Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Δημήτρης Ρηγόπουλος
Ο καθηγητής υποκριτικής στη θεατρική ομάδα του πολυκλαδικού λυκείου του Αιγάλεω είχε ξεχωρίσει το παιδί με το ζωηρό βλέμμα από τη Νίκαια. Τον φανταζόταν φτασμένο ηθοποιό και σταρ. Ομως ο 16χρονος Γιώργος Μαζωνάκης είχε άλλα σχέδια. Αλλωστε τραγουδούσε ήδη στο «Μουσικό Ρετιρέ», μια μουσική ταβέρνα κοντά στο σπίτι του – η αιτία για την οποία συχνά αργούσε στις πρόβες.
Πάντως ο καθηγητής είχε πέσει μέσα. Ο γαλανομάτης έφηβος της δεκαετίας του ’80 όχι μόνο έγινε σταρ περιωπής, αλλά από το απόγευμα της Τετάρτης, οπότε έγινε γνωστός στο πανελλήνιο ο αδόκητος θάνατός του, αποκαλύφθηκε σε όλο της το μέγεθος η πολλές φορές δυσερμήνευτη απήχηση του Γιώργου Μαζωνάκη σε ανόμοια ακροατήρια.
Ας ειπωθούν τα βασικά: Ο Γιώργος Μαζωνάκης υπήρξε στην εμπροσθοφυλακή εκείνου του υβριδίου της εγχώριας λαϊκοπόπ βιομηχανίας που άνθησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέσα από τα «ελληνάδικα» της εποχής – ένας συνδυασμός μεσογειακών και οριεντάλ ρυθμών με σημεία αναφοράς το μπουζούκι και την απέθαντη ελληνική συνταγή του ερωτικού νταλκά. Ολα αυτά λίγο πριν από τη διάδοση του Ιντερνετ, όταν ακόμη η μουσική βιομηχανία ήταν πανίσχυρη και διέθετε τη δύναμη να κατασκευάζει είδωλα από το μηδέν.
Αλλά ο Μαζωνάκης, αντίθετα με τους περισσότερους ομοτέχνους του, είχε και την ευφυΐα και το ταλέντο να επανεφευρίσκει διαρκώς τον εαυτό του είτε ως πολιτισμικό τρολ, είτε ως fashion icon, είτε ως ισότιμος συνομιλητής του Φοίβου Δεληβοριά και της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. Χωρίς αυλές, χωρίς στυλίστες, χωρίς παρανοϊκούς μάνατζερ. «Τι έχεις κάνει στους κουλτουριάρηδες και τρελαίνονται μαζί σου;» τον είχε ρωτήσει ήδη από το 2006 ο Σταύρος Θεοδωράκης στους τηλεοπτικούς «Πρωταγωνιστές» του. Ο Μαζωνάκης ψέλλισε κάπως συνεσταλμένα μια λέξη που μόλις τότε άρχιζε να γίνεται της μόδας. «Αυθεντικότητα», είχε πει.
Είναι αλήθεια ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν έκρυψε ποτέ την καταγωγή του από τη βαθιά νύχτα για να κερδίσει ένα πιο εκλεπτυσμένο κοινό. Αντιθέτως, πήρε στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «κιτς», υπερβολικά ή λούμπεν και τα έκανε μέρος μιας απολύτως προσωπικής αισθητικής και –αργότερα– μυθολογίας. Εφτιαξε μόνος του «κάτι» που καμία δισκογραφική δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει: αναγνωρίσιμη καλλιτεχνική προσωπικότητα. Δεν χρειαζόταν να ακούσεις πάνω από λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβεις ποιος τραγουδάει. Φωνή, τρόπος εκφοράς, ντύσιμο, γυαλιά, χιούμορ, μεταμφιέσεις, σκηνικές υπερβολές: όλα ήταν μέρος του ίδιου brand name.
Και είχε το χάρισμα να γίνεται camp χωρίς να αυτογελοιοποιείται. Χρησιμοποιούσε το κιτς, την υπερβολή και τη θεατρικότητα αφομοιώνοντας πλήρως ένα ανατρεπτικό, αυτοσαρκαστικό στοιχείο που του έδινε ταυτόχρονα πρόσβαση σε ένα πιο νεανικό, πιο urban και queer κοινό, χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά αυτό που ήταν πάντα, μια αρσενική Μαντόνα των Βαλκανίων. Δηλαδή, όντας βαθιά χωμένος μέσα στα γρανάζια της βιομηχανίας και παρά τη διαχρονική επιτυχία του, κατάφερνε πάντα να διατηρεί για τον εαυτό του μια προσεκτικά επιμελημένη εικόνα του αιώνιου αουτσάιντερ από τη Νίκαια, προκαλώντας ταυτίσεις που υπερέβαιναν κατά πολύ τα πολιτισμικά σύνορα του μουσικού είδους που εκπροσωπούσε. Οπως είχε γράψει πολύ εύστοχα ο Χάρης Συμβουλίδης στη μουσική ιστοσελίδα Avopolis τον Οκτώβριο του 2010, «ο Γιώργος δεν είναι μπουζούκια, είναι ένας από εμάς στα μπουζούκια».
