Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Kathimerini.com.cy
info@kathimerini.com.cy
Την διαφωνία του με την πρόταση Αβέρωφ Νεοφύτου, αναφορικά με την επανεξέταση των ενεργειακών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, εκφράζει ο πρώην Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΔΗΣΥ, Νίκος Τορναρίτης. Σύμφωνα με τον κ. Τορναρίτη, η πρόταση Αβέρωφ Νεοφύτου εγείρει σοβαρά πολιτικά ερωτήματα για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.
«Η εισήγηση του Αβέρωφ Νεοφύτου δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή οικονομική τοποθέτηση, αλλά αποτελεί πολιτική παρέμβαση με ευρύτερες προεκτάσεις που αγγίζουν την ευρωπαϊκή αξιοπιστία της Κύπρου», προσθέτει στην ανακοίνωση του ο Νίκος Τορναρίτης. Ο Νίκος Τορναρίτης, θέτει το ερώτημα αν οι εισηγήσεις εκφράζουν αποκλειστικά τον Αβέρωφ Νεοφύτου ή αποτελούν κατεύθυνση με την οποία συμφωνεί και η σημερινή ηγεσία του Δημοκρατικού Συναγερμού. Επιπλέον, σημειώνει πως ο Δημοκρατικός Συναγερμός δεν αντιμετώπισε ποτέ την Ευρώπη ως μια απλή οικονομική διευθέτηση. Την αντιμετώπισε ως στρατηγική επιλογή ασφάλειας, σταθερότητας και εθνικής προοπτικής.
Η πρόταση Αβέρωφ Νεοφύτου για επανεξέταση των ενεργειακών κυρώσεων κατά της Ρωσίας εγείρει σοβαρά πολιτικά ερωτήματα για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, την αξιοπιστία και τις εθνικές επιδιώξεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η εξωτερική πολιτική ενός μικρού κράτους δεν έχει την πολυτέλεια των αντιφάσεων. Πολύ περισσότερο όταν αυτό το κράτος είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής και στηρίζει μεγάλο μέρος της διεθνούς διπλωματικής της προσπάθειας στις αρχές του διεθνούς δικαίου, της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εισήγηση του Αβέρωφ Νεοφύτου για επανεξέταση των ευρωπαϊκών ενεργειακών κυρώσεων κατά της Ρωσίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή οικονομική τοποθέτηση. Αποτελεί πολιτική παρέμβαση με ευρύτερες προεκτάσεις, που αγγίζουν την ευρωπαϊκή αξιοπιστία της χώρας μας και, κατ' επέκταση, τη δυνατότητά της να διεκδικεί ενεργότερη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.
Ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το δικαίωμα ενός πολιτικού να καταθέτει προτάσεις για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Ούτε μπορεί να αγνοηθεί το κόστος που επωμίζονται τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και οι ευρωπαϊκές οικονομίες.
Άλλο όμως η αναζήτηση αποτελεσματικότερων οικονομικών πολιτικών και άλλο η εισήγηση αναθεώρησης κυρώσεων που αποτελούν βασικό εργαλείο της κοινής ευρωπαϊκής αντίδρασης απέναντι σε μια στρατιωτική εισβολή.
Η διάκριση είναι ουσιώδης. Και στην περίπτωση της Κύπρου αποκτά ιδιαίτερη εθνική σημασία.
Η ευρωπαϊκή πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε να απαντήσει στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία με πολιτικά, οικονομικά και διπλωματικά μέτρα. Οι κυρώσεις δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Αποτελούν μέσο πίεσης για τον τερματισμό της επιθετικότητας και την προάσπιση θεμελιωδών κανόνων της διεθνούς τάξης.
Μόλις στις 12 Οκτωβρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανέλαβε ότι η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι η αύξηση της πίεσης προς τη Ρωσία και όχι η χαλάρωσή της.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο Αβέρωφ Νεοφύτου οφείλει να εξηγήσει με απόλυτη σαφήνεια τι ακριβώς εισηγείται.
Ποιες κυρώσεις προτείνει να επανεξεταστούν; Με ποια οικονομικά δεδομένα; Υπό ποιες πολιτικές προϋποθέσεις; Και, κυρίως, ποια συγκεκριμένη μεταβολή στη συμπεριφορά της Ρωσίας θα δικαιολογούσε μια τέτοια ευρωπαϊκή απόφαση;
Διότι η επανεξέταση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων είναι θεμιτή. Η άνευ όρων αποδυνάμωσή τους, όμως, θα μπορούσε να εκπέμψει το μήνυμα ότι η οικονομική πίεση αρκεί για να οδηγήσει την Ευρώπη σε υποχώρηση από τις αρχές της.
Και αυτό είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μήνυμα για την Κύπρο.
Το Κυπριακό και η ανάγκη μιας ισχυρής Ευρώπης
Εδώ βρίσκεται, κατά την άποψή μου, η σοβαρότερη διάσταση του ζητήματος.
