Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Γράφει ο Βασίλης Κωστούλας
Μπορείς να ανατρέψεις ένα καθεστώς 47 ετών χωρίς να βάλεις «μπότες στο έδαφος»; Είναι το ερώτημα που ορθώς απευθύνουν όσοι δεν έχουν πειστεί για τον σκοπό της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στο Ιράν, με δεδομένο ότι για λόγους ευνόητους δεν υπάρχει μέχρι στιγμής στο τραπέζι σενάριο χερσαίας επιχείρησης.
Στην πραγματικότητα, η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη μέσω των εν εξελίξει αεροπορικών επιδρομών αποτελεί περισσότερο παράπλευρη ελπίδα παρά πρωταρχικό στόχο για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ· οι ηγέτες τους διακηρύττουν, καθόλου τυχαία, ότι αυτές τις ώρες εκείνοι στρώνουν το έδαφος για να αναλάβουν οι ίδιοι οι Ιρανοί τις τύχες τους. Ομολογουμένως, υπάρχει ένας εναλλακτικός τρόπος να αντιμετωπίσεις μια απειλή χωρίς να την αφαιρέσεις. Αρκεί να την υποβιβάσεις.
Πριν από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων το Σάββατο, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν βρισκόταν στο πιο αδύναμο σημείο της από την εγκαθίδρυση του φονταμενταλιστικού καθεστώτος. Τον περασμένο Ιούνιο, ΗΠΑ και Ισραήλ είχαν καταστρέψει σε αξιοσημείωτο βαθμό την ικανότητα εμπλουτισμού ουρανίου και μεγάλο μέρος των συστημάτων της αεράμυνας του Ιράν. Ακολούθησε, τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, η πιο εκτεταμένη εσωτερική εξέγερση που βίωσε το ιρανικό καθεστώς από το 1979. Επιπλέον, όλο αυτό το διάστημα, επιδεινώθηκε με πρωτοφανή τρόπο η οικονομική κατάσταση της χώρας. Οι Νετανιάχου και Τραμπ διέγνωσαν το μομέντουμ ως πρώτης τάξεως ευκαιρία να δράσουν, κατά τα φαινόμενα, με το ακόλουθο σκεπτικό: «Πάμε να ξεμπερδέψουμε με το πυρηνικό πρόγραμμα και τη βαλλιστική ικανότητα του Ιράν. Αν πέσει και το καθεστώς, έχει καλώς».
Η επιλογή των σποραδικών ανά διαστήματα πληγμάτων δεν κέρδισε έδαφος, καθώς εκτιμήθηκε ότι θα έδινε μεγαλύτερες δυνατότητες στο καθεστώς να απαντά με πιο αποτελεσματικά αντίποινα απ’ ό,τι κάνει τώρα – ήθελαν να υπαγορεύσουν εκείνοι τους όρους της σύγκρουσης, με μια διευρυμένη επιχείρηση η οποία θα καταστήσει εκ του αποτελέσματος ανεπαρκή την εκάστοτε σπασμωδική αντίδραση της Τεχεράνης. Στα πρότυπα της περιορισμένης τότε επίθεσης που διεξήχθη το περασμένο καλοκαίρι, ΗΠΑ και Ισραήλ σχεδιάζουν να καταστρέψουν τους εκτοξευτές πυραύλων του Ιράν, επιτηρώντας και αναγνωρίζοντας σε πραγματικό χρόνο τις τοποθεσίες των στόχων – η ικανότητα βολής του καθεστώτος εκτιμάται ότι είχε ήδη μειωθεί κατά τουλάχιστον 30% στη διάρκεια της προηγούμενης σύγκρουσης.
Η προσδοκία στην Ουάσιγκτον είναι ότι αυτή η επιχείρηση θα έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς μέσα σε λιγότερο από 4 εβδομάδες. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τραμπ, ιδίως στα μάτια της εκλογικής βάσης του MAGA, παραβιάζει την προεκλογική της υπόσχεση να αποσυρθεί από τις εξωχώριες υποθέσεις και να ρίξει το βάρος στη δημιουργία εργοστασιακών μονάδων παραγωγής στις ΗΠΑ που θα δημιουργήσουν καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας για τους Αμερικανούς εργαζόμενους (sic). Από την άλλη πλευρά, τουλάχιστον εκ του αποτελέσματος, η επίθεση στο Ιράν είναι ό,τι ακριβώς χρειαζόταν ο Αμερικανός πρόεδρος για να αλλάξει η ατζέντα στο εσωτερικό, αμέσως μετά την απόφαση-κόλαφο του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που κήρυξε παράνομους τους δασμούς, την κορωνίδα της οικονομικής πολιτικής του.
Επιπλέον, ο ίδιος κερδίζει πόντους στο ισραηλινό λόμπι, αφού η αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση απαντά στον πυρήνα του τρομοκρατικού χτυπήματος της Χαμάς, την οργάνωση η οποία ανέκαθεν λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση της Τεχεράνης. «Εχουμε μια δουλειά να τελειώσουμε στο Ιράν. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι ο Τραμπ θα χτυπήσει ξανά το Ιράν, εάν επιχειρήσουν να επανεκκινήσουν το πυρηνικό τους πρόγραμμα», μου έλεγε σε μια συνέντευξη ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ στην πρώτη θητεία του Αμερικανού προέδρου, Μάικ Πομπέο, με πειστική βεβαιότητα τον περασμένο Ιούλιο. Στην ίδια συζήτηση, ανέφερε επανειλημμένα ότι η 7η Οκτωβρίου ήταν ένα σοκ που ταρακούνησε το αμερικανικό κατεστημένο και έπρεπε να απαντηθεί δεόντως. Επειτα, πλήττοντας το Ιράν, οι ΗΠΑ στερούν την Τεχεράνη ως έμπρακτο εταίρο της Ρωσίας, η οποία παραμένει απρόθυμη για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις στην Ουκρανία. Και φυσικά της Κίνας, τον υπ’ αριθμόν 1 γεωπολιτικό και γεωοικονομικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ.
Βέβαια, κάθε πόλεμος έχει και σοβαρές επιπλοκές. Κάποιες από αυτές είναι ήδη ορατές στην οικονομία, μέσω της αναστάτωσης στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διακινείται το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Οι αγορές αρχικά «καλωσόρισαν» τη σύγκρουση με αύξηση των τιμών πετρελαίου κατά 10%. Στον αντίποδα, οι χώρες του ΟΠΕΚ συμφώνησαν να αυξήσουν την παραγωγή κατά περισσότερα από 200 χιλιάδες βαρέλια την ημέρα, με στόχο να μετριαστούν οι συνέπειες της σύγκρουσης στο κόστος της ενέργειας. Η διάρκεια της κρίσης θα διαδραματίσει ασφαλώς καταλυτικό ρόλο για τις οικονομικές εξελίξεις, αν και οι αγορές τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει ότι αντιλαμβάνονται με πρωτόγνωρη ψυχραιμία τους γεωπολιτικούς διαγκωνισμούς και τις επιπτώσεις τους – το βασικό σενάριο είναι ότι η μεταβλητότητα θα είναι δεδομένη αλλά βραχυπρόθεσμη.
Το σίγουρο είναι ότι μέσα από τα τελευταία γεγονότα η σχέση και η συνεργασία των Μπέντζαμιν Νετανιάχου και Ντόναλντ Τραμπ δείχνουν, αν μη τι άλλο, αγαστές· θεαματικά καλύτερες απ’ ό,τι κατά καιρούς ερμηνευόταν.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.