ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Τα Κυπριακά Δικαστήρια εν έτει 2026

Του Δρος Νικόλα Κυριακίδη - Πρόοδος, Προκλήσεις και Προοπτικές για το Μέλλον

Η Έκθεση για το Κράτος Δικαίου αποτελεί μέρος του ετήσιου κύκλου παρακολούθησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εξετάζει τις εξελίξεις που αφορούν το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, καθώς και τους θεσμικούς ελέγχους και τις ισορροπίες σε όλα τα κράτη μέλη.

Παρόλο που η Έκθεση αξιολογεί τέσσερις εξίσου σημαντικούς πυλώνες του κράτους δικαίου, το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης εξακολουθεί να αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό πεδίο ανάλυσης για την Κύπρο, καθώς στον τομέα αυτό η Επιτροπή εντοπίζει τις ουσιαστικότερες εκκρεμείς προκλήσεις ως προς την εφαρμογή των σχετικών μεταρρυθμίσεων. Η διαπίστωση αυτή αντανακλά τη σημασία μιας ανεξάρτητης, αποτελεσματικής και προσβάσιμης δικαιοσύνης, η οποία αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζονται η ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων, η ασφάλεια δικαίου και, τελικά, η εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Ανατρέχοντας στην ανάλυση της Έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου του 2025, την οποία εκπόνησε η Μονάδα Δικονομικού Δικαίου (Procedural Law Unit - PLU) του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, είχε επισημανθεί ότι η Επιτροπή επικεντρωνόταν τότε κυρίως στην εισαγωγή νομοθετικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο, στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου προγράμματος δικαστικής μεταρρύθμισης. Μετά την ανάλυση της πρόσφατα δημοσιευθείσας Έκθεσης του 2026, η Μονάδα Δικονομικού Δικαίου διαπιστώνει ότι το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η μετατόπιση της έμφασης από τον σχεδιασμό των μεταρρυθμίσεων στην επίτευξη απτών αποτελεσμάτων.

Ένας νέος κύκλος στη Δικαστική Μεταρρύθμιση

Η φετινή αξιολόγηση αναγνωρίζει ότι πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που αναγνωρίστηκαν στην έκθεση του 2025 έχουν πλέον τεθεί σε εφαρμογή. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον της Επιτροπής έχει στραφεί στο κατά πόσον οι μεταρρυθμίσεις αυτές επιφέρουν απτές βελτιώσεις στην καθημερινή λειτουργία του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί ένα σημαντικό στάδιο στην πορεία μεταρρύθμισης της Κύπρου: η νομοθετική και κανονιστική αλλαγή, όσο αναγκαία και αν είναι, αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα προς την επίτευξη ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού συστήματος δικαιοσύνης. Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας έγκειται στο κατά πόσον οι μεταρρυθμίσεις αυτές περιορίζουν τις καθυστερήσεις, βελτιώνουν τη δικαστική διοίκηση και ενισχύουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς τα δικαστήρια.

Η ευρύτερη αυτή θεματική διατρέχει το σύνολο της αξιολόγησης της Επιτροπής για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Η Έκθεση αναδεικνύει σειρά σημαντικών θεσμικών εξελίξεων. Η Κύπρος έχει ολοκληρώσει τον διαχωρισμό της διοικητικής δικαιοδοσίας, μέσω της δημιουργίας αυτοτελούς κλάδου διοικητικής δικαιοσύνης, ο οποίος περιλαμβάνει το Διοικητικό Δικαστήριο, το Διεθνές Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, το Διοικητικό Εφετείο και το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Η σύσταση αυτοτελούς Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου ενισχύει περαιτέρω τη διοίκηση της διοικητικής δικαιοσύνης, καθώς το Συμβούλιο αναλαμβάνει την ευθύνη για τους διορισμούς, τις προαγωγές και τα πειθαρχικά ζητήματα που αφορούν τους διοικητικούς δικαστές. Η Επιτροπή χαιρετίζει επίσης τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για την εξαίρεση και την αποχή δικαστών, οι οποίες αποσκοπούν στην περαιτέρω ενίσχυση της αμεροληψίας, καθώς και τις πρωτοβουλίες που αποβλέπουν στη βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ της δικαστικής εξουσίας και του κοινού. Συνολικά, οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν τη συνεχιζόμενη προσήλωση στην ενίσχυση της δικαστικής ανεξαρτησίας και στην περαιτέρω εναρμόνιση του κυπριακού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Η Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης Παραμένει η Κύρια Πρόκληση

