοποιημένη Μόστρα των τελευταίων ετών, όλοι –δημοσιογράφοι και επιτροπή– βρίσκονταν στην ίδια… σελίδα. Κάπως έτσι η πρόεδρος της επιτροπής, Μάγκι Τζίλενχαλ, ήταν αρκετά ξεκάθαρη όταν δήλωσε ότι δεν υπάρχει θέμα ή δημιουργός που δεν πρέπει να ακούγεται και ότι «αν οι ταινίες αποτελούν ειλικρινή ματιά στις εμπειρίες των άλλων ανθρώπων, τότε είναι θεμελιωδώς και αναπόφευκτα πολιτικές», συμπληρώνοντας ότι αυτό ισχύει ακόμη κι αν δεν έχουν ως άμεσο αντικείμενο την πολιτική. Η Τζίλενχαλ δεν δίστασε μάλιστα να τα βάλει (διακριτικά) ακόμη και με την ίδια τη διοργάνωση, λέγοντας πως ακόμα δεν καταλαβαίνει γιατί υπάρχουν τόσο λίγες γυναίκες σκηνοθέτριες στο κυρίως διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ. Η συνέντευξη Τύπου πάντως έκλεισε σε αισιόδοξους τόνους, με την παρουσίαση στοιχείων που δείχνουν τη μεγάλη αύξηση του κοινού που παρακολουθεί διά ζώσης το φεστιβάλ τα τελευταία χρόνια. Σημαντικό ποσοστό αυτών των θεατών μάλιστα ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 15-30 ετών, γεγονός που αντανακλάται και στις κινηματογραφικές αίθουσες ανά τον κόσμο.
Ισως ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχε η ακόλουθη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε ο, τιμώμενος φέτος στη Βενετία, Τζορτζ Κλούνεϊ. Αφού ομολόγησε τον έρωτά του για την πόλη και εξήγησε ότι έχει αφήσει πλέον στην άκρη τη σκηνοθεσία ώστε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην ανατροφή των παιδιών του, χρειάστηκε να περάσει κι εκείνος τη «βάσανο» των πολιτικών ερωτήσεων· όπως ήταν ωστόσο αναμενόμενο, το έκανε με άνεση και στυλ: «Το γεγονός ότι οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο είναι οι ιδιοκτήτες της Washington Post και του Twitter (σ.σ. εννοεί το X) είναι σίγουρα ανησυχητικό. Από την άλλη πιστεύω ότι υπάρχει χώρος για εξαιρετικούς δημοσιογράφους και ότι η γνήσια πληροφορία θα βρει τον δρόμο της ώς εμάς», ήταν η απάντησή του όταν ρωτήθηκε σχετικά με τον σύγχρονο ρόλο της δημοσιογραφίας και των μίντια. Οταν πάντως του ζητήθηκε να σχολιάσει τη σημερινή κατάσταση των ΗΠΑ, εκείνος επιστράτευσε έναν ελληνικό νεολογισμό που ήταν η λέξη της χρονιάς το 2024. «Υπάρχει μια υπέροχη λέξη, κακιστοκρατία (kakistocracy)· χρησιμοποιείται για μια χώρα που κυβερνάται από τους πιο ακατάλληλους ανθρώπους. Νομίζω ότι τώρα έχουμε κακιστοκρατία, όμως θα το ξεπεράσουμε. Εχουμε εκλογές τον Νοέμβριο και εκεί θα μετρήσουμε δυνάμεις».
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.