Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Ο Στίβεν Λάνκεναου έχει αφιερώσει χρόνια στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την κάνναβη στην καθημερινή τους ζωή. Ως διευθυντής του Κέντρου Ερευνας Ιατρικής Κάνναβης του Πανεπιστημίου Ντρέξελ, και καθώς η νομιμοποίηση σχετικών προϊόντων διευρύνεται, θεωρεί πως τα σκευάσματα γίνονται ισχυρότερα και η χρήση συχνότερη.
Σε αντίθεση με το αλκοόλ, για το οποίο πολλοί τηρούν ορισμένα κοινωνικά πρότυπα που επιβάλλουν τη μετριοπάθεια (μόνο μια μπίρα μετά τη δουλειά ή ένα ποτήρι κρασί στο δείπνο) η κάνναβη εισέρχεται στη σύγχρονη καθημερινότητα, σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ, χωρίς σαφείς κανόνες. Οι ερευνητές προσπαθούν να κατανοήσουν πότε η χρήση γίνεται προβληματική και κατά πόσο νέες πρακτικές θα μπορούσαν να περιορίσουν τους κινδύνους.
Το ζήτημα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία καθώς η χρήση κάνναβης αυξάνεται, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ενηλίκων, οι οποίοι κάνουν συχνότερη χρήση. Οι γιατροί αναφέρουν αυξανόμενο αριθμό ασθενών που καταλήγουν στα επείγοντα περιστατικά με σύγχυση, ταχυκαρδία, ζάλη και άλλα συμπτώματα που σχετίζονται με χρήση κάνναβης. Η καθημερινή ή σχεδόν καθημερινή χρήση αυξήθηκε ακόμη ταχύτερα, ενώ οι άνω των 35 ετών αποτελούν πλέον μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες ομάδες χρηστών.
Ωστόσο, ένα από τα πιο βασικά ερωτήματα παραμένει μέχρι και σήμερα αρκετά δύσκολο για να απαντηθεί: Πόση κάνναβη θεωρείται υπερβολική για τον εγκέφαλο; Η επιστημονική κοινότητα καταλήγει ολοένα και περισσότερο σε τρεις βασικούς παράγοντες: πόσο συχνή είναι η χρήση κάνναβης, σε ποια ηλικία ξεκίνησε ο χρήστης και πόσο ισχυρό είναι το προϊόν.
Οταν η μαριχουάνα έγινε ευρέως γνωστή στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1960, συνδέθηκε με τον νεανικό πειραματισμό. Σήμερα, όμως, τα προϊόντα κάνναβης είναι πολύ πιο ισχυρά από εκείνα που χρησιμοποιούσαν οι προηγούμενες γενιές.
Τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 τα περισσότερα άνθη κάνναβης περιείχαν χαμηλά ποσοστά THC, συχνά μονοψήφια. Σήμερα πολλά εμπορικά προϊόντα ξεπερνούν το 20%, ενώ τα συμπυκνώματα, τα έλαια και τα προϊόντα ατμίσματος μπορούν να φτάσουν ακόμη και το 70%-90%.
Η THC (τετραϋδροκανναβινόλη) είναι η κύρια ψυχοδραστική ουσία της κάνναβης και μπορεί να προκαλέσει μέθη, παράνοια και, σε ορισμένους χρήστες, ψυχωτικά συμπτώματα.
Αυξανόμενος αριθμός μελετών συνδέει τη συχνή χρήση υψηλής περιεκτικότητας σε THC με μεταβολές στη συνδεσιμότητα του εγκεφάλου, κενά μνήμης και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχωσικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα σε νεαρά άτομα.
Πολλοί ενήλικες, ιδιαίτερα μεγαλύτερης ηλικίας, χρησιμοποιούν κάνναβη για την αντιμετώπιση του πόνου, της αϋπνίας ή του άγχους. Ωστόσο, δύο πρόσφατες μελέτες αμφισβητούν αυτή την πρακτική.
Μία ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο JAMA Internal Medicine εξέτασε έρευνες σχετικά με τη διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), το άγχος, την κατάθλιψη, τη ΔΕΠΥ, τη διπολική διαταραχή και άλλες ψυχικές παθήσεις. Οι ερευνητές κατέληξαν ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν υποστηρίζουν τη χρήση κάνναβης για καμία από αυτές τις καταστάσεις, ενώ παράλληλα επισημαίνουν σημαντικούς κινδύνους ανεπιθύμητων ενεργειών.
Ενα από τα πιο απρόσμενα ευρήματα των τελευταίων ετών είναι ότι η μέτρια χρήση στην ενήλικη ζωή ίσως δεν επηρεάζει τη γνωστική λειτουργία όσο φοβούνταν παλαιότερα οι επιστήμονες.
