ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Με το βλέμμα στους «μαύρους κύκνους»

Kathimerini.com.cy

info@kathimerini.com.cy

Ο Διοικητής της ΚΤΚ, Χριστόδουλος Πατσαλίδης έδωσε έμφαση στους συστημικούς κινδύνους, τη φήμη των τραπεζών και τις επιπτώσεις των νομοθετικών παρεμβάσεων

Μήνυμα εγρήγορσης προς τον κυπριακό τραπεζικό τομέα απηύθυνε ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, κατά τη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, υπογραμμίζοντας ότι η σημερινή ισχυρή θέση των τραπεζών δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό.

Χρησιμοποιώντας τη θεωρία του «μαύρου κύκνου» του Nassim Nicholas Taleb, ο Διοικητής τόνισε ότι οι μεγαλύτερες προκλήσεις προέρχονται συχνά από γεγονότα που δεν μπορούν να προβλεφθούν. Αν και οι κυπριακές τράπεζες εμφανίζουν ιστορικά υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας, ρευστότητας και κερδοφορίας, εξακολουθούν να υπάρχουν διαρθρωτικές ευαλωτότητες που απαιτούν συνεχή προσοχή.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη μεγάλη συγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος, στη σημαντική ομοιογένεια των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών και στην εξάρτηση από καταθέσεις, παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν τη μετάδοση κινδύνων σε περιόδους αναταραχής. Στο πλαίσιο αυτό, η Κεντρική Τράπεζα εξετάζει την ενεργοποίηση του Αποθέματος Ασφαλείας για τον Συστημικό Κίνδυνο, ενώ έχει ήδη ενισχύσει το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα και τις εισφορές στο Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων.

Ο Διοικητής στάθηκε επίσης στη σημασία της φήμης και της εμπιστοσύνης, επισημαίνοντας ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια για τα χαμηλά καταθετικά επιτόκια μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για τον κλάδο, ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι επικρίσεις αντανακλούν πλήρως την οικονομική πραγματικότητα.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στις νέες προκλήσεις που προκύπτουν από τη γεωπολιτική αστάθεια, την κλιματική αλλαγή, την κυβερνοασφάλεια και την Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ τόνισε ότι οι τράπεζες καλούνται να επενδύσουν σημαντικά σε τεχνολογικές υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό.

Κλείνοντας, υπογράμμισε τη στρατηγική σημασία του Ψηφιακού Ευρώ και των νέων ευρωπαϊκών ψηφιακών υποδομών πληρωμών, σημειώνοντας ότι η μακροπρόθεσμη επιτυχία των τραπεζών θα εξαρτηθεί από την ικανότητά τους να προσαρμόζονται, να καινοτομούν και να διατηρούν την εμπιστοσύνη των πελατών τους.

Αυτούσια η ομιλία του Διοικητή της ΚΤΚ, Χριστόδουλου Πατσαλίδη

Εισαγωγή: Η πλάνη της βεβαιότητας

Επιτρέψτε μου σήμερα να ξεκινήσω τον χαιρετισμό μου από μια φιλοσοφική παρατήρηση η οποία φωτίζει με ακρίβεια την αστάθεια, την πολυπλοκότητα και το απρόβλεπτο του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλούμαστε σήμερα να λάβουμε δράση. Αυτό που ο David Hume περιέγραψε ως το «πρόβλημα της επαγωγής». H πλάνη ότι η επαναλαμβανόμενη παρατήρηση ενός φαινομένου αρκεί για να καταστήσει λογικά αδύνατη την εμφάνιση του αντιθέτου.

Για αιώνες, η ευρωπαϊκή δύση θεωρούσε ως αυτονόητο ότι όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί. Όχι υπόθεση εργασίας. Όχι στατιστική πιθανότητα. Αλλά αξίωμα. Ο «μαύρος κύκνος» λειτουργούσε ως ρητορικό σχήμα για το αδιανόητο, το ασύλληπτο, το μη υπαρκτό. Μέχρι το 1697, όταν ο Ολλανδός εξερευνητής Willem de Vlamingh, αναζητώντας ίχνη χαμένων πλοίων στις ακτές της δυτικής Αυστραλίας, αντίκρισε κάτι που θα ανέτρεπε αιώνες εμπειρικής παρατήρησης. Μαύρους κύκνους.

