Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Απόστολος Κουρουπάκης
kouroupakisa@kathimerini.com.cy
Η Αννα Σπύρου, ερευνήτρια, υπεύθυνη του έργου ARETI (Animals Resilient in Time) και σεναριογράφος (μαζί με τον δρα Αντρέα Δημητρίου) του ντοκιμαντέρ «Ο Κόσμος Μικραίνει», σε παραγωγή της Juno12 και σκηνοθεσία Μάρκου Κάσσινου, μιλάει στην «Κ» για την κυπριακή φυλή βοοειδών, ένα «ζωντανό μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς», το οποίο παρουσιάζεται στο κυπριακό κοινό μέσω αυτής της πολύ δημιουργικής δουλειάς.
«Μέσα από το ντοκιμαντέρ θελήσαμε, πρωτίστως, να αποτυπώσουμε τις αφηγήσεις, τις εικόνες και τις μνήμες που συνδέονται με αυτόν τον κόσμο πριν όλα γίνουν μια μακρινή ανάμνηση»
Η Κυπριακή Φυλή Βοοειδών θεωρείται απειλούμενη με εξαφάνιση επειδή ο αριθμός των αναπαραγωγικών θηλυκών παραμένει κάτω από το όριο των 1.000 και η Αννα Σπύρου λέει στην «Κ» πως η απειλή εξαφάνισης δεν έχει επιπτώσεις μόνο στη βιοποικιλότητα του νησιού, αλλά συνδέεται και με τον κίνδυνο να χαθούν λέξεις, παροιμίες, ιστορίες, «όλα όσα συνθέτουν τη συλλογική μας μνήμη και ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας».
–Πώς ήλθε η ιδέα να διηγηθείτε την ιστορία της κυπριακής αγελάδας; Αφηγείστε συνάμα και ιστορίες ενός κόσμου που ήδη χάθηκε… Χτυπάτε καμπανάκι κινδύνου;
–Η ενασχόλησή μου με την Κυπριακή Φυλή Βοοειδών και την ιστορία της προέκυψε τόσο από ερευνητικό ενδιαφέρον όσο και από μια προσωπική ανάγκη σύνδεσης με το μακρινό παρελθόν του τόπου, αλλά και την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν γεωργοκτηνοτρόφος, πρόσφυγας από το χωριό Γύψου. Τον γνώρισα μόνο μέσα από τις διηγήσεις του πατέρα μου. Από μικρή άκουγα ιστορίες για την ιδιαίτερη σχέση που είχε με τα βόδια του αλλά και με τα ζώα του γενικότερα, που ήταν σαν μέλη της οικογένειάς του. Δεν είμαι βέβαιη τι από τα δύο –η επιστημονική περιέργεια ή αυτές οι ιστορίες– πυροδότησε πρώτα το ενδιαφέρον μου για τη συγκεκριμένη θεματική. Πιστεύω πάντως πως οι ερευνητικές μας επιλογές συχνά συνομιλούν με την προσωπική μας ιστορία. Έτσι, η διερεύνηση της ιστορίας της κυπριακής αγελάδας υπήρξε, κατά κάποιο τρόπο, και μια διερεύνηση του δικού μου παρελθόντος. Η ανάγκη να αποκωδικοποιήσω την ιστορία αυτού του ζώου συνδέεται και με την ανάγκη να πλησιάσω τις ρίζες μου, ρίζες που βρίσκονται σε τόπους που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω και σε έναν κόσμο, τον κόσμο της αγροτικής Κύπρου, που σιγά-σιγά εξαφανίζεται. Κι αυτός ο κόσμος δεν χάνεται μόνο υλικά, χάνεται και ως μνήμη. Η απειλή εξαφάνισης της Κυπριακής Φυλής Βοοειδών δεν έχει επιπτώσεις μόνο στη βιοποικιλότητα του νησιού. Συνδέεται, κατά τη γνώμη μου, και με τον κίνδυνο να χαθούν λέξεις, παροιμίες, ιστορίες, όλα όσα συνθέτουν τη συλλογική μας μνήμη και ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας, που από τα πανάρχαια χρόνια υπήρξε άρρηκτα συνδεμένο με τη γη και τα ζώα. Μέσα από το ντοκιμαντέρ θελήσαμε, πρωτίστως, να αποτυπώσουμε τις αφηγήσεις, τις εικόνες και τις μνήμες που συνδέονται με αυτόν τον κόσμο πριν όλα γίνουν μια μακρινή ανάμνηση. Στόχος του είναι να λειτουργήσει ως ένας ακόμη «άυλος» χώρος διατήρησης της κυπριακής αγελάδας, αλλά και της ιστορίας των ανθρώπων και των τόπων που συνδέθηκαν μαζί της: ένα αρχείο μνήμης, μια συλλογική μαρτυρία, μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Και αν, παράλληλα, λειτουργήσει και ως καμπανάκι κινδύνου για το κοινό, τότε τόσο το καλύτερο.
