Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Θανάσης Φωτίου
Με αυτό το μότο, του Jack Kerouak, είχε συστηθεί στο αναγνωστικό κοινό όταν έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο μια δεκαετία πριν. Με αφορμή την εκδήλωση που διοργανώνεται στο Amyth of Nicosia, την Τετάρτη 10 Ιουνίου για τα δέκα χρόνια Μυθιστοριογραφίας του, ο Κύπριος συγγραφέας μάς ταξιδεύει στις πόλεις όπου έζησαν οι ήρωές του. Πέντε φωτογραφικά στιγμιότυπα, από το Βουκουρέστι, τη Βουδαπέστη, την Κωνσταντινούπολη, το Ρουστάβι και τη Ρώμη, όπως αποτυπώνονται στις σελίδες των πέντε μυθιστορημάτων του με προσωπικές ιστορίες πίσω από τις μυθιστορίες.
«Το ξενοδοχείο από όπου εμπνεύστηκα και τον τίτλο του βιβλίου δεν ήταν μια συγγραφική επινόηση για σκοπούς μυθοπλασίας. Υπήρχε στ’ αλήθεια και το επισκέφθηκα ως πιτσιρικάς τη δεκαετία του 1970. Το πραγματικό του όνομα είναι Hotel Triumf, σύμβολο ισχύος στα πέτρινα χρόνια του καθεστώτος Τσαουσέσκου - σκιά του κραταιού παρελθόντος όταν το επισκέφθηκα πριν από 15 σχεδόν χρόνια. Έκανα τότε την έρευνα για το βιβλίο κι επέλεξα ένα από τα βράδια μου στο Βουκουρέστι να μείνω εκεί όπου φαντάστηκα να κυκλοφορούν οι ήρωές μου. Μια απόφαση που αποδείχτηκε καθοριστική για τη συγγραφή καθώς αναβίωσαν οι παιδικές μνήμες ενώ κατέγραφα με λεπτομέρεια τη φθορά που αναπόδραστα φέρνει ο χρόνος».
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Το Hotel National βρισκόταν στο πλάι της λεωφόρου, προστατευμένο από τα βλέμματα των περαστικών πίσω από πυκνές συστάδες δέντρων. Ήταν ένα κομψό τριώροφο κτήριο της δεκαετίας του ’30, περιτριγυρισμένο από περιποιημένους κήπους και γήπεδα του τένις. Μια μεγαλοπρεπής σιδερένια πύλη οδηγούσε σ’ έναν ιδιωτικό κυκλικό δρόμο, γύρω από έναν κήπο με γκαζόν και τριανταφυλλιές. Το ξενοδοχείο, όπως σωστά είχε πληροφορηθεί ο Σταμάτης, ήταν κομματικό, δηλαδή στην αποκλειστική υπηρεσία της ελίτ που κυβερνούσε τη χώρα. Εκεί διέμεναν οι φιλοξενούμενοι των αδελφών κομμάτων, αλλά και σημαντικές προσωπικότητες που σχετίζονταν με το καθεστώς και προτιμούσαν την ιδιωτικότητα ενός τέτοιου χώρου από το θορυβώδες Intercontinental.
Hotel National, Εκδόσεις Καλέντη, 2016
«Στην οδό Πούτιους είχα ζήσει ως φοιτητής της ιατρικής τη δεκαετία του 1980. Νοίκιαζα τότε ένα μικρό διαμέρισμα, ιδανικό όπως αποδείχτηκε για να στεγάσει την Άντρεα, τη νεαρή μητέρα του ήρωά μου. Όταν επισκέφθηκα τη Βουδαπέστη στη φάση της έρευνας πήρα το μετρό και κατέβηκα σ’ εκείνη τη στάση που γνώριζα τόσο καλά. Ήταν σαν να ακολουθούσα τα βήματα των ηρώων μου, περπατώντας πρώτα στις αποβάθρες κι έπειτα ανεβαίνοντας στον δρόμο όπου ηχούσαν σαν ψίθυρος τα λόγια μιας γριάς που πούλαγε λουλούδια: “Κακός σπόρος, κακά μαντάτα”. Τι κι αν το φαντάστηκα, ήταν σαν να είχε κιόλας συμβεί…».
