Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Γράφει ο Σταύρος Ιωαννίδης
Για μία ακόμη φορά, οι δύο κολοσσοί της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και συγκεκριμένα της αεροναυπηγικής, η Dassault και η Airbus, δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν και το αξίας 100 δισ. πρότζεκτ για την ανάπτυξη μαχητικού αεροσκάφους 6ης γενιάς οδηγήθηκε σε ναυάγιο. Οι «τίτλοι τέλους» μπήκαν και επίσημα τη Δευτέρα, με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντιχ Μερτς να καταλήγουν στην κοινή διαπίστωση ότι οι διαφωνίες ανάμεσα στους δύο βασικούς βιομηχανικούς πυλώνες του προγράμματος είναι αδύνατο να ξεπεραστούν.
Η πορεία του FCAS (Future Combat Air System) ήταν λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένη, καθώς οι ανυπέρβλητες δυσκολίες είχαν αρχίσει να διαφαίνονται από τους πρώτους κιόλας μήνες του σχεδιασμού. Εξάλλου, δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρώπη αδυνατεί να ολοκληρώσει ένα τόσο σημαντικό εγχείρημα που σχετίζεται με τη στρατηγική της αυτονομία και τις κοινές αμυντικές προμήθειες. Παρ’ όλα αυτά, Μακρόν και Μερτς, συμφώνησαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους σε πιο «ρεαλιστικά» αμυντικά προτζεκτ.
Μακρόν και Μερτς συμφώνησαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους σε πιο «ρεαλιστικά» αμυντικά προτζεκτ
Το μαχητικό
Το φιλόδοξο εγχείρημα «γεννήθηκε» το 2017 όταν η Γερμανία και η Ισπανία ζήτησαν από την Airbus να εργαστεί πάνω στο μαχητικό αεροσκάφος του μέλλοντος. Eνα χρόνο αργότερα, ύστερα από διαπραγματεύσεις του Εμανουέλ Μακρόν και της Aνγκελα Μέρκελ, Airbus και Dassault ανακοινώνουν συμφωνία συνεργασίας για την ανάπτυξη του FCAS. Τον Ιούνιο του 2019 εντάσσεται στο πρόγραμμα και η Ισπανία, ενώ τον Φεβρουάριο του 2020 εγκρίνεται η αρχική σύμβαση για την ανάπτυξη της πρώτης φάσης του μαχητικού, στην οποία συμμετέχουν η Dassault και η Airbus ως κύριοι εργολάβοι, με τις MTU Aero Engines, Safran, MBDA και Thales να αναλαμβάνουν τα δεκάδες υποσυστήματα του έργου.
Το FCAS δεν επρόκειτο να είναι ένα παραδοσιακό αεροσκάφος, αλλά το μαχητικό του μέλλοντος. Το κύριο αεροσκάφος (NGF) θα διέθετε drone συνοδείας (loyal wingman) και θα είχε πρόσβαση σε πληροφορίες και επικοινωνίες μέσω ενός υπολογιστικού «νέφους», του Combat Cloud. Οι εμπνευστές του εκτιμούσαν ότι το FCAS θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον στόλο των Rafale και Eurofighter μετά το 2040.
Η ιστορία των «ναυαγίων»
Εκτός από τις διαφωνίες για τα ηνία του προγράμματος, το FCAS φαίνεται πως έπεσε «θύμα» και των διαφορετικών προτεραιοτήτων των συμμετεχόντων. Πληροφορίες αναφέρουν ότι το Παρίσι ενδιαφερόταν περισσότερο για ένα μαχητικό που θα έχει τη δυνατότητα να φέρει πυρηνικά όπλα και να επιχειρεί από το αεροπλανοφόρο Charles De Gaulle, ενώ το Βερολίνο ήθελε ένα πιο συμβατικό σύστημα με έμφαση στη συνεργασία με τα drones–συνοδούς.