Ωστόσο, η Επιτροπή καθιστά σαφές ότι η θεσμική μεταρρύθμιση δεν μπορεί, από μόνη της, να θεωρηθεί το τελικό στάδιο του εκσυγχρονισμού της δικαιοσύνης. Παρόλο που το νομικό πλαίσιο έχει εξελιχθεί σημαντικά, αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις που αναμένεται να βελτιώσουν την καθημερινή λειτουργία των δικαστηρίων παραμένουν ημιτελείς. Ειδικότερα, η συνεχιζόμενη καθυστέρηση στη λειτουργία του Εμπορικού Δικαστηρίου και η απουσία Ανεξάρτητης Υπηρεσίας Δικαστηρίων αναδεικνύουν το χάσμα μεταξύ της νομοθετικής μεταρρύθμισης και της πρακτικής εφαρμογής της. Ως εκ τούτου, οι συστάσεις της Επιτροπής επικεντρώνονται λιγότερο στην εισαγωγή νέων μεταρρυθμίσεων και περισσότερο στη διασφάλιση ότι οι υφιστάμενες μεταρρυθμίσεις θα καταστούν πλήρως λειτουργικές και ικανές να επιφέρουν μετρήσιμες βελτιώσεις για τους χρήστες του δικαστικού συστήματος.

Το κενό αυτό ως προς την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων είναι ιδιαίτερα εμφανές στο επίπεδο της αποτελεσματικότητας του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί την κυριότερη πηγή προβληματισμού σε ολόκληρη την Έκθεση. Παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για τη μείωση των συσσωρευμένων εκκρεμών υποθέσεων και τον εκσυγχρονισμό της δικαστικής διοίκησης, η Κύπρος εξακολουθεί να καταγράφει μακρές καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων, ιδίως στις αστικές και εμπορικές διαφορές. Σύμφωνα με την Επιτροπή, κατά το 2024 ο μέσος χρόνος εκδίκασης των κατ’ αντιδικία αστικών και εμπορικών υποθέσεων ανήλθε σε 682 ημέρες σε πρώτο βαθμό και σε 1.426 ημέρες σε δεύτερο βαθμό. Αντίστοιχες προκλήσεις εξακολουθούν να παρατηρούνται και στις διοικητικές διαδικασίες, όπου ο χρόνος εκδίκασης σε πρώτο βαθμό αυξήθηκε στις 788 ημέρες, παρά τη σημαντική μείωση της διάρκειας των κατ’ έφεση διαδικασιών. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι, μολονότι η μεταρρυθμιστική προσπάθεια προχωρεί, οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης.

Η αξιολόγηση της Επιτροπής δεν είναι, ωστόσο, εξ ολοκλήρου αρνητική. Αναγνωρίζει ότι η κυπριακή δικαιοσύνη έχει σημειώσει μετρήσιμη πρόοδο στη μείωση του όγκου των εκκρεμών υποθέσεων. Αξιοσημείωτο είναι ότι, το 2024, ο δείκτης διεκπεραίωσης των αστικών και εμπορικών υποθέσεων σε πρώτο βαθμό ανήλθε στο 154%, ποσοστό που ήταν το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τούτο καταδεικνύει ότι, κατά την περίοδο αναφοράς, τα δικαστήρια επέλυσαν σημαντικά περισσότερες υποθέσεις από όσες εισήχθησαν ενώπιόν τους. Παρόλο που το στοιχείο αυτό καταδεικνύει μια συστηματική προσπάθεια αντιμετώπισης των χρόνιων συσσωρευμένων εκκρεμοτήτων, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η βελτίωση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται με προσοχή. Εξακολουθεί να εκκρεμεί σημαντικός αριθμός παλαιότερων υποθέσεων, ιδίως ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σε πρώτο βαθμό, γεγονός που σημαίνει ότι η αυξημένη παραγωγικότητα δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ουσιωδώς συντομότερες διαδικασίες για τους χρήστες του δικαστικού συστήματος.

