Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Ελένη Ξένου
Συναντηθήκαμε στο σπίτι του ένα γκρίζο πρωινό, μου έφτιαξε ζεστό καφέ, έφερε και μπισκότα. «Μας ταιριάζει σήμερα αυτή η πυκνή συννεφιά», του είπα, συμφώνησε και μ’ αυτό εννοούσα πως από τον «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσί Ουίλιαμς μέχρι το «Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη, τα δύο έργα που σκηνοθετεί αυτή την περίοδο, πιθανόν να μεσολαβεί ή ίσως και να προηγείται μια εσωτερική καταιγίδα.
Καθόμαστε στον καναπέ ο ένας απέναντι από τον άλλο και στην μέση το σκυλί. Αρχίζουμε να μιλάμε για τον «Γυάλινο Κόσμο» κι αυτό μας πάει σε ένα βροχερό βράδυ που ο ίδιος, μαθητής τότε στη Δραματική Σχολή, μόλις έχει φύγει από το θέατρο, όπου είδε για πρώτη φορά το έργο του Τενεσί Ουίλιαμς, και περπατά στη βροχή συγκλονισμένος. Τι τον συγκλόνισε; Κυρίως το ότι υπήρχαν πολλά κοινά σημεία με τη δική του οικογένεια αλλά και κάτι επιπλέον, πιο βαθύ, δεν μπορεί να το διευκρινίσει αλλά είναι εκείνο που θα σφηνώσει τον «Γυάλινο Κόσμο» στο πίσω μέρος του μυαλού του για χρόνια. Μέχρι σήμερα που αποφασίζει να το σκηνοθετήσει. «Τώρα ήταν προφανώς η στιγμή», του λέω και μ’ αυτό εκφράζω την πεποίθησή μου ότι όλα γίνονται την ώρα που μπορείς να τα διαχειριστείς, συμφωνεί, η σκηνοθεσία άλλωστε για αυτόν είναι «ένα συνεχές σκάψιμο που ανασύρει πράγματα πιο προσωπικά, τα οποία πρέπει κι αυτά να βρουν τη θέση τους μέσα στην παράσταση», αυτής της άποψης είναι ο Θανάσης ως σκηνοθέτης, ότι δεν παίρνεις ένα έργο και προσπαθείς μόνο να το ζωντανέψεις αλλά και να μεταδώσεις αυτό που υπάρχει από κάτω, τη σπίθα, δηλαδή, που σου άναψε, όταν το πρωτοδιάβασες.
–Πώς είναι να επιστρέφεις ώριμος σε ένα κείμενο που σε συγκλόνισε νεαρό;
–Έχει πολύ ενδιαφέρον. Τότε με συντάραξαν πράγματα που είχαν να κάνουν περισσότερο με τη Λώρα, και με τη μητέρα, με την αποτυχία των ανθρώπων να βρουν τη θέση τους στη ζωή.
–Και τώρα;
–Με συντάραξε ο ίδιος ο Τομ. Ότι έπρεπε να βάλει σε μια ζυγαριά από τη μία τη μητέρα και την αδελφή του, που ήξερε ότι υπάρχει μια ανεπάρκεια ως προς το να ζήσουν χωρίς τη βοήθειά του, και από την άλλη τη δική του φύση που ήταν ποιητική και περιπετειώδης. Ένας νέος άνθρωπος που για να βρει τη ζωή του αναγκάζεται να φερθεί με ανελέητο τρόπο χωρίς ωστόσο να είναι ο ίδιος ανελέητος. Ότι μπορεί να συμβεί αυτό σε ένα άνθρωπο που διαθέτει και ευαισθησία και ενσυναίσθηση, με συντάραξε.
–Επιζητούσες και την αναμέτρηση και με τα δικά σου βιώματα επιστρέφοντας στο έργο;
–Ναι την επιζητούσα με ένα πιο πλάγιο τρόπο ίσως γιατί αυτό βολεύει. Νομίζεις ότι θα είναι πιο ανώδυνο όταν είναι φιλτραρισμένο από τα λόγια του συγγραφέα.
–Αλλά δεν είναι;
–Όχι δεν είναι. Όλα βγαίνουν στο φως. Τίποτα δεν κρύβεται. Για να καταλάβεις, λόγω των πολλών ομοιοτήτων του έργου με τη δική μου ζωή επέλεξα να βάλω τη φωτογραφία του πατέρα μου στον τοίχο.
–Ο πατέρας σου ήταν αυτός στην φωτογραφία;
–Ναι… Και όταν έκανα τις πρόβες έλεγα να την κρεμάσουμε εκεί, να την βάλουμε εδώ κτλ., άνοιγα τις κουρτίνες και την έβλεπα και έλεγα τον μονόλογο του Τομ και όλα αυτά τα έκανα εντελώς αποστασιοποιημένα. Και ξαφνικά τη μέρα της πρεμιέρας ανοίγω την κουρτίνα, βλέπω τη φωτογραφία και δεν μπορώ να μιλήσω. Εκεί δεν είδα τον μπαμπά του έργου αλλά τον δικό μου. Είδα μέσα από το ψέμα του θεάτρου τη δική μου αλήθεια. Ήταν εκεί φωτισμένος και ένιωθα ότι έκανα όλη την παράσταση για εκείνον.
