Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Θανάσης Φωτίου
Η συνάντηση Νίκου Χριστοδουλίδη και Τουφάν Έρχιουρμαν δεν είχε εκ προοιμίου τις προϋποθέσεις για να παράξει θεαματικές ειδήσεις. Αναμενόταν όμως να αποτυπώσει κάτι ίσως σημαντικότερο: να δείξει εάν η κινητικότητα που καταγράφεται τους τελευταίους μήνες στο Κυπριακό μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική διαδικασία ή εάν θα εξαντλήσει την δυναμικής ως ένας ακόμα κύκλος επαφών και διπλωματικής διαχείρισης του αδιεξόδου.
Αυτό είναι και το πραγματικό μέτρο αξιολόγησης της σημερινής συνάντησης. Όχι εάν οι δύο ηγέτες είχαν μια «καλή και εποικοδομητική συζήτηση», ούτε ακόμη εάν συμφώνησαν να συνεχίσουν να συναντώνται. Το ερώτημα είναι εάν προέκυψε κάτι που να μειώνει την απόσταση ανάμεσα στη σημερινή κατάσταση και στην επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Ο Αντόνιο Γκουτέρες, κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο στα τέλη Ιουλίου, ουσιαστικά άφησε στους δύο ηγέτες μια συγκεκριμένη εργασία. Συνέδεσε το επόμενο βήμα με «επαρκή πρόοδο» σε τρία επίπεδα: στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, στη μεθοδολογία της νέας διαδικασίας και στην ουσία του Κυπριακού. Τα ΜΟΕ δεν αποτελούν τυπικό προαπαιτούμενο για τη σύγκληση μιας νέας διευρυμένης συνάντησης, αποτελούν όμως ένα από τα πεδία πάνω στα οποία ο Γενικός Γραμματέας αναμένει να δει πρόοδο.
Με αυτό λοιπόν το μέτρο, το αποτέλεσμα της σημερινής συνάντησης είναι μάλλον πιο περιορισμένο από όσο υποδηλώνει η κινητικότητα γύρω από το Κυπριακό. Έπειτα από σχεδόν τρεις ώρες, Χριστοδουλίδης και Έρχιουρμαν δεν συμφώνησαν σε κάτι που να μειώνει αισθητά την απόσταση προς την ουσιαστική διαπραγμάτευση. Συμφώνησαν, όμως, ότι θα συναντώνται κάθε εβδομάδα και, εφόσον χρειάζεται, ακόμη συχνότερα. Σε μια προσπάθεια να το πετύχουν.
Εν ολίγοις, οι δύο ηγέτες θα συζητούν προκειμένου να συμφωνήσουν πώς θα συζητήσουν, από πού θα αρχίσουν να συζητούν και τι από όσα είχαν συζητήσει και συμφωνήσει στο παρελθόν θα θεωρείται δεδομένο όταν αρχίσουν ξανά.
Αυτό είναι προφανώς αναγκαίο. Και ναι, χαρακτηρίζεται θετικό το ότι πρόκειται να δημιουργηθεί μια πυκνότητα της απευθείας πολιτικής επαφής, αλλά ακόμα απουσιάζει το βασικό ζητούμενο: η δημιουργία των προϋποθέσεων για να αρχίσει η πραγματική διαδικασία.
Το λιτό ανακοινωθέν των Ηνωμένων Εθνών είναι από αυτή την άποψη αρκετά αποκαλυπτικό. Χαρακτηρίζει τη συνάντηση «εποικοδομητική», αναφέρει ότι οι δύο ηγέτες εξέτασαν την πρόοδο σε σχέση με τον δρόμο που καθόρισε ο Γκουτέρες και καταγράφει τη συμφωνία τους να εντατικοποιήσουν τις επαφές τους. Πέραν της ανακοίνωσης των μελών της Συντονιστικής Επιτροπής του Συμβουλευτικού Σώματος της Κοινωνίας των Πολιτών, όμως, δεν καταγράφει κάποια ουσιαστική πολιτική μετακίνηση.
Το «ναι μεν, αλλά» της σημερινής εικόνας βρίσκεται σχεδόν παντού. Ύστερα από τρεις ώρες συνάντησης, οι δύο ηγέτες δηλώνουν αποφασισμένοι να επιταχύνουν… Δεν υπήρξε καν συμφωνία σε νέα σημεία διέλευσης.
Τα οδοφράγματα είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη της απόστασης ανάμεσα σε όσα λέμε, όσα εννοούμε και όσα τελικά πράττουμε. Επί της αρχής, και οι δύο πλευρές συμφωνούν με τον Γενικό Γραμματέα και επιδιώκουν τη διάνοιξη νέων οδοφραγμάτων. Στην πράξη, διαφωνούν για το ποια, πώς και υπό ποιους όρους και τελικά δεν συμφωνούν σε κανένα.
Η αδυναμία συμφωνίας όμως ακόμα και στα σημεία διέλευσης έχει τεράστια πολιτική σημασία. Εάν απαιτείται τόσο δύσκολη διαπραγμάτευση για ένα ΜΟΕ, για ένα σαφώς ευκολότερο ζήτημα από εκείνα της ουσιαστικής διαπραγμάτευσης, τότε πως πρέπει να αποτιμηθεί η απόσταση για τα μεγάλα εκείνα ζητήματα;
Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, οι εβδομαδιαίες συναντήσεις που συμφωνήθηκαν είναι ένα βήμα προς τα εμπρός. Επιτρέπει να λεχθεί ότι η σημερινή συνάντηση, δεν απέτυχε. Αλλά ούτε πέτυχε κάτι που να μεταβάλλει ουσιαστικά τα δεδομένα. Δημιούργησε τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο θα επιχειρηθεί αυτό στις επόμενες εβδομάδες.
Σαφώς, η ίδια η συχνότητα των συναντήσεων θα αφαιρέσει σταδιακά το άλλοθι της απουσίας επαφής. Κάποια στιγμή θα πρέπει να υπάρχει αποτέλεσμα. Διαφορετικά, η διαδικασία κινδυνεύει να μετατραπεί η ίδια σε υποκατάστατο της προόδου, πριν καταλήξουμε σε ολομέτωπο blame game. Όχι ότι δεν είναι μια γνώριμη κατάσταση αυτή στο Κυπριακό. Ωστόσο, το πρόβλημα στο Κυπριακό δεν ήταν ποτέ η έλλειψη συζήτησης.
To επόμενο κρίσιμο στάδιο είναι να διαπιστωθεί εάν, από την εργασία που γίνεται για την καταγραφή των προηγούμενων συγκλίσεων, οι δύο πλευρές μπορούν τουλάχιστον να συμφωνήσουν στο τι έχει ήδη συμφωνηθεί. Εάν δεν μπορούν, τότε πριν διαπραγματευθούν το μέλλον θα χρειαστεί ουσιαστικά να ξαναδιαπραγματευθούν το παρελθόν. Μπορεί να μην προκύπτει ανάγκη ούτε γι’ αυτό.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.