Μία μόνο στιγμή και ένας ολόκληρος λογικός συλλογισμός κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Ο συλλογισμός που ανήγαγε την εμπειρική επανάληψη σε αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα. Τη ταύτιση μεταξύ αυτού που δεν έχουμε ακόμη δει και αυτού που πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει.

Τρεις αιώνες αργότερα, ο Nassim Nicholas Taleb ανάδειξε αυτή την ιστορία σε κεντρικό άξονα του κλασικού πλέον έργου του «The Black Swan: The Impact of the Highly Improbable». Η συμβολή του Taleb δεν περιορίζεται απλά στην υπενθύμιση ότι οι εκπλήξεις συμβαίνουν. Είναι βαθύτερη. Μας διδάσκει ότι τα γεγονότα που μεταβάλλουν καθοριστικά τον ρου της ιστορίας είναι συχνά ακριβώς εκείνα που τα μοντέλα μας αδυνατούν να προβλέψουν.

Η ευρωστία του παρόντος και η πειθαρχία απέναντι στο άγνωστο

Σήμερα, ο κυπριακός τραπεζικός τομέας παρουσιάζει τα ισχυρότερα θεμελιακά μεγέθη στην ιστορία του. Η κεφαλαιακή επάρκεια, όπως αυτή αποτυπώνεται από το δείκτη CET1, κατατάσσει τα κυπριακά ιδρύματα στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ρευστότητα ξεπερνά κατά πολύ τόσο τα κανονιστικά όρια όσο και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η κερδοφορία, κατέγραψε σημαντική ανάκαμψη, αντανακλώντας κυρίως το περιβάλλον που διαμόρφωσε η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η χρόνια παθογένεια του τραπεζικού συστήματος, έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που είναι πλέον ευθυγραμμισμένα με τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Όλα αυτά τα μεγέθη είναι δεδομένα και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης.

Ωστόσο, οι μαύροι κύκνοι δεν προαναγγέλλουν την άφιξή τους. Δεν διαπραγματεύονται πότε, εάν και υπό ποιες συνθήκες θα εμφανιστούν. Αναδύονται ακριβώς εκεί όπου τους θεωρούμε δομικά αδύνατους. Και όταν εμφανίζονται, οι συνέπειές τους είναι, δυστυχώς, δυσανάλογα τεράστιες.

Ακριβώς για αυτό, ο εφησυχασμός δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή. Αντίθετα. Σε ένα περιβάλλον όπου το απρόβλεπτο δεν είναι εξαίρεση αλλά διαρκής πιθανότητα, οφείλουμε όλοι να δράττουμε με περίσκεψη, διορατικότητα και σωφροσύνη. Ιδίως όταν γνωρίζουμε ότι ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά του κυπριακού τραπεζικού τομέα δύναται, υπό συνθήκες πίεσης, να ανάγουν έναν εξωτερικό κραδασμό σε εσωτερική ευαλωτότητα. Έναν απρόβλεπτο «μαύρο κύκνο» σε μία συστημική δοκιμασία.

Κίνδυνοι, απειλές και η νέα γεωμετρία της ανθεκτικότητας 

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό είναι, αναμφίβολα, ο βαθμός συγκέντρωσης στο τραπεζικό σύστημα ο οποίος είναι ο υψηλότερος στην Ευρωζώνη βάσει του δείκτη Herfindahl–Hirschman, όπως αυτός δημοσιοποιείται από την ΕΚΤ . Αυτό επιφέρει ασφαλώς οφέλη στα πιστωτικά ιδρύματα στη μορφή οικονομιών κλίμακας, επενδυτικής ελκυστικότητας και λιγότερης ελαστικότητας εσόδων. Φέρει, ωστόσο, και μια ασύμμετρη ευθύνη η οποία δεν θα πρέπει να παραβλέπεται ή να υποτιμάται από τα πιστωτικά ιδρύματα. Σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα ενδεχόμενοι κραδασμοί αντηχούν και μεγεθύνονται.

Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ο υψηλός βαθμός συσχέτισης μεταξύ των επιμέρους πιστωτικών ιδρυμάτων, λόγω της υιοθέτησης παρόμοιων επιχειρηματικών μοντέλων.  Η ομοιογένεια στις πηγές εσόδων, στις επενδυτικές επιλογές και στις δομές χρηματοδότησης μπορεί να ενισχύσει τη συγχρονισμένη αντίδραση των τραπεζών σε αρνητικά σοκ, επιτείνοντας τις δυναμικές μετάδοσης κινδύνου. Επιπλέον, χαρακτηριστικά όπως η μεγάλη εξάρτηση από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, και συγκεκριμένα άμεσα προσβάσιμες καταθέσεις, δύνανται να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί ενίσχυσης των συστημικών κινδύνων.

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, υπό την ιδιότητά της ως Μακροπροληπτική Αρχή, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αντιμετώπιση των ανωτέρω διαρθρωτικών χαρακτηριστικών του τραπεζικού συστήματος, καθώς και στη διασφάλιση και περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η ανθεκτικότητα δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως στατική έννοια, αλλά οφείλει να προσαρμόζεται δυναμικά και με τρόπο συνεκτικό προς τις εξελισσόμενες συνθήκες, μέσω της προληπτικής διαμόρφωσης και εφαρμογής κατάλληλων μακροπροληπτικών εργαλείων και πολιτικών.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Απόθεμα Ασφαλείας για τον Συστημικό Κίνδυνο (Systemic Risk Buffer) δεν αποτελεί μια τυπική ρυθμιστική πρόνοια κενού περιεχομένου. Αποτελεί ένα κρίσιμο και ουσιαστικό μακροπροληπτικό εργαλείο, σχεδιασμένο να ενισχύει την ικανότητα του συστήματος να απορροφά πιέσεις, να περιορίζει τη μετάδοση κραδασμών και να θωρακίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Και για αυτό ακριβώς η Κεντρική Τράπεζα ήδη εξετάζει την ενεργοποίησή του.