–Δεν είναι φοβερό ότι μέσα από το ψέμα του θέατρου αναζητούμε τη δική μας αλήθεια;
–Είναι αυτό που λέει ο Τομ: «Μια ψευδαίσθηση ως αλήθεια». Είναι όντως οξύμωρο αλλά μέσα από αυτό το οξύμωρο γίνονται τα πράγματα πιο αληθινά.
Ο Τομ λέει και κάτι άλλο στον τέλος του έργου. Πως «ο χρόνος είναι η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο τόπους». Ο Θανάσης κρατάει αυτή τη φράση ως ιδιαίτερα σημαντική. «Για σένα τι σημαίνει», τον ρωτώ. Πίνει μια γουλιά καφέ, κοιτάει έξω τη συννεφιά και μου απαντά χαμηλόφωνα σαν να μοιράζεται μυστικό. Αυτή η φράση, λέει, έχει να κάνει με την προσωπική του αντίληψη για τον χρόνο. Το ότι δηλαδή του είναι δύσκολο να καταλάβει πως συμβάντα που έχουν γίνει πολύ παλιά τα νιώθει λες και έγιναν μόλις τώρα και άλλα που έγιναν πρόσφατα τα αισθάνεται πολύ παλιά. Δοκιμάζει ωστόσο μια εξήγηση. Οφείλεται, λέει, στον τρόπο που αποτυπώνονται τα γεγονότα μέσα μας, το πώς εισπράττουμε ό,τι μας συμβαίνει και το πώς στοχαζόμαστε. Έχει επίσης να κάνει και με όλα εκείνα που ο ίδιος αισθάνεται ότι του λείπουν τρομερά. Και στη ζωή και στο θέατρο. «Και ποια είναι αυτά;», απορώ. Η άλλη ματιά, απαντά. Αυτή που σου δημιουργεί το ζητούμενο να κάνεις τη δουλειά σου με μια λεπτότητα, μια λεπτομέρεια, ακρίβεια και σκέψη, πράγματα που σήμερα απουσιάζουν. Η προχειρότητα έχει αναχθεί σε δεδομένο, λέει, το ίδιο και οι εκπτώσεις στο όραμα, όπως και το ότι δεν χρειάζεται η σκέψη, κι αυτό υπάρχει παντού, στην πολιτική, στις συναναστροφές, στις δουλειές μας, στο πώς χτίζονται τα σπίτια, στο πώς χτίζονται οι παραστάσεις, στο πώς υπάρχουν οι άνθρωποι, χωρίς ενσυναίσθηση και χωρίς ευγένεια. «Λες να είναι ένας κύκλος που κάποτε επιτέλους θα κλείσει», τον ρωτώ συμμεριζόμενη την απογοήτευσή του. «΄Η θα καταστραφούμε όλοι μαζί ή θα γίνει κάτι που θα μας κάνει να αναθεωρήσουμε το πώς είμαστε και πώς ζούμε» απαντά. Και αυτή η διαπίστωση μας φέρνει στο «Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη.
–Είναι τρομερό το πόσο πατάει στο σήμερα αυτό το έργο.
–Μιλάει ακριβώς γι’ αυτά τα πράγματα. Μια φωνή προς εμάς που απαιτεί να γυρίσουμε προς το μέσα μας και να αφουγκραστούμε το τι συμβαίνει στον κόσμο. Να σκεφτούμε ποια είναι η δική μας θέση μέσα σε όλα αυτά και να αρθρώσουμε ένα δημόσιο λόγο ο καθένας με τον τρόπο που μπορεί και από το δικό του πόστο. Είναι σαν να σου λέει ότι δεν γίνεται πια τα πράγματα να περνάνε έτσι ανώδυνα. Πρέπει κάπως να μιλήσουμε και κάπως να πράξουμε.
–Έχω την αίσθηση πώς ένα αδιόρατο νήμα το ενώνει με τον «Γυάλινο Κόσμο».
–Σωστά την έχεις, όντως υπάρχει. Καταρχάς τελειώνουν και τα δύο έργα με μια προστακτική, με μια πολύ βαθιά ανάγκη να συμβεί κάτι επείγον. Και μιλάνε και τα δύο για όλα τα πρόσωπα που δεν κατάφεραν να ορθοποδήσουν, γιατί δεν βοηθήθηκαν είτε από τον ψυχισμό τους, είτε από το περιβάλλον τους, είτε από τον κόσμο. Μιλάνε για τους ηττημένους ανθρώπους.
–Ποιοι είναι οι ηττημένοι άνθρωποι;
–Η Αναγνωστάκη φαντάζομαι μιλούσε για τη δική της γενιά όπου οι διαψεύσεις σε ιδεολογίες και σε πιστεύω γινόντουσαν με τη μορφή κατολίσθησης.