Δεν είναι, όμως, η πρώτη φορά που Γάλλοι και Γερμανοί τραβούν διαφορετικούς δρόμους στην ανάπτυξη οπλικών συστημάτων, τα οποία ξεκίνησαν ως ένα κοινό πρόγραμμα. Η πιο χαρακτηριστική, ίσως, περίπτωση είναι το εγχείρημα του Eurofighter, τη δεκαετία του ’80. Οι διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες αλλά και οι διαφωνίες σε βιομηχανικό επίπεδο οδήγησαν την Dassault στην αποχώρηση από την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού μαχητικού. Οι Γάλλοι επέμεναν και πάλι σε ένα αεροσκάφος με δυνατότητα επιχειρήσεων από αεροπλανοφόρα ενώ τα υπόλοιπα μέλη του προγράμματος ήθελαν ένα μαχητικό που εξυπηρετείται σε χερσαία αεροδρόμια.
Το αποτέλεσμα ήταν η Γαλλία να προχωρήσει μόνη της, δημιουργώντας το Dassault Rafale που σήμερα υπηρετεί και στην Πολεμική Αεροπορία, ενώ η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία και η Ισπανία συνέχισαν με το Eurofighter Typhoon. Το βιομηχανικό μοντέλο του Eurofighter, πάντως, δεν θεωρείται απολύτως πετυχημένο, καθώς η πολυεθνική του φύση έχει δημιουργήσει πολλές φορές σημαντικές διακυμάνσεις στο κόστος και τη διαδικασία παραγωγής.
Τα τμήματα του Eurofighter Typhoon, όπως οι πτέρυγες, μέρη της ατράκτου, οι κινητήρες, τα ηλεκτρονικά και οπλικά συστήματα, κατασκευάζονται σε διαφορετικές χώρες. Οι πολλαπλές γραμμές παραγωγής και οι διακυμάνσεις στην αποδοτικότητα έχουν φέρει αύξηση του κόστους ανά μονάδα, που προσεγγίζει ή και ξεπερνά τα 100 εκατ. ευρώ ανάλογα με την έκδοση, ενώ υπήρξαν περίοδοι που η παραγωγή έπεφτε στα 12 με 14 αεροσκάφη τον χρόνο. Εξίσου «προβληματική» φαίνεται να είναι και η υποστήριξη των αεροσκαφών αφού τα ανταλλακτικά και τα απάρτια του Eurofighter προέρχονται από διαφορετικούς κατασκευαστές.
Αμερικανοί και Κινέζοι
Οι δύο υπερδυνάμεις έχουν κάνει άλματα στην ανάπτυξη μαχητικών αεροσκαφών 6ης γενιάς. Η Κίνα μάλιστα, έχει διαρρεύσει στη δημοσιότητα βίντεο από τουλάχιστον δύο διαφορετικούς τύπους αεροσκαφών, ενώ ουδείς γνωρίζει με ακρίβεια πόσοι ακόμη βρίσκονται σε διαδικασία ανάπτυξης. Εκτιμάται, πάντως, ότι ήταν το Πεκίνο που έκοψε πρώτο το νήμα των μαχητικών του μέλλοντος με το J-50 και το J-36 που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο πτητικών δοκιμών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να καλύψουν το χαμένο έδαφος με το F-47, ένα μαχητικό αεροσκάφος 6ης γενιάς που ανακοινώθηκε από τον πρόεδρο Τραμπ μετά την υπογραφή του «χρυσού» συμβολαίου με την Boeing, ύψους 20 δισ. δολαρίων.
Το πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει μόνο το μαχητικό αεροσκάφος αλλά μια σειρά από συστήματα που θα το υποστηρίζουν όπως συνοδευτικά drones (Collaborative Aircraft), νέοι κινητήρες με μικρότερη θερμική υπογραφή, νέα όπλα και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, καινοτόμοι αισθητήρες και ραντάρ καθώς και ένα νέο δικτυοκεντρικό σύστημα για τη σύνθεση της τακτικής εικόνας στο πεδίο επιχειρήσεων. Πριν από λίγες ημέρες, βίντεο που φέρεται να αποτυπώνουν τη σιλουέτα ενός άγνωστου αεροσκάφους να πραγματοποιεί πτητικές δοκιμές τροφοδότησαν σενάρια για την πρώτη εμφάνιση του νέου αμερικανικού μαχητικού.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.