Μελέτη του 2024 που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open σε μεσήλικες και ηλικιωμένους δεν βρήκε σημαντική σχέση μεταξύ μέτριας χρήσης κάνναβης και γνωστικής έκπτωσης ύστερα από ένα έτος παρακολούθησης. Αντίθετα, μια μεγάλη μελέτη του 2025 που εξέτασε περισσότερους από 1.000 νέους ενήλικες ηλικίας 22 έως 36 ετών διαπίστωσε ότι η πιο σοβαρή επίδραση καταγραφόταν σε όσους έκαναν βαριά χρήση – άτομα που είχαν καταναλώσει κάνναβη πάνω από 1.000 φορές στη ζωή τους. Η κύρια διαφορά εντοπίστηκε στη μνήμη, και ιδιαίτερα στην ικανότητα διατήρησης και επεξεργασίας πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.
Εδώ και δεκαετίες, έρευνες δείχνουν ότι οι έφηβοι που κάνουν τακτικά χρήση κάνναβης τείνουν να έχουν χειρότερες σχολικές επιδόσεις και μικρότερες πιθανότητες αποφοίτησης.
Μια μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 παρακολούθησε περίπου 460.000 εφήβους ηλικίας 13 έως 17 ετών μέχρι την ενηλικίωσή τους. Διαπίστωσε ότι όσοι είχαν κάνει χρήση κάνναβης για έναν ολόκληρο χρόνο, διέτρεχαν περίπου διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης ψυχωσικών ή διπολικών διαταραχών μέχρι την ηλικία των 26 ετών.
Κατά την εφηβεία, ο εγκέφαλος βρίσκεται σε κρίσιμη φάση ανάπτυξης, με τις νευρωνικές συνδέσεις να σχηματίζονται, να ενισχύονται και να αναδιαμορφώνονται. Μελέτες απεικόνισης έχουν συνδέσει τη χρήση κάνναβης πριν από τα 16 έτη με μεταβολές στη λευκή ουσία του εγκεφάλου.
Η λεγόμενη «αποχή ανοχής» (tolerance break), δηλαδή η προσωρινή διακοπή της χρήσης, είναι δημοφιλής τακτική των χρηστών.
Μια ανασκόπηση του 2021 διαπίστωσε ότι ορισμένα ελλείμματα στη γνωστική λειτουργία που σχετίζονται με τη χρήση κάνναβης – ιδιαίτερα εκείνα που αφορούν την προσοχή και τη μνήμη – μπορεί να μετριαστούν ύστερα από παρατεταμένη αποχή, ειδικά στους ενήλικες και σε όσους κάνουν σπάνια χρήση.
Επιπλέον, μελέτη του 2018 έδειξε ότι έφηβοι και νεαροί ενήλικες που απείχαν από την κάνναβη για δύο εβδομάδες παρουσίασαν μετρήσιμη βελτίωση στην προσοχή.
Οι επιστήμονες εξετάζουν όλο και περισσότερο αν ορισμένα κανναβινοειδή μπορούν να προστατεύσουν τον εγκέφαλο από τις επιπτώσεις της γήρανσης, μειώνοντας τη φλεγμονή και το κυτταρικό στρες.
Μια μελέτη του 2024 από το Ινστιτούτο Salk επικεντρώθηκε στην κανναβινόλη (CBN), μια ουσία που σχηματίζεται καθώς η THC διασπάται με την πάροδο του χρόνου.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η CBN φαινόταν να προστατεύει τα νευρικά κύτταρα διατηρώντας τη λειτουργία των μιτοχονδρίων και μειώνοντας το στρες.
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι επιστήμονες τονίζουν ότι «απέχουν ακόμα πολύ» από οποιαδήποτε απόδειξη που θα συνέδεε τα προϊόντα κάνναβης με κάποιου είδους προστασία απέναντι στο Αλτσχάιμερ ή το Πάρκινσον.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι, ενώ ορισμένοι χρήστες αναπτύσσουν προβληματικές συμπεριφορές, οι περισσότεροι φαίνεται να τις αποφεύγουν. Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο, ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα εννέα ετών για νεαρούς χρήστες κάνναβης στο Λος Αντζελες.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: εκείνους που χρησιμοποιούσαν κάνναβη χωρίς σταθερά προσωπικά όρια, και εκείνους που ήταν πιο προσεχτικοί (π.χ. δεν έκαναν χρήση πριν από τη δουλειά ή το σχολείο και δεν οδηγούσαν υπό την επήρεια κάνναβης).
Τα άτομα της δεύτερης ομάδας χρησιμοποιούσαν την κάνναβη λιγότερο συχνά και εμφάνιζαν μικρότερα ποσοστά προβληματικής χρήσης.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η μετριοπάθεια ίσως εξαρτάται λιγότερο από την ποσότητα και περισσότερο από την ύπαρξη σαφών κανόνων σχετικά με το πότε, πού και γιατί κάνει κάποιος χρήση προϊόντων κάνναβης.
Πηγή: Washighton Post
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.