Ίσως ακόμη σημαντικότερα, η Έκθεση υποδεικνύει ότι η μείωση των νέων υποθέσεων που εισάγονται ενώπιον των δικαστηρίων δεν αντανακλά κατ’ ανάγκην αντίστοιχη μείωση των νομικών διαφορών. Οι εμπλεκόμενοι φορείς με τους οποίους διαβουλεύθηκε η Επιτροπή, περιλαμβανομένων μελών της δικαστικής εξουσίας, του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και εκπροσώπων της επιχειρηματικής κοινότητας, εξέφρασαν την άποψη ότι η μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών έχει αποθαρρύνει ιδιώτες και επιχειρήσεις από το να προσφεύγουν στα δικαστήρια. Εάν η εκτίμηση αυτή είναι ορθή, ο μειωμένος αριθμός υποθέσεων δεν μπορεί να ερμηνεύεται απλώς ως ένδειξη ενός αποτελεσματικότερου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, ενδέχεται να υποδηλώνει ότι οι καθυστερήσεις επηρεάζουν την ίδια την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, καθώς οι διάδικοι επιλέγουν να αποφεύγουν τις δικαστικές διαδικασίες λόγω του χρόνου που απαιτείται για την έκδοση τελικής απόφασης.

Από τη Μεταρρύθμιση στην Πρακτική Εφαρμογή

Η Επιτροπή εντοπίζει σειρά μεταρρυθμίσεων που δύνανται να συμβάλουν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης κατά τα επόμενα έτη. Η εισαγωγή νέων δικονομικών κανόνων για τις διοικητικές διαδικασίες, περιλαμβανομένων δεσμευτικών προθεσμιών για την έκδοση αποφάσεων και πειθαρχικών συνεπειών σε περιπτώσεις συστηματικών καθυστερήσεων, συνιστά σημαντικό βήμα προς τη βελτίωση της διαχείρισης των υποθέσεων. Αντίστοιχα, οι δικαστές έχουν αναφέρει θετικές πρώτες εμπειρίες από την εφαρμογή των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ιδίως ως προς τον περιορισμό των αδικαιολόγητων αναβολών και την ενθάρρυνση μιας πιο ενεργούς δικαστικής διαχείρισης των διαδικασιών. Μολονότι είναι ακόμη πρόωρο να αξιολογηθεί ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπός τους, οι μεταρρυθμίσεις αυτές καταδεικνύουν ότι οι σχετικές προσπάθειες στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς τη βελτίωση της πρακτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, αντί να περιορίζονται απλώς στη μεταρρύθμιση της θεσμικής τους δομής.

Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή εντοπίζει δύο μεταρρυθμίσεις των οποίων η συνεχιζόμενη καθυστέρηση περιορίζει τη συνολική αποτελεσματικότητα του ευρύτερου μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Η πρώτη αφορά το Εμπορικό Δικαστήριο. Παρόλο που το νομοθετικό πλαίσιο για την ίδρυσή του τέθηκε σε ισχύ το 2022, το Δικαστήριο εξακολουθεί να μην λειτουργεί, καθώς δεν έχουν ακόμη διοριστεί οι δικαστές του. Η καθυστέρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι το Εμπορικό Δικαστήριο προοριζόταν να παρέχει εξειδικευμένη εκδίκαση σύνθετων εμπορικών διαφορών, να επιταχύνει την επίλυση εμπορικών υποθέσεων και να ενισχύσει την ελκυστικότητα της Κύπρου ως διεθνούς επιχειρηματικού και επενδυτικού κέντρου. Ως εκ τούτου, η συνεχιζόμενη καθυστέρηση αναβάλλει την υλοποίηση μίας από τις σημαντικότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης.