Μπήκε ασθμαίνοντας στον σταθμό, έδειξε την κάρτα του στον νυσταγμένο υπάλληλο και χώθηκε σ’ ένα από τα βαγόνια της κόκκινης γραμμής. Στην Ντέακ Φέρεντς άλλαξε βιαστικά τρένο και στριμώχτηκε ανάμεσα σ’ έναν τύπο που τα χνώτα του μύριζαν μπίρα και μια μεσόκοπη γυναίκα που διάβαζε τη Népszabadság. Έκανε συχνά αυτή τη διαδρομή τον τελευταίο χρόνο, αλλά τούτη τη φορά τού φάνηκε ατελείωτη. Όταν άνοιξαν οι πόρτες στην όγδοη στάση, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και βγήκε επιτέλους στην οδό Πούτιους.
Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018
«Την Κωνσταντινούπολη την είχα επισκεφθεί κι άλλες φορές, ένιωθα όμως ότι αυτό δεν ήταν αρκετό. Το γεγονός ότι γνώριζα την πόλη ως τουρίστας δεν με βοηθούσε να ανακαλύψω σε βάθος τον Τούρκο ήρωα του βιβλίου μου. Ένα χαρακτήρα a priori αρνητικό αφού βίασε κατ΄ εξακολούθηση τη νεαρή Χλόη το καλοκαίρι του 1974 στη Λάπηθο. Απ’ την άλλη η απλοϊκή προσέγγιση του «κακού» ήρωα δεν ήταν αυτό που εγώ είχα στο μυαλό μου. Γι’ αυτό περπάτησα την Πόλη ξανά προσπαθώντας να τη δω με τα μάτια του. Έτσι βρέθηκα πίσω από την εκκλησία της Ευαγγελίστριας κι εκεί, στο ανηφορικό στενό με τα στρυμωγμένα σπίτια, άρχισα να ξετυλίγω το νήμα της ζωής του…».
Στο Γενί Σεχίρ, πίσω από την Ευαγγελίστρια, είχανε στήσει το σπιτικό τους ο Μουράτ και η γυναίκα του, η Λεϊλά. Σύρριζα στο σοκάκι των Φιλοσόφων, εκεί όπου ξεκίναγαν τ’ ανηφορικά σκαλιά, ξεπρόβαλλε το μπαλκόνι τους, φορτωμένο μυριστικά και κατιφέδες. Οι δίδυμές τους γεννήθηκαν ανήμερα της Πρωτομαγιάς του 1944, όταν η γειτονιά μοσχοβόλαγε από τα στεφάνια που είχαν κρεμάσει οι Ρωμιοί στις εξώθυρες των σπιτιών τους. Δηλαδή όσοι Ρωμιοί δεν είχαν ξεπουλήσει τα σπίτια τους, μαζί με ό,τι άλλο είχαν και δεν είχαν, εξαιτίας του Βαρλίκ Βεργκισί, του φόρου που είχε επιβληθεί στις περιουσίες των άπιστων πριν από δυο χρόνια... Αλλά τι τους ένοιαζε αυτούς;
Τρεις σκάλες Ιστορία, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020
«Στο προσχέδιο του βιβλίου οι ελληνοπόντιοι ήρωές μου ζούσαν στην Τιφλίδα προτού επαναπατρισθούν στην Ελλάδα. Όταν όμως πήγα στη Γεωργία στο πλαίσιο της έρευνας ανακάλυψα ότι υπήρχε μια μικρή βιομηχανική πόλη, το Ρουστάβι, σχετικά κοντά στην πρωτεύουσα η οποία κτίστηκε επί Στάλιν. Η απόφασή μου να την επισκεφθώ μου άλλαξε ό,τι είχα σχεδιάσει στο μυαλό μου ως τότε. Ήταν σαν να ανασήκωσε κάποιος μια κουρτίνα και μ’ ένα μαγικό τρόπο να μου αποκαλύφθηκε μια ολόκληρη εποχή. Περπατώντας στους δρόμους του Ρουστάβι ένιωσα να επιστρέφω στα χρόνια του Υπαρκτού Σοσιαλισμού και οι χαρακτήρες μου να αποκτούν σάρκα και οστά».