«Η ανάγκη να αποκωδικοποιήσω την ιστορία αυτού του ζώου συνδέεται και με την ανάγκη να πλησιάσω τις ρίζες μου, ρίζες που βρίσκονται σε τόπους που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω και σε έναν κόσμο, τον κόσμο της αγροτικής Κύπρου, που σιγά-σιγά εξαφανίζεται» λέει η Άννα Σπύρου.
–Στο ντοκιμαντέρ σας συμπλέκονται με αρμονικό τρόπο η λαογραφία με τις επιστήμες της βιολογίας και της αρχαιολογίας… πώς αυτοί οι διαφορετικοί επιστημονικοί κόσμοι μπορούν να βοηθήσουν το μέλλον μιας χώρας, ενός τόπου;
–Από την αρχή, ο πυρήνας του προγράμματος ήταν η διεπιστημονικότητα και ο συνεχής διάλογος ανάμεσα στις Επιστήμες Ζωής και τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Η ζωοαρχαιολογία, δηλαδή η μελέτη των ζωικών οστών, μας επέτρεψε να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή της αγελάδας στον τόπο και στον χρόνο. Η αρχαιογενετική έριξε φως στη γενετική της ιστορία από την αρχαιότητα, η γονιδιωματική ανέδειξε τη μοναδικότητα της Κυπριακής Φυλής Βοοειδών, ενώ η λαογραφία και η εθνογραφία μας βοήθησαν να κατανοήσουμε τη θέση του ζώου στην κοινωνική ζωή του νησιού και την ιδιαίτερη σχέση του με τους ανθρώπους. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου είχα την τύχη να συνεργαστώ με εξαιρετικούς επιστήμονες, όπως τη δρα Γεωργία Χατζηπαύλου, τον δρα Αντρέα Γ. Δημητρίου και τον καθηγητή Daniel Bradley. Ο καθένας έφερε στο πρόγραμμα τη δική του εμπειρία, γνώση και οπτική, και αυτό ακριβώς επέτρεψε να αναδειχθούν όλες οι πτυχές της ιστορίας της Κυπριακής Φυλής Βοοειδών. Η εξαφάνιση των τοπικών φυλών αγροτικών ζώων είναι ένα ζήτημα παγκόσμιο και, ταυτόχρονα, βαθιά πολυεπίπεδο: έχει οικονομικές, κοινωνικές, οικολογικές και πολιτισμικές προεκτάσεις. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να αφορά μόνο τους βιολόγους. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες, η αρχαιολογία, η ιστορία, η λαογραφία, η κοινωνιολογία, μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο σε περιβαλλοντικά ζητήματα, γιατί αναδεικνύουν τη κοινωνική, ιστορική και πολιτιστική τους διάσταση. Παράλληλα, οι τέχνες και ειδικά ο κινηματογράφος, μπορούν να συμβάλουν στην ενημέρωση, την αφύπνιση και, κυρίως, στην ουσιαστική εμπλοκή του κοινού σε θέματα όπως η απώλεια της αγροβιοποικιλότητας.
–Και οι άνθρωποι.
–Την ίδια στιγμή, εξίσου απαραίτητη είναι η συμμετοχή της Κοινωνίας Εκτροφέων: των ανθρώπων που αποτελούν τους πραγματικούς θεματοφύλακες της Κυπριακής Φυλής Βοοειδών, καθώς και η παραδοσιακή γνώση των μεγαλύτερων γενεών. Τελικά, η απώλεια της αγροβιοποικιλότητας μάς αφορά όλους. Για εμένα, η έρευνα αποκτά πραγματική αξία, όταν επιστρέφει στην κοινωνία, όταν δίνει φωνή στους ανθρώπους και ανοίγει έναν κοινό χώρο συζήτησης. Διαφορετικά κινδυνεύει να μείνει κλεισμένη σε βιβλία και επιστημονικά περιοδικά, που έχουν αναμφίβολα τη σημασία τους, αλλά δεν αρκούν για να αλλάξουν την πραγματικότητα.