Η δεύτερη αφορά την προτεινόμενη Ανεξάρτητη Υπηρεσία Δικαστηρίων. Ένας από τους βασικούς στόχους της δικαστικής μεταρρύθμισης ήταν ο διαχωρισμός της διοικητικής διαχείρισης των δικαστηρίων από την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, ώστε οι δικαστές να μπορούν να επικεντρώνονται στην εκδίκαση των υποθέσεων, ενώ επαγγελματικά στελέχη διοίκησης θα αναλαμβάνουν την ευθύνη για την καθημερινή λειτουργία του δικαστικού συστήματος. Παρόλο που έχουν πλέον ολοκληρωθεί οι μελέτες σχετικά με τη δομή και τη λειτουργία της προτεινόμενης Υπηρεσίας, δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί οριστικό θεσμικό μοντέλο. Αναγνωρίζοντας τη σημασία της μεταρρύθμισης αυτής, η Επιτροπή συστήνει εκ νέου στην Κύπρο να δώσει προτεραιότητα στη σύσταση Ανεξάρτητης Υπηρεσίας Δικαστηρίων, ως μέσο ενίσχυσης τόσο της αποτελεσματικότητας όσο και της ανθεκτικότητας της δικαστικής εξουσίας.

Ενίσχυση της Δικαστικής Ανεξαρτησίας

Η Επιτροπή εφιστά επίσης την προσοχή στη σχέση μεταξύ της δικαστικής μεταρρύθμισης και της εμπιστοσύνης του κοινού. Παρόλο που η Κύπρος έχει εισαγάγει σημαντικές θεσμικές δικλίδες ασφαλείας, περιλαμβανομένης της δημιουργίας αυτοτελούς διοικητικής δικαιοσύνης και της υιοθέτησης κατευθυντήριων γραμμών για την εξαίρεση και την αποχή δικαστών, οι εξελίξεις αυτές δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε βελτίωση της αντίληψης του κοινού ως προς τη δικαστική ανεξαρτησία. Σύμφωνα με τον Πίνακα Αποτελεσμάτων της ΕΕ στον Τομέα της Δικαιοσύνης για το 2026, μόλις το 39% του ευρύτερου κοινού και το 34% των επιχειρήσεων αξιολόγησαν θετικά την ανεξαρτησία των δικαστηρίων και των δικαστών, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη πτωτική τάση που παρατηρείται τα τελευταία έτη. Παρόλο που οι αντιλήψεις για τη δικαστική ανεξαρτησία επηρεάζονται από πληθώρα πολιτικών, κοινωνικών και θεσμικών παραγόντων, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η νομοθετική μεταρρύθμιση από μόνη της δεν αρκεί για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Αντιθέτως, η εμπιστοσύνη του κοινού φαίνεται να συνδέεται στενά με την πρακτική εμπειρία από τη λειτουργία του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, περιλαμβανομένων της προσβασιμότητας, της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας των δικαστικών διαδικασιών.

Συμπεράσματα

Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου του 2026 παρουσιάζει μια ισορροπημένη αξιολόγηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο, αναγνωρίζοντας τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην προώθηση της δικαστικής μεταρρύθμισης, ενώ παράλληλα τονίζει ότι η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων αυτών θα εξαρτηθεί τελικά από την αποτελεσματική εφαρμογή τους. Με βάση τις εκτεταμένες θεσμικές και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν τα τελευταία χρόνια, η Επιτροπή αναγνωρίζει βελτιώσεις στη δικαστική διακυβέρνηση, στη διοίκηση της δικαιοσύνης και στο πεδίο της δικονομικής μεταρρύθμισης. Καταλήγει, ωστόσο, ότι η αποτελεσματικότητα των δικαστηρίων εξακολουθεί να αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση, με τις υπερβολικές καθυστερήσεις, τις ημιτελείς θεσμικές μεταρρυθμίσεις και τη φθίνουσα εμπιστοσύνη του κοινού να παραμένουν στο επίκεντρο των προβληματισμών.

Του Δρος Νικόλα Κυριακίδη

Επίκουρου Καθηγητή και Διευθυντή της Μονάδας Δικονομικού Δικαίου του Πανεπιστημίου ΛευκωσίαςΊτε παρίθμη

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