Βάσει αυτής της λογικής, και πέραν του ήδη ισχύοντος κεφαλαιακού αποθέματος για τα συστημικά σημαντικά ιδρύματα (O-SII buffer), επιλέξαμε πρόσφατα να ενισχύσουμε τόσο το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα (countercyclical capital buffer) όσο και τις εισφορές στο Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων. Αμφότερα εντάσσονται στην ίδια προληπτική φιλοσοφία. Δηλαδή, η ανθεκτικότητα δεν οικοδομείται εν μέσω κρίσης, αλλά στις περιόδους κατά τις οποίες το σύστημα διαθέτει την ισχύ, την κερδοφορία και την κεφαλαιακή ευχέρεια να προετοιμαστεί για το απρόβλεπτο.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι, ίσως, το πλέον ευαίσθητο και συγχρόνως το πλέον υποεκτιμώμενο. Η φήμη. Η εμπιστοσύνη που απολαμβάνει σήμερα ο κυπριακός τραπεζικός τομέας δεν αποτελεί στατικό κεκτημένο. Είναι δυναμική ισορροπία που φέρει όλες τις ιδιαιτερότητες ενός βαθύτατα ασύμμετρου αγαθού. Χτίζεται αργά και με κόπο αλλά δύναται να διαβρωθεί με ταχύτητα που δεν αφήνει περιθώρια διόρθωσης. Ο σφυγμός της κοινωνίας, εν προκειμένω, δεν είναι δυσανάγνωστος. Τα καταθετικά επιτόκια παραμένουν ένα ανοικτό ζήτημα που απασχολεί την κοινή γνώμη. Οι καταθέτες παρατηρούν, συγκρίνουν και, ενίοτε, διαμορφώνουν την αίσθηση ότι η ισχυρή κερδοφορία υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων από το περιβάλλον χαμηλών καταθετικών επιτοκίων καθώς και από το ότι η ισορροπία μεταξύ δανειστικών και καταθετικών επιτοκίων δεν είναι ισομερής. Το αν αυτή η αντίληψη αντικατοπτρίζει πλήρως την οικονομική πραγματικότητα είναι ζήτημα που επιδέχεται πολλών και διαφορετικών αναγνώσεων. Αυτό, όμως, που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης είναι το κοινωνικό αίσθημα. Και αυτό έχει ήδη μεταφραστεί σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που στρέφονται εναντίον του τραπεζικού κλάδου, κάτι που δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοείται. Ο κίνδυνος φήμης δεν τρέφεται από το βάσιμο ή αβάσιμο των επικρίσεων. Τρέφεται από την αντίληψη. Και όταν η αντίληψη αγνοείται, μετεξελίσσεται με τον καιρό σε πραγματικότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται αναγκαίο να υπογραμμισθεί η αυξημένη και, εκ της φύσεώς της, μη συμμετρική ευθύνη των διοικητικών συμβουλίων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η ευθύνη αυτή δεν εξαντλείται στη διασφάλιση της τυπικής συμμόρφωσης, αλλά προϋποθέτει συνεχή εγρήγορση, στρατηγική διορατικότητα και ουσιαστική κατανόηση των κινδύνων που ενδέχεται να επηρεάσουν τη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα και τη φήμη του ιδρύματος. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, κανένας κίνδυνος δεν μπορεί να θεωρείται δευτερεύων, να υποτιμάται ή να παραβλέπεται.

Ούτε όμως η πολιτεία θα πρέπει να υποβαθμίζει τους κινδύνους που προκύπτουν από νομοθετικές ρυθμίσεις που επηρεάζουν τον τραπεζικό τομέα.  Όπως διαπιστώνει η ΕΚΤ στη Γνώμη  της με ημερομηνία 12 Ιουνίου, σε απόλυτη συμφωνία με τις θέσεις της Κεντρικής Τράπεζας, οι πρόσφατες τροποποιήσεις του πλαισίου εκποιήσεων δύνανται να διαβρώσουν την οικονομική πειθαρχία και να υπονομεύσουν την κουλτούρα πληρωμών, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τα δημόσια οικονομικά, οδηγώντας παράλληλα σε αυστηρότερα δανειοδοτικά κριτήρια και στην αύξηση των επιτοκίων των ενυπόθηκων δανείων.  Ενώ οι τροποποιητικοί νόμοι αποσκοπούν στην προστασία των δανειοληπτών, ενδεχομένως να οδηγήσουν σε αποτελέσματα που αντιβαίνουν στο δεδηλωμένο σκοπό τους.

Πέραν των παραδοσιακών τραπεζικών κινδύνων, το χρηματοπιστωτικό σύστημα καλείται σήμερα να λειτουργήσει μέσα σε ένα πολυσύνθετο και αλληλοεξαρτώμενο πλέγμα νεοφυών απειλών και νέων πραγματικοτήτων. Ο γεωπολιτικός κίνδυνος, η κλιματική αλλαγή, οι προκλήσεις της πράσινης μετάβασης, η κυβερνοασφάλεια και η ραγδαία εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν αποτελούν περιφερειακές ανησυχίες, αλλά κρίσιμες μεταβλητές τραπεζικής ανθεκτικότητας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Πρόκειται για κινδύνους που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ενισχύοντας υφιστάμενες ευπάθειες και δύναται να επηρεάσουν την ποιότητα του ενεργητικού, την επιχειρησιακή συνέχεια, τα επιχειρηματικά μοντέλα και εν τέλει να διαβρώσουν τη θέση ρευστότητας ή/και την κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τεχνητή Νοημοσύνη, και ιδίως τα προηγμένα frontier AI μοντέλα, αναδεικνύεται σε παράγοντα στρατηγικής σημασίας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς ενσαρκώνει ταυτόχρονα σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες και ένα νέο πλέγμα πολυσύνθετων, δυναμικά εξελισσόμενων και δυσχερώς ποσοτικοποιήσιμων κινδύνων. Η σχετική συζήτηση γύρω από το Mythos είναι ασφαλώς ενδεικτική των νέων προβληματισμών που ανακύπτουν, χωρίς όμως να εξαντλεί το εύρος του ζητήματος. Το κρίσιμο διακύβευμα δεν συνίσταται στην αποτίμηση ενός μεμονωμένου μοντέλου ή τεχνολογικού προϊόντος, αλλά στην ευρύτερη επιτάχυνση των δυνατοτήτων των προηγμένων συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης, ιδίως ως προς τις εφαρμογές και τις επιπτώσεις τους στον κυβερνοχώρο.

