Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Αλεξάνδρα Βουδούρη
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ
Νέα προσπάθεια να περιοριστούν τα αδιέξοδα που προκαλεί η απαίτηση ομοφωνίας στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική έφεραν χθες στο τραπέζι των υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. έντεκα κράτη-μέλη –με πρωτοβουλία Γαλλίας και Γερμανίας–, χωρίς να ζητούν ευθέως κατάργηση του δικαιώματος βέτο. Σε επιστολή προς την ύπατη εκπρόσωπο για θέματα εξωτερικής πολιτικής Κάγια Κάλας –ενόψει της χθεσινής άτυπης συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών στην Ιρλανδία– Αυστρία, Δανία, Βέλγιο, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Ρουμανία, Ισπανία και Σουηδία κατέθεσαν πρόταση «κοινής προσέγγισης» για αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων στην κοινή εξωτερική πολιτική.
Στην επιστολή –που έχει δει η «Κ»– οι «11» επιμένουν ότι η συναίνεση πρέπει να επιδιώκεται, προειδοποιούν όμως ότι δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εμπόδιο στην κοινή δράση. Διαφορετικά, όπως αναφέρουν, η Ε.Ε. θα διαθέτει «νομιμοποίηση, αλλά όχι ισχύ». Η πρόταση στηρίζεται σε πέντε αρχές. Ζητούν δηλαδή αυστηρότερη εφαρμογή της νομικά δεσμευτικής αρχής «καλόπιστης συνεργασίας» και αμοιβαίας αλληλεγγύης και συχνότερη χρήση της «εποικοδομητικής αποχής», ώστε ένα κράτος που δεν υποστηρίζει μια απόφαση να μην εμποδίζει τους υπόλοιπους να προχωρήσουν, όπως συνέβαινε συστηματικά λόγω βέτο της Ουγγαρίας. Παράλληλα, προτείνουν αποφυγή σύνδεσης αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής με άσχετες εθνικές διεκδικήσεις.
Καλούν, επίσης, την Κάλας να διερευνήσει όλες τις δυνατότητες που παρέχουν οι Συνθήκες, επαναφέροντας τη συζήτηση για μεγαλύτερη χρήση της ειδικής πλειοψηφίας, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Οταν ένα κράτος αντιτίθεται σε απόφαση, που λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία επικαλούμενο «ζωτικούς λόγους εθνικής πολιτικής», οι «11» ζητούν αυτοί να τεκμηριώνονται ουσιαστικά.
Εντεκα κράτη-μέλη κατέθεσαν πρόταση «κοινής προσέγγισης» για αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων στην κοινή εξωτερική πολιτική της Ε.Ε. – Οι επιφυλάξεις Αθήνας και Λευκωσίας.
«Ολα καταλήγουν στο ζήτημα της ενότητας έναντι της ομοφωνίας», τόνισε η Κάλας, λίγο πριν από την έναρξη της συνάντησης, υπογραμμίζοντας ότι η Ε.Ε. πρέπει να αξιοποιήσει «όλα όσα ήδη έχουμε στις Συνθήκες». Στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, πρόσθεσε, η Ευρώπη πρέπει «να είναι πιο ευέλικτη» και να μπορεί να αντιδρά στις εξελίξεις.
Η συζήτηση συνδέεται και με την τρέχουσα προσπάθεια εκσυγχρονισμού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ). Στο τραπέζι βρίσκεται γαλλογερμανική πρόταση για στενότερο συντονισμό μεταξύ ΕΥΕΔ και Κομισιόν, ώστε η Ενωση «να μιλάει περισσότερο με μία φωνή διεθνώς».
Το ζήτημα κατάργησης της ομοφωνίας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής δεν είναι καινούργιο. Το Βερολίνο πιέζει εδώ και χρόνια για μεγαλύτερη χρήση της ειδικής πλειοψηφίας, ενώ από το 2023 ομάδα κρατών-μελών έχει ταχθεί υπέρ της αποτελεσματικότερης λήψης αποφάσεων στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Εσχάτως το θέμα επανέφερε και η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τασσόμενη υπέρ της μετάβασης σε ειδική πλειοψηφία σε περισσότερες περιπτώσεις.
Στο πλαίσιο της τρέχουσας γεωπολιτικής συγκυρίας –όπου αρκετές πρωτεύουσες πιέζουν για επίσπευση αποφάσεων για κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας– και υπό την έντονη ανησυχία για τα εκλογικά αποτελέσματα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, το 2027 –που ενδεχομένως αλλάξουν τις πολιτικές ισορροπίες εντός Ε.Ε.– το Βερολίνο πιέζει για λήψη σχετικών αποφάσεων, όπως παρατηρούν ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές.
Στον αντίποδα ωστόσο, χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος παραμένουν επιφυλακτικές, θεωρώντας το δικαίωμα βέτο σημαντική δικλίδα προστασίας εθνικών συμφερόντων, ιδιαίτερα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.
Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω αποφάσεις δεν πρόκειται να ληφθούν άμεσα, ενώ απαιτείται έγκριση και από τους «27». Ομως, καθίσταται φανερό ότι η συζήτηση για μεγαλύτερη χρήση της ειδικής πλειοψηφίας έχει μπει «ψηλά» στην ευρωπαϊκή ατζέντα.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.