–Και σήμερα;
–Σήμερα θα έλεγα πως είμαστε όλοι λίγο-πολύ ηττημένοι. Είναι σαν η ζωή να έχει μεταφερθεί κάπου αλλού, ερήμην μας. Κάπου που εγώ αισθάνομαι ότι είμαι πολύ μακριά. Δεν μπορώ να το αντιληφθώ ακριβώς τι είναι, δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει, έχουν γίνει όλα ένας χυλός, μπορείς δηλαδή να είσαι αυτό και μπορείς να είσαι και το άλλο με την ίδια ευκολία.
–Και ποια λες είναι η μόνη επανάσταση που μας έχει απομείνει;
–Νομίζω ότι εκείνο που λείπει περισσότερο είναι ο στοχασμός. Ίσως αυτό να είναι σήμερα επαναστατικό. Το να στοχαστείς. Κανείς δεν την επιζητεί τη σκέψη λες και είναι κάτι πολύ κακό ή λες και δεν την έχουμε πια ανάγκη.
–Μήπως τελικά χρειάζεται πρώτα να ηττηθείς για να προχωρήσεις μπροστά;
–Μόνο έτσι έχει σημασία. Όταν ξεκινάς από την ήττα. Χρειάζεται τόλμη και γενναιότητα η παραδοχή της ήττας. Και μου φαίνεται αδιανόητο πια ότι όλοι φοβούνται να πούνε δεν ξέρω. Λες και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ξέρουμε τα πάντα. Όταν κάνω τις πρόβες ακόμα κι αν κάτι μου φαίνεται εύκολο στην προσέγγιση βάζω τρικλοποδιές στον εαυτό μου και δημιουργώ προβλήματα που μετά έχει αξία να προσπαθεί να τα ξεπεράσεις γιατί έτσι πας ακόμα πιο βαθιά από εκεί που νόμιζες. Και αυτό είναι για μένα ένα ζητούμενο από όλους τους συνεργάτες μου, όχι με την έννοια του αυτομαστιγώματος ή ότι τα πράγματα πρέπει να είναι δύσκολα, αλλά σαν παιχνίδι, σαν μια περιπέτεια. Με ενδιαφέρει δηλαδή να συναντηθούμε στο δεν ξέρω παρά στο ξέρω.
Ακόμα ένας ζεστός καφές και η μπόρα δεν λέει να έρθει. Το σκυλί έχει αποκοιμηθεί και η κουβέντα μας γίνεται ακόμα πιο ήσυχη. Τον ρωτώ πόσο τον άλλαξε αυτή η διαδρομή μέσα στο θέατρο, πολύ, απαντά και μου ομολογεί πως σαν παιδί ήταν πολύ δειλός, έκανε μεν φοβερά ταξίδια στο μυαλό του αλλά δεν τα αποτολμούσε στην πραγματικότητα. Του πήρε καιρό μέχρι να αποφασίσει να δώσει εξετάσεις για τη Δραματική, «οριακά ηλικιακά μπήκα στη σχολή», λέει, «καταλαβαίνεις λοιπόν ότι όλα γίνονταν πολύ διστακτικά, παραδίπλα, ποτέ κεντραρισμένα». Το θέατρο του έδωσε ένα θάρρος που του έλειπε, και αυτή την αλλαγή την αισθάνθηκε την ώρα που συνέβαινε, όχι σαν απόρροια απολογισμού. Η τέχνη μπορεί πράγματι να αλλάξει τα πράγματα, κάνω σχόλιο, «κάποτε έλεγα πως δεν τα αλλάζει» λέει εκείνος, βλέποντας όμως πόσο μετακίνησε τον ίδιο αναίρεσε αυτή την άποψη. Ίσως τελικά πρέπει να φύγουμε από τη μεγάλη κλίμακα και να επιστρέψουμε στη μικρή προκείμενου να πετύχουμε την μεγάλη, του λέω και με αυτό εννοώ πως η ατομική μετατόπιση οδηγεί στη συλλογική και ίσως η επανάσταση τελικά να είναι αυτό, να γίνουμε ο καθένας μας καλύτερος. Συμφωνεί, αισθάνεται, μάλιστα, πως είναι γι’ αυτή την επανάσταση που μιλάει στο βάθος η Αναγνωστάκη, «τη σιγανή που δημιουργεί μικρή έκρηξη με μεγάλο αντίκτυπο, γιατί είναι βαθύς και αιχμηρός και όχι φωναχτός και σκορπισμένος». Και μια τελευταία ερώτηση, του λέω, περιμένει να την ακούσει.
–Το δικό σου «Σε σένα που με ακούς» πώς τελειώνει;
–Ίσως με σιωπή.
–Κι αν έπρεπε να διαλέξεις λέξεις;
–Θα διάλεγα το ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη που λέει «θα ’ρθει μια μέρα που δεν θα ’χουμε πια τι να πούμε».
Πληροφορίες
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.