Οι εν λόγω δυνατότητες μεταβάλλουν ριζικά το προφίλ των κυβερνοκινδύνων, καθώς συμπιέζουν δραστικά τον χρόνο εντοπισμού και εκμετάλλευσης τεχνικών αδυναμιών, περιορίζουν τα διαθέσιμα περιθώρια άμυνας, διευρύνουν τον αντίκτυπο και τη συχνότητα των κυβερνοεπιθέσεων και συγκεντρώνουν κρίσιμες λειτουργίες σε ένα περιορισμένο αριθμό παρόχων τεχνολογικών υποδομών.

Η ενίσχυση των τεχνολογικών δυνατοτήτων καθίσταται συνεπώς κρίσιμος παράγοντας για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, οι μικρότερου μεγέθους χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί καλούνται να επενδύσουν αναλογικά περισσότερο στην αναβάθμιση υποδομών, στην ενίσχυση της τεχνογνωσίας και στην αξιοποίηση προηγμένων τεχνολογικών λύσεων. Οι επενδύσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς επιλογή, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της επιχειρησιακής συνέχειας και της εμπιστοσύνης.

Μέσα σε αυτό το ήδη περίπλοκο και ευμετάβλητο περιβάλλον αναδεικνύεται και ένας ακόμη κίνδυνος, διαφορετικής φύσεως αλλά στρατηγικά καθοριστικός για το μέλλον των τραπεζών. Ο εντεινόμενος ανταγωνισμός από εταιρείες που εκπίπτουν του παραδοσιακού τραπεζικού φάσματος. Δεν πρόκειται απλώς για είσοδο νέων ανταγωνιστών, αλλά για μια σταδιακή ανακατανομή της αξίας που παράγεται κατά μήκος της χρηματοπιστωτικής αλυσίδας. Η ανακατανομή αυτή οφείλεται, πρωτίστως, στην ικανότητα των νέων αυτών φορέων να εντοπίσουν και να εξυπηρετήσουν με μεγαλύτερη ταχύτητα τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες του πελάτη ο οποίος δεν συγκρίνει πλέον την τράπεζά του μόνο με άλλη τράπεζα. Τη συγκρίνει με άλλες ψηφιακές εμπειρίες που λαμβάνει σε οποιονδήποτε τομέα της ζωής του.