«Η απειλή εξαφάνισης της Κυπριακής Φυλής Βοοειδών δεν έχει επιπτώσεις μόνο στη βιοποικιλότητα του νησιού. Συνδέεται, κατά τη γνώμη μου, και με τον κίνδυνο να χαθούν λέξεις, παροιμίες, ιστορίες, όλα όσα συνθέτουν τη συλλογική μας μνήμη και ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας».
–Σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα η Κυπριακή Φυλή Βοοειδών
–Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη επισκόπηση του Κλάδου Ζωικής Παραγωγής του Τμήματος Γεωργίας, σήμερα καταγράφονται 1.304 ζώα της ντόπιας φυλής σε ολόκληρη την Κύπρο, εκ των οποίων 709 είναι θηλυκά σε αναπαραγωγική ηλικία. Με βάση τα κριτήρια του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), η Κυπριακή Φυλή Βοοειδών θεωρείται απειλούμενη με εξαφάνιση, ακριβώς επειδή ο αριθμός των αναπαραγωγικών θηλυκών παραμένει κάτω από το όριο των 1.000. Παρ’ όλα αυτά, σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, ο πληθυσμός παρουσιάζει σταθερή αύξηση. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχουν παίξει τόσο η ενεργή δράση της Κοινωνίας Εκτροφέων όσο και οι επιχορηγήσεις που προσφέρονται από το κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των προγραμμάτων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
–… και πώς αυτή μπορεί να βοηθήσει στη βιοποικιλότητα της Κύπρου;
–Η συμβολή της Κυπριακής Φυλής Βοοειδών στη διατήρηση της βιοποικιλότητας του νησιού είναι ιδιαίτερα σημαντική. Πρόκειται για ένα ζώο που ζει στην Κύπρο εδώ και χιλιετίες και έχει προσαρμοστεί άριστα στις τοπικές κλιματικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Αυτό τη διαφοροποιεί από πολλές εισαγόμενες, εμπορικές φυλές, που απαιτούν εντατικότερη διαχείριση. Η κυπριακή αγελάδα μπορεί να επιβιώσει με περιορισμένους πόρους, κάτι που την καθιστά πολύτιμη σε ένα μέλλον με μεγαλύτερη κλιματική πίεση και αβεβαιότητα. Παράλληλα, η παρουσία της μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διαχείρισης τοπίου εφόσον μέσω ελεγχόμενης βόσκησης συμβάλλει στη διατήρηση της μωσαϊκότητας των οικοτόπων και στην παροχή σημαντικών οικοσυστημικών υπηρεσιών. Όπως έχει ήδη φανεί και μέσα από διάφορα ερευνητικά προγράμματα, η αξιοποίησή της σε περιοχές όπως ο καλαμιώνας του Ακρωτηρίου μπορεί να ενισχύσει τη μωσαϊκότητα του τοπίου και να συμβάλει στη βελτίωση της οικολογικής ισορροπίας. Πέρα από την οικολογική της αξία, η Κυπριακή Φυλή Βοοειδών, όπως και άλλες τοπικές φυλές αγροτικών ζώων, έχει τεράστια πολιτιστική σημασία για τον τόπο, καθώς η ιστορία της είναι άρρηκτα συνδεμένη με το κυπριακό τοπίο και τους ανθρώπους του. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για ένα «ζωντανό μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς».
–Βιοποικιλότητα, αλλά και ανθρώπινες ιστορίες, που σήμερα φαντάζουν τόσο μακρινές, μικραίνει όντως ο κόσμος μας;
–Πράγματι, ο κόσμος μας μικραίνει, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Αξίζει να αναφερθεί, καταρχάς, ότι ο τίτλος του ντοκιμαντέρ είναι εμπνευσμένος από τον Ουρουγουανό λογοτέχνη, δημοσιογράφο και ακτιβιστή Εντουάρντο Γκαλεάνο και τη συλλογή του «Οι μέρες αφηγούνται», όπου κάθε μέρα του χρόνου αφηγείται ένα μικρό στιγμιότυπο της ανθρώπινης περιπέτειας. Στο κείμενο για την 21η Φεβρουαρίου, μια ημέρα αφιερωμένη στις μητρικές γλώσσες, ο Γκαλεάνο γράφει πως «ο κόσμος μικραίνει όταν χάνονται ανθρώπινες λέξεις, όπως μικραίνει όταν χάνεται η ποικιλία των φυτών και των ζώων». Αυτό ακριβώς συμπυκνώνει και το μήνυμα του ντοκιμαντέρ: η συρρίκνωση δεν αφορά μόνο είδη