ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ο κήρυκας του τηλεοπτικού μεσονυκτίου

Kathimerini.gr

Η νοσταλγία για τον «αυθεντικό» Βασίλη Λεβέντη και η εποχή της άνθησης της ιδιωτικής τηλεόρασης

Τέλη δεκαετίας ’90. Η τηλεφωνική παρέμβαση στην εκπομπή του Βασίλη Λεβέντη ξεκινάει με μια προσποιητή ευγένεια, προτού ο τηλεθεατής καταλήξει στην αναμενόμενη χυδαία κλιμάκωση εις βάρος του οικοδεσπότη. Σύνηθες φαινόμενο των μεταμεσονύχτιων τηλεοπτικών ζάπινγκ της εποχής. Εκείνος –άχρονη φιγούρα, αιώνιος 65άρης– στραβώνει το στόμα και αφήνει μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν: «Προφανώς ο κύριος ανήκει στα καθιζήματα της ελληνικής κοινωνίας, που αποτελούν το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία».

Από το περιθώριο

Το κατευόδιο στον Βασίλη Λεβέντη από τη γενιά εκείνων που ξενυχτούσαν παρακολουθώντας το θρυλικό Κανάλι 67 δεν μπορεί να παραβλέψει αυτή την καρτερικότητα που ενίοτε επεδείκνυε τηλεοπτικά ο εκλιπών. Ανάμεσα στους μύδρους και τις κατάρες που εξαπέλυε, ο Λεβέντης ήταν (και) ένας ρομαντικός «Δον Κιχώτης» της Μεταπολίτευσης, γράφουν πολλοί σήμερα. Ακόμη κι ορισμένοι από εκείνους που τότε σάρκαζαν τα γραφικά καμώματά του.

Υπάρχει από τη μια ο Βασίλης Λεβέντης ως φαινόμενο – μιντιακό και πολιτικό. Ενας «βασιλιάς» μιας πρώιμης τηλεοπτικής πραγματικότητας, όπως λέει στην «Κ» ο Βασίλης Βαμβακάς, καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ. Στα ’90s η ιδιωτική τηλεόραση ανθεί, η ραδιοτηλεοπτική πραγματικότητα αναμορφώνεται, όχι μόνο από τα κραταιά κανάλια, αλλά και από τα μικρότερα – «τα περιφερειακά και τα περιθωριακά». Ξάφνου, η μονοκρατορία της δημόσιας τηλεόρασης τελειώνει και ο κόσμος μπορεί να παρεμβαίνει, να αποκτά βήμα, συμπληρώνει η Μαρίνα Ρήγου, καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.

Εκεί ο Βασίλης Λεβέντης με τις λεκτικές του ακροβασίες, τον καταγγελτικό λόγο και τις «προφητείες» του γίνεται ένα παράδοξο σημείο αναφοράς. Κατακεραυνώνει το πολιτικό σύστημα των «Μητσοτακαίων και των Παπανδρέου» και μεταμορφώνεται σε κήρυκα ενός πρώιμου αντισυστημισμού: παραδόξως πιο αθώου και αυθόρμητου, ακόμη και μέσα στην οργή και στους «καρκίνους» που ενίοτε ευχόταν ο πομπός του. «Το Κανάλι 67 γίνεται δίαυλος έκφρασης της πολιτικής άποψης του Λεβέντη, αλλά και του κοινού που άλλοτε διαμαρτύρεται, άλλοτε χλευάζει και άλλοτε θεοποιεί», εξηγεί η κ. Ρήγου. Ο Λεβέντης, στις εκπομπές του δίνει έναν αέναο πολιτικό αγώνα αναγνώρισης, «με λόγο κάποιες φορές ακραίο, που φέρει όμως στοιχεία προσιτά, στοιχεία μιας γλώσσας της καθημερινότητας», επισημαίνει η ίδια.