Η απάντηση των παραδοσιακών τραπεζών δεν μπορεί να είναι ούτε η άρνηση αυτής της πραγματικότητας ούτε η επιφανειακή μίμηση νεότερων ανταγωνιστών. Οφείλει να στηρίζεται στη νηφάλια αναγνώριση ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου και ολοένα πιο σύνθετου περιβάλλοντος και να εστιάζει στη διασφάλιση εύρωστων επιχειρηματικών μοντέλων, ικανών να υποστηρίζουν τη μακροπρόθεσμη βιώσιμη ανθεκτικότητα και ανταγωνιστικότητα. Οι πελάτες δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένοι. Καθίσταται, συνεπώς, αναγκαία η εκ νέου αποτίμηση της αξίας των σχέσεων εμπιστοσύνης με την πελατειακή βάση, καθώς και η αναγνώριση ότι η διατήρησή τους δεν αποτελεί παθητική προϋπόθεση, αλλά ενεργή στρατηγική επιλογή. Η εμπιστοσύνη πρέπει να καλλιεργείται συστηματικά, να ενισχύεται με συνέπεια και να στηρίζεται σε πρακτικές που επιβεβαιώνουν, σε διαρκή βάση, την αξιοπιστία, τη διαφάνεια και την προσήλωση του πιστωτικού ιδρύματος στις ανάγκες των πελατών του. Παράλληλα, απαιτείται βαθύτερη κατανόηση μιας νέας γενιάς πελατών που δεν γνώρισε ποτέ έναν κόσμο χωρίς άμεση, απλή και εξατομικευμένη ψηφιακή πρόσβαση. Εκεί ακριβώς θα κριθεί, σε μεγάλο βαθμό, η ικανότητα των τραπεζών να παραμείνουν όχι μόνο βιώσιμες και ανθεκτικές, αλλά και ουσιαστικά συναφείς στο χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα του μέλλοντος.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αναδεικνύεται η σημασία της πειθαρχημένης εσωτερικής διακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα, καθώς και της άσκησης ουσιαστικής και προνοητικής στρατηγικής καθοδήγησης από τα διοικητικά συμβούλια, με σαφή προσανατολισμό στη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας και της διατηρήσιμης δημιουργίας αξίας.

Ψηφιακό Χρήμα και ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία

Θα ήθελα να αναφερθώ και στον ψηφιακό μετασχηματισμό του ίδιου του χρήματος. Μια εξέλιξη που υπερβαίνει την τεχνολογική καινοτομία και αγγίζει τον πυρήνα της νομισματικής κυριαρχίας, της χρηματοπιστωτικής υποδομής και, εν τέλει, της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.

Το Ψηφιακό Ευρώ δεν συνιστά κρυπτονόμισμα ούτε ιδιωτικό μέσο αξίας. Αποτελεί την ψηφιακή μορφή του χρήματος της κεντρικής τράπεζας. Του μόνου χρήματος που φέρει άμεσα το κύρος της δημόσιας αρχής. Ως ψηφιακό ισοδύναμο του χαρτονομίσματος, θα λειτουργήσει ως πανευρωπαϊκό δημόσιο μέσο πληρωμής, συμπληρωματικό προς τις υφιστάμενες λύσεις, αλλά κρίσιμο σε ένα περιβάλλον όπου σημαντικό μέρος των ψηφιακών πληρωμών εξαρτάται από εξωευρωπαϊκά σχήματα.

Η σημασία του, συνεπώς, είναι πρωτίστως θεσμική και γεωοικονομική. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς πληρώνουμε, αλλά ποιος ελέγχει τις υποδομές μέσω των οποίων κυκλοφορεί το χρήμα. Υπό αυτό το πρίσμα, το Ψηφιακό Ευρώ αποτελεί αντίβαρο σε λειτουργικές και στρατηγικές εξαρτήσεις, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα, τον ανταγωνισμό και την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση των πληρωμών.

Η ίδια μεταβολή εκτείνεται και στις χονδρικές υποδομές αγορών όπου τα δύο έργα της ΕΚΤ, το Pontes και το Appia, προϊδεάζουν για μια νέα αρχιτεκτονική διακανονισμού. Επιδίωξη του Pontes είναι η σύνδεση των αναδυόμενων ψηφιακών πλατφόρμων DLT με τις ψηφιακές υποδομές του Ευρωσυστήματος, καθιστώντας εφικτό τον διακανονισμό διακριτοποιημένων (tokenized) περιουσιακών στοιχείων σε χρήμα κεντρικής τράπεζας. Το Appia, σε πιο φιλόδοξο ορίζοντα, σκιαγραφεί ένα ενιαίο, ανοικτό και διαλειτουργικό οικοσύστημα, όπου χρήμα κεντρικής τράπεζας, διακριτοποιημένο τραπεζικό χρήμα και διακριτοποιημένα στοιχεία ενεργητικού θα συνυπάρχουν σε κοινή υποδομή.