Η Κυπριακή Δημοκρατία επιδιώκει, ορθώς, την ουσιαστικότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.
Επιδιώκει μια Ευρώπη που δεν θα περιορίζεται σε διακηρύξεις αρχών, αλλά θα αξιοποιεί την πολιτική, οικονομική και διπλωματική της επιρροή για να συμβάλει στη δημιουργία συνθηκών επανέναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Μια Ευρώπη που θα υπενθυμίζει στην Τουρκία ότι η κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους, οι μονομερείς ενέργειες και η αμφισβήτηση της κυριαρχίας ενός κράτους μέλους δεν μπορούν να θεωρούνται κανονικότητα.
Μια Ευρώπη που θα συνδέει τις ευρωτουρκικές σχέσεις με συγκεκριμένες υποχρεώσεις και με τον σεβασμό του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου.
Πώς, λοιπόν, μπορούμε να ζητούμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να χρησιμοποιεί αποφασιστικά την επιρροή της έναντι της Τουρκίας, εάν την ίδια στιγμή πολιτικές παρεμβάσεις από την Κύπρο εμφανίζονται να εισηγούνται τη χαλάρωση αντίστοιχων εργαλείων πίεσης απέναντι στη Ρωσία;
Πώς μπορούμε να απαιτούμε συνέπεια στην εφαρμογή των αρχών του διεθνούς δικαίου όταν δεν εξηγούμε με την ίδια συνέπεια τη στάση μας απέναντι σε άλλες περιπτώσεις εισβολής και παραβίασης της εδαφικής ακεραιότητας;
Βεβαίως, η περίπτωση της Ουκρανίας και το Κυπριακό δεν είναι ταυτόσημα ζητήματα. Έχουν διαφορετικά ιστορικά, νομικά και διπλωματικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, οι βασικές αρχές που επικαλούμαστε είναι κοινές.
Η κυριαρχία δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμη ανάλογα με τη γεωγραφία. Η εδαφική ακεραιότητα δεν μπορεί να προστατεύεται επιλεκτικά. Και η καταδίκη της στρατιωτικής επιθετικότητας δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το οικονομικό κόστος που συνεπάγεται.
Για την Κύπρο, η συνέπεια στην εφαρμογή αυτών των αρχών δεν αποτελεί ιδεολογική πολυτέλεια. Αποτελεί εθνική αναγκαιότητα.
Η ευρωπαϊκή μας ιδιότητα είναι στρατηγικό πλεονέκτημα
Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές επιτυχίες της σύγχρονης ιστορίας της.
Δεν ήταν απλώς μια οικονομική ή θεσμική επιλογή. Ήταν μια βαθύτατα πολιτική απόφαση, που ενίσχυσε τη διεθνή υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιούργησε νέες δυνατότητες για την προώθηση των εθνικών μας συμφερόντων.
Η Κύπρος δεν βρίσκεται πλέον έξω από τα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων, ζητώντας την υποστήριξή τους. Συμμετέχει σε αυτά ως ισότιμο και πλήρες κράτος μέλος.
Αυτό συνεπάγεται δικαιώματα, αλλά και ευθύνες.
Οφείλουμε να διαμορφώνουμε πολιτικές, να καταθέτουμε προτάσεις, να υπερασπιζόμαστε τα ιδιαίτερα συμφέροντά μας και, όπου χρειάζεται, να διαφωνούμε δημιουργικά.
Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απαιτεί άκριτη αποδοχή κάθε απόφασης των Βρυξελλών. Απαιτεί, όμως, στρατηγική συνέπεια, σοβαρότητα και επίγνωση των επιπτώσεων που μπορεί να έχουν οι δημόσιες πολιτικές μας τοποθετήσεις.
Και ακριβώς επειδή είμαστε πλήρες κράτος μέλος, έχουμε κάθε δυνατότητα να επηρεάζουμε τις ευρωπαϊκές αποφάσεις από το εσωτερικό των θεσμών, χωρίς να αποδυναμώνουμε την κοινή μας διαπραγματευτική ισχύ.
Η Κύπρος χρειάζεται μια ισχυρή και αποτελεσματική Ευρωπαϊκή Ένωση. Όχι μια Ευρώπη που θα υποχωρεί κάθε φορά που η υπεράσπιση των αρχών της συνεπάγεται πολιτικό ή οικονομικό κόστος.
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου και η ευρωπαϊκή παρακαταθήκη του Δημοκρατικού Συναγερμού
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η συγκεκριμένη εισήγηση προέρχεται από έναν πολιτικό που διετέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Μιας παράταξης που συνέδεσε την ιστορική της διαδρομή με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Κύπρου και συνέβαλε καθοριστικά, υπό την ηγεσία του Γλαύκου Κληρίδη, στην ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής της πορείας.
Ο Δημοκρατικός Συναγερμός δεν αντιμετώπισε ποτέ την Ευρώπη ως μια απλή οικονομική διευθέτηση. Την αντιμετώπισε ως στρατηγική επιλογή ασφάλειας, σταθερότητας και εθνικής προοπτικής.