ή αριθμούς. Αφορά και τη γλώσσα, τις μνήμες, την ικανότητά μας να διηγούμαστε και, τελικά, να θυμόμαστε. Ο κόσμος μικραίνει όταν εξαφανίζονται είδη φυτών και ζώων, όταν αλλοιώνονται ή χάνονται τόποι. Αλλά μικραίνει και όταν χάνονται οι ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν μαζί με τα ζώα και τη γη, όταν χάνεται ο τρόπος να μιλήσουμε γι’ αυτά. Στην Κύπρο, αυτή η «σμίκρυνση» έχει κυριολεκτική αλλά και συμβολική διάσταση. Η τουρκική εισβολή, για παράδειγμα, δεν επέφερε μόνο την απώλεια εδάφους. Επέφερε και μια βίαιη διακοπή της συνέχειας της ζωής και της εργασίας, ενός τρόπου ύπαρξης που στηριζόταν στον αγροτικό ρυθμό. Και σήμερα ο τόπος εξακολουθεί να «μικραίνει» μέσα από μορφές αλόγιστης οικιστικής ανάπτυξης που συχνά αγνοούν το φυσικό περιβάλλον, στο όνομα μιας γρήγορης και «εύκολης» προόδου. Το ντοκιμαντέρ δημιουργήθηκε για να πει την ιστορία ενός ζώου που υπήρξε στενός σύντροφος και συνεργάτης του Κύπριου αγρότη, αλλά και την ιστορία των ανθρώπων και των τόπων πριν μικρύνουν κι άλλο, πριν γίνουν σιωπή. Με αυτή την έννοια λειτουργεί ως αρχείο συλλογικής μνήμης και παρακαταθήκη: για να θυμούνται οι σημερινές γενιές και να γνωρίζουν οι επόμενες. Γιατί η επίγνωση του τι προϋπήρξε δεν είναι απλώς νοσταλγία ή αναπόληση. Είναι όρος για να δομήσουμε την ύπαρξή μας σε γερά θεμέλια και να φανταστούμε τι μπορεί να υπάρξει μετά.
–Ποιες είναι οι επιπτώσεις της απώλειας της αγροβιοποικιλότητας; Μπορεί να αναστραφεί η κατάσταση;
–Οι επιπτώσεις της απώλειας της αγροβιοποικιλότητας είναι πολυεπίπεδες: οικολογικές, οικονομικές, αλλά και βαθιά κοινωνικές και πολιτισμικές. Η βιοποικιλότητα είναι η βάση όλων των μορφών ζωής στον πλανήτη. Η απώλεια φυτών, ζώων, μικροοργανισμών και ολόκληρων οικοσυστημάτων μας καθιστά πιο ευάλωτους. Όσο περισσότερο στηριζόμαστε σε λίγες, «ενιαίες» λύσεις, όπως λίγες φυλές αγροτικών ζώων, λίγες ποικιλίες φυτών, πιο εντατικά παραγωγικά μοντέλα, τόσο μειώνεται η ανθεκτικότητα του αγροτικού συστήματος απέναντι σε ασθένειες, κρίσεις και, πλέον, στην κλιματική πίεση. Έτσι απειλείται όχι μόνο η υγεία των οικοσυστημάτων, αλλά και η επισιτιστική ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν εγκαταλείπονται παραδοσιακές πρακτικές που στήριζαν τη βιοποικιλότητα. Ερχόμενη από τις ανθρωπιστικές επιστήμες, θα έλεγα πως ίσως η πιο οδυνηρή συνέπεια είναι κάτι που δεν μετριέται εύκολα: όταν χάνονται τοπικές φυλές, παραδοσιακές ποικιλίες, πρακτικές και γνώσεις, δεν χάνουμε μόνο γενετικό υλικό. Χάνουμε τρόπους ζωής, λέξεις, μνήμες και μια καθημερινή σχέση με τη γη που κάποτε ήταν αυτονόητη.Θέλω να είμαι αισιόδοξη για το μέλλον. Πιστεύω πως υπάρχει ακόμη περιθώριο να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο. Βλέπουμε ήδη νέους ανθρώπους να αντιλαμβάνονται το πρόβλημα και να κινητοποιούνται είτε μέσα από την έρευνά τους είτε μέσα από την πράξη. Είναι ενθαρρυντικό ότι αρκετοί επιστρέφουν στην ύπαιθρο και ασχολούνται με τη γη και τα ζώα, αυτή τη φορά με περισσότερη γνώση και επίγνωση. Παράλληλα, η δράση της Κοινωνίας Εκτροφέων και γενικότερα των κοινοτήτων που εργάζονται για τη διατήρηση παραδοσιακών φυλών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα: ενισχύει την τοπική γνώση και συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός πλαισίου βιωσιμότητας, γι’ αυτό και χρειάζεται ουσιαστικότερη στήριξη από την πολιτεία και το κράτος. Ίσως, λοιπόν, να υπάρχει ακόμη χρόνος να ξαναβρούμε αυτόν τον χαμένο παράδεισο και να χτίσουμε μια νέα, πιο ουσιαστική σχέση με τη φύση.
