ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Γιατί νιώθουμε ενοχές όταν θέλουμε αναρρωτική από τη δουλειά;

ΠΗΓΗ: ΒΒC

Η ενοχή για την αναρρωτική άδεια μπορεί να αποκαλύπτει πολλά για τη σχέση μας με τη δουλειά αλλά και για την εργασιακή κουλτούρα, σύμφωνα με ειδικούς

Ξυπνάτε το πρωί και αισθάνεστε άρρωστοι, αλλά σaς περιμένει μια σημαντική ημέρα στη δουλειά. Τι κάνετε; Αν η πρώτη σκέψη σας είναι να πάτε κανονικά στη δουλειά ή να δουλέψετε από το σπίτι, δεν είστε oι μόνοι.

Ερευνες από το Ηνωμένο Βασίλειο καταδεικνύουν ότι σε ποσοστό περίπου 30% με 50% οι υπάλληλοι συνεχίζουν να εργάζονται ακόμη και όταν είναι άρρωστοι – ένα φαινόμενο που οι ειδικοί αποκαλούν «presenteeism», δηλαδή παρουσία και εργασία παρά την ασθένεια.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την ασθένεια και την αναρρωτική άδεια λέει πολλά τόσο για εμάς όσο και για τον χώρο στον οποίο εργαζόμαστε.

Οι νεότεροι παίρνουν λιγότερες αναρρωτικές

«Στη νεότερη γενιά αποδίδεται συχνά η ταμπέλα των “υπερευαίσθητων”, αλλά αυτό δεν ισχύει», σχολιάζει ο καθηγητής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, σερ Κάρι Κούπερ, ένας από τους κορυφαίους ειδικούς παγκοσμίως σε θέματα ευημερίας στον χώρο εργασίας. Τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου (ONS) επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη.

Οι εργαζόμενοι ηλικίας 16 έως 24 ετών έλαβαν κατά μέσο όρο 2,4 ημέρες αναρρωτικής άδειας πέρυσι, έναντι 6,2 ημερών για τους εργαζομένους ηλικίας 50 έως 64 ετών.

Ο σερ Κάρι εξηγεί ότι υπάρχουν αρκετοί λόγοι γι’ αυτό. Κατ’ αρχάς, οι νεότεροι εργαζόμενοι είναι πιθανότερο να απασχολούνται σε θέσεις με μικρότερη εργασιακή ασφάλεια. Παράλληλα, είναι λιγότερο πιθανό να αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα υγείας και προβλήματα στις αρθρώσεις, τα οποία αποτελούν σημαντικούς παράγοντες απουσίας από την εργασία.

Ωστόσο, ο σερ Κάρι προσθέτει: «Πιστεύω ότι οι νεότερες γενιές έχουν υψηλότερες προσδοκίες για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει οι εργοδότες να τους αντιμετωπίζουν και να λαμβάνουν υπόψη την ευημερία τους. Οι μεγαλύτερες γενιές ίσως ανέχονταν πιο εύκολα ορισμένες καταστάσεις, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η στάση αυτή είναι υγιής».

Οπως εξηγεί, «όσον αφορά την απουσία από την εργασία, οι νεότεροι εργαζόμενοι φαίνεται να είναι πιο πρόθυμοι να αντιμετωπίζουν την ψυχική ευεξία ως μέρος της συνολικής υγείας τους και όχι ως κάτι που απλώς πρέπει να αγνοούν και να συνεχίζουν να εργάζονται».

Τι αποκαλύπτει για τον εαυτό μας η στάση μας στη δουλειά

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο κάποιος αντιμετωπίζει την αναρρωτική άδεια.

Για ορισμένους, η εργασία συνδέεται στενά με την προσωπική ταυτότητά τους. Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο «κεντρικότητα της εργασίας» (work centrality) για να περιγράψουν αυτή τη σχέση. Ερευνες έχουν συνδέσει την υψηλή «κεντρικότητα της εργασίας» με μεγαλύτερη αφοσίωση, δέσμευση και προθυμία να καταβάλει κανείς επιπλέον προσπάθεια.

Οταν η εργασία αποτελεί κεντρικό κομμάτι της ταυτότητάς μας, η απουσία της μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι χάνουμε προσωρινά ένα μέρος του εαυτού μας. «Αυτοί οι άνθρωποι αισθάνονται έντονη ανάγκη να συνεχίσουν να εμφανίζονται στη δουλειά», λέει η δρ Οντρεϊ Τανγκ, ψυχολόγος που ασχολείται με θέματα ευημερίας στον χώρο εργασίας.

Οπως επισημαίνει, ιδιαίτερη τάση προς αυτή τη συμπεριφορά εμφανίζουν όσοι εργάζονται σε επαγγέλματα φροντίδας, όπως η ιατρική, η νοσηλευτική και η εκπαίδευση. «Συχνά λένε ότι θα προτιμούσαν να πάθουν κάποιο ατύχημα ή σωματική ασθένεια, ώστε να έχουν έναν λόγο να μην πάνε στη δουλειά παρά να πάρουν απλώς μία ημέρα άδεια».