Γι' αυτό και οι πολιτικές τοποθετήσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής οφείλουν να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη σοβαρότητα.
Δεν αρκεί η επίκληση του ενεργειακού κόστους. Χρειάζεται ολοκληρωμένη πρόταση που να εξηγεί πώς συμβιβάζεται η επιδιωκόμενη αλλαγή με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, με την ανάγκη διατήρησης της πίεσης προς τη Ρωσία και με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Και ασφαλώς προκύπτει ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: Εκφράζουν αυτές οι εισηγήσεις αποκλειστικά τον Αβέρωφ Νεοφύτου ή αποτελούν κατεύθυνση με την οποία συμφωνεί και η σημερινή ηγεσία του Δημοκρατικού Συναγερμού;
Το ερώτημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό.
Μια παράταξη με τόσο ισχυρή ευρωπαϊκή παράδοση οφείλει να διαθέτει καθαρή και συνεκτική θέση στα μεγάλα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Η εθνική στρατηγική δεν μπορεί να εξαντλείται σε βραχυπρόθεσμους υπολογισμούς
Η αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους αποτελεί πραγματική προτεραιότητα.
Η απάντηση, όμως, πρέπει πρωτίστως να αναζητηθεί στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, στη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις διασυνδέσεις, στην ενίσχυση του ανταγωνισμού και σε αποτελεσματικά μέτρα στήριξης των πολιτών.
Η Κύπρος έχει ιδιαίτερα σοβαρές ενεργειακές αδυναμίες, τις οποίες οφείλει να αντιμετωπίσει με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Δεν μπορεί, όμως, η ανάγκη για φθηνότερη ενέργεια να χρησιμοποιείται ως επαρκής αιτιολογία για πολιτικές εισηγήσεις που ενδέχεται να αποδυναμώσουν τη συλλογική ευρωπαϊκή στάση απέναντι σε παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.
Ιδιαίτερα όταν δεν παρουσιάζεται σαφής τεκμηρίωση ότι η συγκεκριμένη αλλαγή θα οδηγήσει πράγματι σε ουσιαστική και διατηρήσιμη μείωση του κόστους για τους Κύπριους πολίτες.
Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την εξωτερική πολιτική. Και η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την εθνική στρατηγική.
Η αξιοπιστία ενός κράτους χτίζεται με συνέπεια
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κάθε λόγο να επιδιώκει την ενίσχυση του ευρωπαϊκού ρόλου στο Κυπριακό.
Όχι ως υποκατάστατο της διαδικασίας των Ηνωμένων Εθνών, αλλά ως ουσιαστική συμπληρωματική δύναμη, ικανή να αξιοποιήσει τα πολιτικά και οικονομικά εργαλεία της Ένωσης για να υποστηρίξει μια δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση, στη βάση των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Για να το επιτύχουμε, όμως, πρέπει να διατηρούμε την αξιοπιστία μας.
Δεν μπορούμε να απαιτούμε ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα απέναντι στην Τουρκία και να αντιμετωπίζουμε με διαφορετικά κριτήρια την ανάγκη ευρωπαϊκής αποφασιστικότητας απέναντι στη Ρωσία.
Δεν μπορούμε να επιζητούμε μια ισχυρή κοινή εξωτερική πολιτική μόνο όταν αυτή εξυπηρετεί άμεσα τις δικές μας εθνικές επιδιώξεις.
Και δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε ότι κάθε δημόσια πολιτική εισήγηση, ιδιαίτερα όταν προέρχεται από πρόσωπα με σημαντική θεσμική διαδρομή, επηρεάζει την εικόνα και την αξιοπιστία της χώρας μας.
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου έχει ασφαλώς το δικαίωμα να διαφωνεί με επιμέρους ευρωπαϊκές πολιτικές. Έχει, όμως, και την πολιτική υποχρέωση να εξηγεί με σαφήνεια τις εισηγήσεις του και τις ευρύτερες συνέπειές τους.
Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια μιας ευρωπαϊκής πολιτικής δύο μέτρων και δύο σταθμών.
Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως υποχρέωση των άλλων προς εμάς, χωρίς αντίστοιχη δική μας συνέπεια απέναντι στις κοινές ευρωπαϊκές αρχές.
Η Ευρώπη που θέλουμε να σταθεί αποφασιστικά δίπλα στην Κύπρο πρέπει να είναι η ίδια Ευρώπη την οποία εμείς στηρίζουμε όταν δοκιμάζονται η διεθνής νομιμότητα, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα άλλων κρατών.
Αυτή είναι η πραγματική έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Και αυτή πρέπει να είναι η σταθερή πυξίδα της κυπριακής εξωτερικής πολιτικής.
Διότι δεν μπορούμε να ζητούμε από την Ευρώπη να υπερασπιστεί τις αρχές της στην Κύπρο, εάν εμείς εμφανιζόμαστε πρόθυμοι να τις αποδυναμώσουμε αλλού.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.