Από την άλλη, αυτή ακριβώς η τηλεοπτική δυναμική διαμορφώνει το «κοινό του κυνικού θεατή», συμπληρώνει ο κ. Βαμβακάς. Ενα κοινό που βλέπει κάτι, όχι επειδή το πιστεύει ή το θαυμάζει. Αλλά επειδή συναντάει σε αυτό κάτι συνάμα οικείο και εκκεντρικό. Στις εκπομπές του, άλλωστε, ο Λεβέντης δεν έκανε μόνο μονολόγους, αλλά προκαλούσε τον διάλογο, διαμόρφωνε μια «διαδραστικότητα σε ένα περίεργο πλαίσιο», παρατηρεί ο κ. Βαμβακάς. Ενα πλαίσιο εκ προοιμίου καταδικασμένο για τον ίδιο που ευλαβικά υπέμενε, δίνοντας ραντεβού με το τηλεοπτικό κοινό ξανά, παλεύοντας να μπει στη Βουλή ξανά.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, στα γραφεία του Λεβέντη στη Χαλκοκονδύλη, συνέρρεε κόσμος για να κάνει χάζι. Αλλοι έδιναν το «παρών» στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις. Οι πιο πολλοί εντόπιζαν το γραφικό στοιχείο της όλης υπόθεσης, αλλά αθόρυβα αγκάλιαζαν έναν παραστατικό σουρεαλισμό που εξέπεμπε αυτή η γραφικότητα.

Μέχρι που κάποτε ο πρόεδρος κλήθηκε στο πλατό των «θεσμικών» και των «σοβαρών» media. Στην περίφημη συνέντευξη της «πίτσας», όπου ο Πάνος Παναγιωτόπουλος αποπειράται να γελοιοποιήσει τον Λεβέντη, εκείνος βγαίνει κερδισμένος – γνώστης γαρ του παιχνιδιού της καζούρας. Tαυτόχρονα γίνεται σαφές ότι και το «περιθώριο» χρήζει πια μιας κάποιας προσοχής, σχολιάζει ο κ. Βαμβακάς.

Ο Δον Κιχώτης – Λεβέντης θα σταδιοδρομούσε κατόπιν και στο Διαδίκτυο. Τα βίντεό του γίνονται viral, λέει η κ. Ρήγου, κοινοποιούνται μεταξύ φίλων, αναβιώνουν στους πιτσιρικάδες που δεν πρόλαβαν τις δόξες στο Κανάλι 67. Κάποιοι εξ αυτών ως ψηφοφόροι συνέβαλαν στη μεγάλη του «δικαίωση» το 2015. Ο Λεβέντης μπαίνει στη Βουλή, με «μια αντιπολιτική ψήφο κυνικών ψηφοφόρων που δεν πιστεύουν πια σε κανένα κόμμα», υποστηρίζει ο κ. Βαμβακάς. Είχε προηγηθεί λίγους μήνες πριν το δημοψήφισμα. Μερικούς μήνες μετά θα ακολουθούσε ίσως το τελευταίο magnum opus του: η ομιλία που εκφώνησε στο συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής, κατά την οποία με μια ανεπανάληπτη πολιτική φυσικότητα… κατακρεούργησε τους παριστάμενους «πασόκους» συνέδρους.

Αποχαιρετισμός

Τις τελευταίες ημέρες ο θάνατος του Βασίλη Λεβέντη κινητοποίησε –όχι απρόσμενα– αντανακλαστικά νοσταλγίας. Οι νεολαίοι των ’90s ανατρέχουν ξανά στα best-of Λεβέντη με όρους χαβαλέ και τρολαρίσματος, αλλά και με μια μελαγχολία ότι χάθηκε ένα ιδιόρρυθμο σύμβολο πολιτικής αυθεντικότητας. Ναι, υπάρχει έτσι κι αλλιώς μια τάση νοσταλγίας για την εποχή της άνθησης της ιδιωτικής τηλεόρασης – με τους ήρωές της, που από την αφάνεια έβρισκαν βήμα είτε ως επίδοξοι πολιτευτές είτε ως επίδοξοι εθνικοί σταρ, παρατηρεί ο κ. Βαμβακάς. Το αντίο στον Βασίλη Λεβέντη, όμως, συνιστά και έναν άλλου είδους αποχαιρετισμό. Εναν αποχαιρετισμό στη νιότη των θεατών που στήνονταν στη μικρή οθόνη και τον παρακολουθούσαν να δίνει μάχες με –υπαρκτούς ή μη– δαίμονες στο ετοιμόρροπο στούντιό του. «Ισως και ως μια ανάμνηση της υπόσχεσης για ευημερία των ’90s», σημειώνει η Μαρίνα Ρήγου. Τότε που η χώρα έμοιαζε να έχει μόνο μέλλον. Και την πολυτέλεια να το σπαταλάει σε πολιτικά «παρατράγουδα» του μεσονυκτίου.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