–Μέσα από το ταξίδι που κάνατε για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ, ποιες εικόνες και ποια λόγια συγκρατήσατε;
–Το ταξίδι για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ υπήρξε για όλους μας μια μοναδική και αξέχαστη εμπειρία. Δημιούργησε νέες φιλίες και δυνατούς ανθρώπινους δεσμούς, έφερε στο φως ιστορίες που για χρόνια έμεναν κρυμμένες και ανέδειξε τόπους μαγικούς και ανεξερεύνητους. Πολλές εικόνες και πολλά λόγια θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη μου. Ο φακός του Μάρκου Κάσσινου κατάφερε να αποτυπώσει με απλότητα και αξιοπρέπεια τοπία, ζώα και ανθρώπους. Και, τελικά, ίσως τα πιο ουσιαστικά να είναι τα «παραλειπόμενα»: όσα ειπώθηκαν αυθόρμητα, πίσω από τις κάμερες. Από τα λόγια, θα θυμάμαι για πάντα τον κύριο Θωμά από τη Δερύνεια, που νοσταλγώντας τα περασμένα χρόνια μίλησε για τη σχέση του με τη φύση: «Ήταν η αγάπη μας προς τα ζώα, όπως τζαι προς τα φυτά τζαι τα δέντρα». Εξίσου συγκινητική ήταν η μαρτυρία του κυρίου Χριστόδουλου από την κατεχόμενη Ακανθού, όταν μίλησε για την εισβολή και τον αποχωρισμό του πατέρα του από τα αγαπημένα του ζώα. Μου έμεινε η εικόνα του πατέρα του να ξυπνά, πολλές φορές, μέσα στη νύχτα και να φωνάζει τα ονόματα των ζώων του. Σε επίπεδο εικόνων, αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι οι αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν το νησί μας. Η διαδρομή προς τον βιότοπο του Ακρωτηρίου είναι χαρακτηριστική: οδηγείς ανάμεσα σε πύργους, τεράστια οικοδομήματα, μπετόν και την ένταση της αστικής ανάπτυξης της Λεμεσού και ξαφνικά, λίγα χιλιόμετρα μετά, βρίσκεσαι σε έναν βιότοπο, έναν μικρό παράδεισο, όπου όλα κινούνται σε αργούς ρυθμούς. Αυτή η απόσταση, τόσο μικρή γεωγραφικά και τόσο μεγάλη συμβολικά, εξακολουθεί να με συγκλονίζει. Μια άλλη εικόνα που κρατώ είναι η διαδικασία οργώματος με άροτρο. Ο Προκόπης Πιερέττης ήταν ο τελευταίος εν ζωή που γνώριζε πώς γίνεται αυτή η διαδικασία. Έφυγε απρόσμενα και σε σχετικά νεαρή ηλικία, πριν ακόμη ολοκληρωθεί το ντοκιμαντέρ, αλλά η εικόνα του και η παραδοσιακή γνώση που κουβαλούσε έχουν αποτυπωθεί στον φακό, σαν μια μικρή, πολύτιμη νίκη απέναντι στη λήθη. Και τέλος, δεν θα ξεχάσω την αίσθηση ελευθερίας όταν επισκεφθήκαμε τη Φάλεια, ένα μικρό εγκαταλελειμμένο χωριό της επαρχίας Πάφου, που μοιάζει με έναν «χαμένο παράδεισο» και που, τελικά, είναι δίπλα μας.
Το ντοκιμαντέρ «Ο Κόσμος Μικραίνει» αποτέλεσε το επιστέγασμα του ερευνητικού προγράμματος ARETI (Animals Resilient in Time), που χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, με ανάδοχο φορέα το Ινστιτούτο Κύπρου και στενούς εταίρους το Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών και το Smurfit Institute of Genetics στο Trinity College του Δουβλίνου. Η παραγωγή του ντοκιμαντέρ πραγματοποιήθηκε χάρη στην πολύτιμη οικονομική συμβολή του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη, του Cyprus Environment Foundation, του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων, του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, της Ύπατης Αρμοστείας της Ινδίας και του Συνδέσμου Εκτροφέων Ντόπιας Φυλής Βοοειδών.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.