Αλλοι φοβούνται ότι θα θεωρηθούν αδύναμοι ή τεμπέληδες. Σύμφωνα με την Τανγκ, οι νεότεροι εργαζόμενοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε αυτόν τον φόβο. «Είναι πιθανότερο να βρίσκονται στα πρώτα στάδια της επαγγελματικής πορείας τους και δεν θέλουν να δημιουργήσουν αρνητική εντύπωση», εξηγεί.

Eργασιακή κουλτούρα

Η κουλτούρα και η συμπεριφορά στον χώρο εργασίας μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την προθυμία των εργαζομένων να πάρουν αναρρωτική άδεια, λέει η ψυχολόγος δρ Τάρα Κουίν-Τσιρίλο.

Οταν οι ομάδες είναι υποστελεχωμένες και δεν υπάρχει επαρκής αντικατάσταση, οι εργαζόμενοι γνωρίζουν ότι η απουσία τους θα αυξήσει τον φόρτο εργασίας των συναδέλφων τους.

«Ο ρόλος των ενοχών και της ντροπής είναι σημαντικός σε έναν τοξικό οργανισμό που θέτει την παραγωγικότητα πάνω από την υγεία και την ευημερία», λέει η Κουίν-Τσιρίλο. «Σε ορισμένους χώρους εργασίας υπάρχει η κουλτούρα του “συνεχίζουμε κανονικά”, η οποία ενθαρρύνει τους ανθρώπους να συνεχίζουν να εργάζονται ενώ θα έπρεπε να ξεκουράζονται».

Αυτή η εργασιακή κουλτούρα επιβραβεύει την παρουσία στην εργασία αντί της απουσίας λόγω ασθένειας. Οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι τους εκτιμούν επειδή πηγαίνουν στη δουλειά ανεξάρτητα από το πώς αισθάνονται, ενώ γρήγορα αντιλαμβάνονται το μήνυμα όταν οι προϊστάμενοι επαινούν όσους συνεχίζουν να εργάζονται ενώ είναι άρρωστοι. «Σε ένα υγιές εργασιακό περιβάλλον, οι άνθρωποι θα πρέπει να μπορούν να συζητούν ανοιχτά και ειλικρινά για την ευημερία τους και τις ημέρες αναρρωτικής άδειας», λέει η Κουίν-Τσιρίλο.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η εμπιστοσύνη. Οταν η απουσία από την εργασία αμφισβητείται συστηματικά ή αντιμετωπίζεται αρνητικά, οι εργαζόμενοι μπορεί να διστάζουν να πάρουν δικαιολογημένη άδεια, φοβούμενοι ότι θα κριθούν από τους συναδέλφους ή τους προϊσταμένους τους. Αυτό, σύμφωνα με την Κουίν-Τσιρίλο, αποτελεί «τεράστιο red flag».

Το να αποφασίσει κανείς αν είναι «αρκετά άρρωστος» ώστε να μην εργαστεί δεν είναι πάντα εύκολο. Σε περίπτωση ασθένειας, η Τανγκ αναφέρει ορισμένους βασικούς κανόνες.

«Αν κάνεις εμετό ή έχεις διάρροια – πυρετό, θα πρέπει να παραμείνεις στο σπίτι για 48 και 24 ώρες αντίστοιχα μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ούτως ή άλλως είναι απίθανο να μπορείς να εργαστείς αποτελεσματικά».

Πέρα από αυτές τις περιπτώσεις, η απόφαση γίνεται πιο σύνθετη, σύμφωνα με την Τανγκ. «Η μεγαλύτερη γκρίζα ζώνη αφορά τον βήχα και το κρυολόγημα. Μετά τoν Covid, η εργασιακή εθιμοτυπία έχει αλλάξει – γενικά είναι ανεκτό να εργάζεται κανείς από το σπίτι».

Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει, υπάρχει ένας απόλυτος κανόνας: η ψυχική υγεία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως και η σωματική. Η Κουίν-Τσιρίλο προσθέτει: «Τελικά, το ζήτημα είναι κατά πόσο είσαι σε θέση να εκτελέσεις τη δουλειά σου, είτε πρόκειται για τη σωματική είτε για την ψυχική υγεία σου».

Ενα ακόμα «καμπανάκι» είναι όταν η εργασία αρχίζει να επηρεάζει βασικές ανάγκες του ατόμου, επισημαίνει. «Εχει επηρεαστεί η ικανότητά σου να φροντίζεις τον εαυτό σου; Μπορείς να αποφορτιστείς από τη δουλειά; Κοιμάσαι καλά;».

«Αν η απάντηση είναι “όχι”, τότε αυτό είναι μάλλον σημάδι ότι χρειάζεσαι πραγματικά ξεκούραση», καταλήγει.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