Το κτήριο του Σπιτιού της Κουλτούρας, αν και τυπικά ανήκε στο Χημικό εργοστάσιο, αποτελούσε πόλο έλξης για όλους τους κατοίκους της πόλης. Χτισμένο σε μια μικρή πλατεία, δέσποζε εντυπωσιακά ανάμεσα στις ταπεινές χρουστσόφκες. Έξι ψηλοί κίονες στήριζαν ένα αέτωμα με μια επιχρυσωμένη ανάγλυφη σύνθεση: περίτεχνες τρομπέτες και τόξα άνοιγαν σαν βεντάλια, αγκαλιάζοντας έναν δίσκο με το σφυροδρέπανο στο κέντρο του. Δύο φυσικού μεγέθους αγάλματα συμπλήρωναν την επιβλητική πρόσοψη του κτηρίου, που λειτουργούσε ως κέντρο πολιτιστικών εκδηλώσεων, ψυχαγωγίας και κινηματογραφικών προβολών. Στο πίσω μέρος του, πέντε σκαλιά μετά από ένα τσιμεντένιο πλάτωμα οδηγούσαν στο φωτισμένο πάρκο με τα γλυπτά, που ήταν όλα φτιαγμένα από πολύχρωμες ψηφίδες.
Μαύρο Φλαμίνγκο, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2023
«Η ηρωίδα μου, η Μαρία Σαντά, έζησε στη Ρώμη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 έως το τέλος της ελληνικής Χούντας οπότε και αποφάσισε να επιστρέψει στην Αθήνα. Η ξενάγηση στη Ρώμη λειτούργησε όπως πάντα βοηθητικά καθώς κατέγραψα ό,τι συνέθετε την καθημερινότητα μιας μεγαλοαστής εκείνα τα χρόνια. Αυτό που μου έλειπε ήταν το σπίτι όπου θα στέγαζα την περιπετειώδη ζωή της. Περιπλανήθηκα λοιπόν στους δρόμους της πόλης με την ελπίδα ότι κάπου θα αναγνώριζα ένα σημάδι για να με οδηγήσει στα άδυτα του κόσμου της. Η είσοδος του κτιρίου της οδού Γκρεγκοριάνα, με τα γύψινα διακοσμητικά και τα αγάλματα, ήταν το ιδανικό σκηνικό για να υποδεχτεί μια γυναίκα που έζησε μια ζωή bigger than life».
Από το τέρμα της Σκαλινάτα, λίγα βήματα με τα πόδια, είναι η διχάλα απ’ όπου ξεκινάει η Βία Γκρεγκοριάνα. Το διαμέρισμα του Στέφανου βρισκόταν σε ένα τριώροφο κτήριο του τέλους του 19ου αιώνα, με ψηλά παράθυρα και ξύλινα παντζούρια, επενδυμένο εξωτερικά με τούβλα στο χρώμα της τερακότα.
Η Μαρία, όσο ο θυρωρός κατέβαζε τα μπαγκάζια τους, παρατηρούσε την επιβλητική είσοδο, τόσο αλλόκοτη γι’ αυτήν, ακόμα και σε σχέση με τα αρχοντικά που έβλεπε στο κέντρο της Αθήνας. Η αψίδα της εισόδου οδηγούσε σε έναν μακρόστενο διάδρομο, ο οποίος καλυπτόταν από έναν θόλο φορτωμένο με γύψινα διακοσμητικά. Στους δύο πλαϊνούς τοίχους, σε τέσσερις αψιδωτές εσοχές, δέσποζαν ισάριθμα μαρμάρινα αγάλματα. Μάλλον Νύμφες, σκέφτηκε η Μαρία, ή θεότητες της αρχαίας ρωμαϊκής μυθολογίας που δεν γνώριζε.
Έξι λεπτά ακόμα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2025
INFO: Σταύρος Χριστοδούλου – Μυθιστοριογραφία (2016 – 2026). Λογοτεχνική βραδιά την Τετάρτη 10 Ιουνίου, 19:00, στο Amyth of Nicosia (Πατριάρχου Γρηγορίου 29 – Πλησίον Αρχιεπισκοπής και Αρχοντικού Χατζηγεωργάκη Κορνέρσιου).
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.