Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Επί χρόνια, ο Ντόναλντ Τραμπ υπογράμμιζε ότι οι ΗΠΑ δεν πρέπει να εγκλωβίζονται σε ξένες στρατιωτικές περιπέτειες. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του καυτηρίαζε τις αποτυχίες προηγούμενων προέδρων, από την εισβολή του Τζορτζ Μπους στο Ιράκ έως την αποχώρηση του Τζο Μπάιντεν από το Αφγανιστάν. Για το Ιράν, αναφερόταν συχνά στην αποτυχημένη επιχείρηση διάσωσης των Αμερικανών ομήρων το 1980, συνδέοντάς τη με την ήττα του Τζίμι Κάρτερ.
Στην προεκλογική εκστρατεία του υποσχόταν ότι θα βάλει «Πρώτα την Αμερική» και θα κρατήσει τη χώρα μακριά από ξένες εμπλοκές. Ωστόσο, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, η εικόνα αυτή έχει μεταβληθεί. Το Πεντάγωνο, το οποίο ο ίδιος αποκαλεί πλέον «υπουργείο Πολέμου», έχει αποδειχθεί πιο δραστήριο από ό,τι σε ολόκληρη την πρώτη θητεία του. «Εχουμε κάνει περισσότερα από κάθε άλλη κυβέρνηση, με διαφορά, σε στρατιωτικό επίπεδο», δήλωσε με αφορμή την πρώτη επέτειο της δεύτερης προεδρίας του.
Η στρατηγική που υιοθετεί βασίζεται σε γρήγορες, «χειρουργικές» επιχειρήσεις, οι οποίες ολοκληρώνονται με άμεση διακήρυξη επιτυχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η επιχείρηση στη Βενεζουέλα τον Ιανουάριο, με τη σύλληψη Μαδούρο.
Ωστόσο, η πλέον καθοριστική παρέμβαση αφορά το Ιράν. Η επιχείρηση «Επική Οργή» περιγράφεται ως εκστρατεία ευρείας κλίμακας και ανοιχτού χρονικού ορίζοντα, με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος. Την πρώτη ημέρα των κοινών αμερικανοϊσραηλινών αεροπορικών επιθέσεων σκοτώθηκε ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Ο Τραμπ αναγνώρισε ότι ενδέχεται να πρόκειται για παρατεταμένη εκστρατεία, δηλώνοντας ότι οι επιθέσεις θα συνεχιστούν «όσο χρειαστεί για να επιτύχουμε τον στόχο μας για ειρήνη σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και σε ολόκληρο τον κόσμο».
Κατά την πρώτη θητεία του, η χρήση στρατιωτικής ισχύος ήταν περιορισμένη. Η πιο χαρακτηριστική ενέργεια υπήρξε η εντολή για δολοφονία του διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σουλεϊμανί, μετά την απόπειρα πολιορκίας της αμερικανικής πρεσβείας στη Βαγδάτη. Η ιρανική αντίδραση τότε περιορίστηκε σε προαναγγελθέντα πλήγματα χωρίς απώλειες, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον Ελιοτ Είμπραμς -ο οποίος ήταν ειδικός απεσταλμένος για το Ιράν και τη Βενεζουέλα κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τραμπ-, ενίσχυσε την πεποίθηση του Αμερικανού προέδρου ότι μπορεί να χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ προς όφελός του. Οι ψηφοφόροι του, όπως είπε, «δεν θέλουν ήττα, ούτε νεκρούς Αμερικανούς ούτε πολέμους που διαρκούν χρόνια, αλλά χαίρονται να βλέπουν την ισχύ να χρησιμοποιείται σωστά».
Η σημερινή κρίση είναι διαφορετική. Το Ιράν απάντησε με εκατοντάδες μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους κατά αμερικανικών και ισραηλινών στόχων στην περιοχή. Οι περισσότερες επιθέσεις αναχαιτίστηκαν, ωστόσο οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν τέσσερις νεκρούς και τέσσερις σοβαρά τραυματίες στρατιώτες. Ο Τραμπ είχε παραδεχθεί ότι «μπορεί να χαθούν Αμερικανοί στρατιώτες».
Επικριτές προειδοποιούν ότι η λογική των «χειρουργικών» επιχειρήσεων μπορεί να οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη αστάθεια. Ο στρατηγός Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ εκτίμησε ότι ο Τραμπ έχει πέσει στην παγίδα της πεποίθησης πως μυστικές ή στοχευμένες επιχειρήσεις, αεροπορικά πλήγματα και συγκέντρωση πολεμικών πλοίων αρκούν για στρατηγικά αποτελέσματα. «Νομίζω ότι παρασύρεται από κάτι που, ιστορικά, δεν παράγει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα», ανέφερε.
Μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ διέταξε πλήγματα κατά στόχων του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ, Συρία και Νιγηρία, ξεκίνησε εκστρατεία κατά φερόμενων δικτύων διακίνησης ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική και ανέπτυξε σημαντική ναυτική παρουσία πριν από την επιχείρηση στη Βενεζουέλα. Αυτή η δραστηριότητα αντιβαίνει στη νέα εθνική στρατηγική άμυνας, η οποία διακηρύσσει ότι οι ΗΠΑ δεν θα αποσπώνται πλέον από τον «παρεμβατισμό» και την «αλλαγή καθεστώτος», παρότι διατηρούν τη δυνατότητα «αποφασιστικής μονομερούς δράσης».
Η ρητορική έχει, επίσης, σκληρύνει. Η κυβέρνηση έχει απειλήσει με χρήση στρατιωτικής ισχύος ακόμη και κατά της Δανίας για τη Γροιλανδία, ενώ ο ίδιος ο Τραμπ έγραψε στο Truth Social ότι δεν αισθάνεται πλέον «υποχρέωση να σκέφτεται αποκλειστικά την ειρήνη», καθώς δεν του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης.
Πριν από την επίθεση κατά του Ιράν, οι στόχοι του μεταβάλλονταν: από την προστασία διαδηλωτών και τον τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος έως τον περιορισμό των βαλλιστικών πυραύλων και τη διακοπή στήριξης σε περιφερειακές οργανώσεις. Μέχρι την τελευταία στιγμή εμφανιζόταν διστακτικός. Παρά τις έμμεσες διαπραγματεύσεις με το Ιράν, οι οποίες σύμφωνα με την Τεχεράνη και το Ομάν σημείωναν πρόοδο, μέχρι το Σάββατο είχε καταστεί σαφές ότι η επιλογή της διπλωματίας είχε εγκαταλειφθεί. «Στην πρώτη του θητεία, γινόταν πιο προσεκτικός με τον χρόνο», παρατηρεί ο Μάικλ Ο’Χάνλον του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς. «Στη δεύτερη θητεία του, μέχρι στιγμής, όλα τα ενδεχόμενα μοιάζουν ανοιχτά».
Πηγή: Financial Times
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.