Για τα κυπριακά ιδρύματα, η εξέλιξη αυτή δεν είναι αφηρημένη. Η δυνατότητα ταχύτερου, φθηνότερου και ασφαλέστερου διακανονισμού σε αγορές τίτλων, κεφαλαιαγορές και χρηματοδοτήσεις δύναται να αναδιατάξει την ίδια τη δομή του ανταγωνισμού. Δεν πρόκειται για τεχνική αναβάθμιση, αλλά για μία νέα αρχιτεκτονική. Όσοι προσαρμοστούν εγκαίρως δεν θα αποκτήσουν απλώς λειτουργικό πλεονέκτημα. Θα τοποθετηθούν νωρίτερα στη νέα γεωμετρία του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού οικοσυστήματος.

Αντί επιλόγου: η ανθεκτικότητα ως φρόνηση, όχι ως αριθμός

Επιστρέφω, λοιπόν, από εκεί όπου ξεκίνησα.

Ο Taleb δεν έγραψε το «The Black Swan» για να μας διδάξει απλώς ότι τα δυσάρεστα γεγονότα είναι αναπόφευκτα. Το έγραψε για να μας υπενθυμίσει κάτι βαθύτερο και πιο άβολο. Ότι η ανθρώπινη ευφυΐα, όταν στρέφεται στην ερμηνεία του παρελθόντος, τείνει να παράγει ψευδαισθήσεις ελέγχου του μέλλοντος. Ότι η πειθαρχημένη ετοιμότητα απέναντι στο άγνωστο αποτελεί ανώτερη στρατηγική από την εξαντλητική ανάλυση του ήδη γνωστού.

Ο κυπριακός τραπεζικός τομέας είναι σήμερα ισχυρός. Όμως η ισχύς που έχει πραγματική σημασία δεν εξαντλείται σε έναν δείκτη κεφαλαίου, σε μια γραμμή κερδοφορίας ή σε μια ευνοϊκή συγκυρία. Μετριέται στην ικανότητα των ιδρυμάτων να παραμένουν ισχυρά και όταν το περιβάλλον μεταβάλλεται, όταν οι κίνδυνοι γίνονται λιγότερο γραμμικοί, οι τεχνολογικές απαιτήσεις πιο σύνθετες και ο ανταγωνισμός λιγότερο προβλέψιμος. Αυτό προϋποθέτει αποθέματα που απορροφούν κραδασμούς, υποδομές που προσαρμόζονται στο νέο, και διοικήσεις που δεν συγχέουν το ευνοϊκό του σήμερα με τη βεβαιότητα του αύριο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόκληση για τις τράπεζες δεν είναι μόνο να διαχειριστούν τους κινδύνους που είναι ήδη ορατοί, αλλά να ιεραρχήσουν τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα έναντι των πρόσκαιρων ωφελειών. Οι πολιτικές διανομής κερδών, οι κεφαλαιακές αποφάσεις και η κατανομή των διαθέσιμων πόρων οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο την παρούσα κερδοφορία, αλλά και την ανάγκη συνεχούς επένδυσης σε τεχνολογικές υποδομές, επιχειρησιακή ανθεκτικότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο και στρατηγική προσαρμοστικότητα. Διότι οι τράπεζες που θα παραμείνουν βιώσιμες και ανταγωνιστικές δεν θα είναι κατ’ ανάγκην εκείνες που μεγιστοποίησαν το βραχυπρόθεσμο όφελος, αλλά εκείνες που επέλεξαν εγκαίρως να επενδύσουν στην ικανότητά τους να αντέχουν, να προσαρμόζονται και να εξελίσσονται.

Σας ευχαριστώ.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