Κάπως έτσι το στοιχείο της «αυθεντικότητας» αποδείχθηκε απείρως σημαντικότερο από την «ποιότητα» του ρεπερτορίου του. Για το μη «λαϊκό» κοινό του ο Γιώργος ήταν «ροκ». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Αδιαφορία για τα «πρέπει» της καριέρας ενός λαϊκού τραγουδιστή, έντονη αίσθηση προσωπικού στυλ, διάθεση να προκαλέσει, θεατρικότητα και, κυρίως, το δικαίωμα να είναι διαφορετικός. Εκεί πρέπει να δόθηκε η πιο σκληρή μάχη. Προερχόμενος από ένα συντηρητικό περιβάλλον (καμάρωνε, φτασμένος σταρ, που πήγαινε για χρόνια στο πατρικό του στη Νίκαια για να φάει το φαγητό της μαμάς του) κι έχοντας επενδύσει μεγάλο μέρος των πνευματικών του αναζητήσεων στη στενή σχέση του με τη θρησκεία, η διαχείριση της καλλιτεχνικής φύσης του και της προσωπικής του ζωής αποδείχθηκε ένα ανοιχτό μέτωπο που δεν έκλεισε ποτέ.
Στις πιο εξομολογητικές συνεντεύξεις του μιλούσε για το πώς είχε «επιλέξει» να μείνει μακριά από τα χαρακώματα του έρωτα και της αναζήτησης συντροφικών σχέσεων. Φίλοι και συνεργάτες του συμφωνούν ότι δεν τον είχαν ακούσει ποτέ να έχει «αρρωστήσει» από κάποια ανίατη ερωτική καψούρα, σαν εκείνες που διεκτραγωδούσε στην πίστα. «Είμαι μοναχικός, ναι, όχι όμως μονόχνωτος», είχε πει στον Παναγιώτη Μένεγο (OneMan, 2021). «Εχω κάνει δουλειά για να περνάω καλά με μένα. Με σφαλιάρα ή με χάιδεμα στον εαυτό μου. Ας πούμε, δεν έχω ανακαλύψει αν μου λείπει ο έρωτας. Από μικρός, να ξέρεις, εγώ πίστευα ότι οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν καριέρα, όχι σχέσεις».
Κι εδώ φτάνουμε στις πιο αθέατες όψεις του «φαινομένου». Γιατί πώς γίνεται ένας άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα τόσο ελεύθερος ως καλλιτεχνική περσόνα και τόσο εγκλωβισμένος στον ίδιο του τον μύθο; Ο Γιώργος από τη Νίκαια, το «καλό παιδί», ο «Μαζώ». Και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπήρχαν μάρτυρες. Ολοι –οι φαν, το σινάφι, οι «περαστικοί»– το έβλεπαν πάνω στη πίστα, κυρίως τα τελευταία χρόνια. Κραιπάλες σε ζωντανή μετάδοση συντηρούσαν το στερεότυπο του αιώνιου «παιδιού της νύχτας» – όπως το προφήτευαν οι στίχοι του Γιώργου Παυριανού στο εμβληματικό σουξέ του 1997. Και όμως. Η αποθέωση συνεχιζόταν αμείωτη. Τι κι αν το κενό βλέμμα του περφόρμερ επί σκηνής μπορούσε να σοκάρει και τους πιο υποψιασμένους; «The show must go on», όπως τραγουδούσε ο Φρέντι Μέρκιουρι τα χρόνια που ο Γιώργος Μαζωνάκης καβαλούσε το κύμα της πρώτης επιτυχίας.
Τον περασμένο Μάρτιο, ο συνάδελφος, μουσικοκριτικός και συνεργάτης στην «Κ» Βύρωνας Κριτζάς έτυχε να βρεθεί στα τελευταία γενέθλια που γιόρτασε, σε μια πριβέ εκδήλωση που διοργάνωσε η δισκογραφική εταιρεία του. «Μας είχαν πει να φοράμε μαύρα. Ο Μαζωνάκης ήρθε με ένα βυσσινί “πιτζαμέ” ρούχο και μαλλιά επίσης βυσσινί. Από τα λίγα λεπτά που πέρασα δίπλα του, θυμάμαι έναν άνθρωπο ζεστό με τον κόσμο, ανασφαλή και ολίγον τι χαμένο. Τα μέλη της ορχήστρας του παρέμειναν όρθια για αρκετή ώρα σε μια σκηνή περιμένοντας. “Μπορεί να τραγουδήσω απόψε, μπορεί όχι. Θα δούμε”. Τελικά δεν τραγούδησε».
Ο Βύρωνας, σοκαρισμένος ακόμη από τα άσχημα μαντάτα της Τετάρτης, ανακαλεί την περίφημη συνέντευξη με τον Τάσο Τρύφωνος, την τελευταία της ζωής του. Μου λέει ότι εκεί μπορεί κάποιος να διακρίνει πολλά: «Την αστάθεια, την προσπάθεια που κατέβαλλε, το εσωτερικό κλάμα πίσω από φράσεις όπως “τώρα είμαι καλά”, τη μοναξιά, την ανάγκη για αγάπη. Ακόμη και οι συμβολισμοί του θανάτου του, ο οποίος έλαβε χώρα σε ένα ιατρείο στο Κολωνάκι, γεμάτο θρησκευτικές εικόνες, λένε πολλά για όποιον θέλει να τα δει. Ενας θεός μονάχα ξέρει γιατί νιώθαμε τόσο δικό μας έναν άνθρωπο τόσο διαφορετικό από εμάς – και σίγουρα δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι ήταν καλλίφωνος, ή καλός σόουμαν. Ο Μαζωνάκης είχε κάτι στο βλέμμα, στα ρούχα του και στην καρδιά του». Αυτό το «κάτι», ευχή και κατάρα μιας αθέλητης αθανασίας.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.