Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας, σοβαρής ενεργειακής κρίσης βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς πλησιάζει ο χειμώνας με τα αποθέματα φυσικού αερίου να βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και τον πόλεμο στο Ιράν να εξακολουθεί να διαταράσσει τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, που επικαλείται δύο νέες εκθέσεις, η ΕΕ κινδυνεύει να αντιμετωπίσει έλλειμμα έως και 14 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου κατά τη χειμερινή περίοδο 2026-2027. Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 7% της ευρωπαϊκής ζήτησης και θα μπορούσε να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες 10 έως 12 εκατομμυρίων νοικοκυριών.
Εάν η Ευρώπη δεν καταφέρει να εξασφαλίσει επαρκείς πρόσθετες προμήθειες, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα ανατιμήσεων στους λογαριασμούς ενέργειας, ακόμη και με την ανάγκη επιβολής μέτρων περιορισμού της κατανάλωσης.
Η έκθεση του αμερικανικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (IEEFA) αποτυπώνει την ευάλωτη θέση στην οποία βρίσκεται η Ευρώπη ενόψει του χειμώνα.
Οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου είναι γεμάτες σε ποσοστό λίγο πάνω από το 70%, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί για τη συγκεκριμένη περίοδο του έτους από το 2011, όταν άρχισε η συστηματική καταγραφή των στοιχείων.
Ενας από τους λόγους είναι οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οι οποίες κατέστησαν πιο συμφέρουσα για τους εμπόρους την άμεση πώλησή του παρά την αποθήκευσή του για τους χειμερινούς μήνες.
Η εξέλιξη αυτή αφήνει την Ευρωπαϊκή Ενωση με περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης σε περίπτωση νέας διαταραχής του εφοδιασμού ή ενός ιδιαίτερα ψυχρού χειμώνα.
Σύμφωνα με το IEEFA, τα διαθέσιμα αποθέματα ενδέχεται να προσφέρουν φέτος περίπου 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα λιγότερου φυσικού αερίου σε σχέση με τον προηγούμενο χειμώνα.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Ευρώπη θα ξεμείνει από φυσικό αέριο. Σημαίνει, όμως, ότι οι κυβερνήσεις μπορεί να αναγκαστούν να αναζητήσουν πρόσθετες ποσότητες στις διεθνείς αγορές, πληρώνοντας σημαντικά υψηλότερες τιμές.
Εάν οι αναγκαίες προμήθειες δεν εξασφαλιστούν, δεν αποκλείεται να χρειαστεί περιορισμός της κατανάλωσης.
Ανάλογες προειδοποιήσεις περιλαμβάνονται στην έκθεση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου (ENTSOG), η οποία παρουσιάστηκε την Πέμπτη (08/10) σε εκπροσώπους των κρατών-μελών.
Ο οργανισμός εξετάζει διαφορετικά σενάρια για τον εφοδιασμό της Ευρώπης κατά τη χειμερινή περίοδο 2026-2027.
Σε περίπτωση ιδιαίτερα ψυχρού χειμώνα, ακόμη και με σχετικά ικανοποιητικές εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), τα αποθέματα θα μπορούσαν να υποχωρήσουν έως το 11%.
Πρόκειται για επίπεδο που αντιστοιχεί στα στρατηγικά αποθέματα, τα οποία δεν είναι εύκολα διαθέσιμα για την κάλυψη της καθημερινής ζήτησης.
Εάν οι ευρωπαϊκές χώρες επιδιώξουν να ολοκληρώσουν τον χειμώνα διατηρώντας τις αποθήκες τους γεμάτες τουλάχιστον κατά 30%, ενδέχεται να απαιτηθεί μείωση της ζήτησης ή να υπάρξει αδυναμία κάλυψής της κατά περίπου 7%, σύμφωνα με ένα από τα σενάρια του ENTSOG.
Η διατήρηση επαρκών αποθεμάτων θεωρείται κρίσιμη και για τους επόμενους μήνες, καθώς η μεγάλη εξάντλησή τους θα δημιουργούσε πρόσθετες ανάγκες αναπλήρωσης το καλοκαίρι του 2027.
Η κατάσταση περιπλέκεται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο οποίος έχει περιορίσει τη διαθεσιμότητα ενέργειας στις διεθνείς αγορές και έχει ωθήσει τις τιμές του φυσικού αερίου κοντά στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τετραετίας.
Η σύγκρουση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν έχει προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές, περιορίζοντας τις διαθέσιμες εναλλακτικές επιλογές για τους Ευρωπαίους αγοραστές.
Οπως επισημαίνει η επικεφαλής αναλύτρια του IEEFA για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, Ανα Γιαλέρ-Μακαρέβιτς, τα ιστορικά χαμηλά αποθέματα αφήνουν την Ευρωπαϊκή Ενωση με μικρότερο περιθώριο προστασίας απέναντι σε διεθνείς διαταραχές του εφοδιασμού. Κατά την ίδια, αυτό καθιστά την Ευρώπη ιδιαίτερα ευάλωτη σε απότομες αυξήσεις των τιμών.
Παράλληλα, προειδοποιεί ότι μια σημαντική εξάντληση των αποθεμάτων φέτος θα δημιουργούσε μεγαλύτερες ανάγκες αποθήκευσης την επόμενη χρονιά, συντηρώντας έναν κύκλο περιορισμένων αποθεμάτων και υψηλών τιμών.
Στις δυσκολίες προστίθεται και η επικείμενη απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου στην ΕΕ, στο πλαίσιο μακροχρόνιων συμβάσεων, η οποία πρόκειται να τεθεί σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2027. Σύμφωνα με το IEEFA, η συγκεκριμένη εξέλιξη θα περιορίσει τις ευρωπαϊκές εισαγωγές κατά επιπλέον 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Στο παρελθόν, οι προμήθειες ρωσικού φυσικού αερίου μπορούσαν να αυξομειώνονται ανάλογα με τις ανάγκες του χειμώνα, καλύπτοντας τις μεταβολές της ζήτησης. Πλέον, η Ευρώπη βασίζεται πολύ περισσότερο στις αποθήκες της.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι τα τελευταία δύο χρόνια η ζήτηση φυσικού αερίου κατά τη χειμερινή περίοδο έχει αυξηθεί, ενώ οι συνολικές εισαγωγές στην ΕΕ παραμένουν στάσιμες.
Ενδεικτικά, τον Ιανουάριο του 2024 οι καθαρές αντλήσεις φυσικού αερίου από τις αποθήκες ανήλθαν σε 17,8 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Τον Ιανουάριο του 2025 αυξήθηκαν σε 18,8 δισεκατομμύρια και τον Ιανουάριο του 2026 έφτασαν τα 22,6 δισεκατομμύρια.
Μία από τις βασικές επιλογές της ΕΕ είναι να στραφεί σε πρόσθετες εισαγωγές LNG, το οποίο μεταφέρεται με πλοία και προέρχεται ολοένα και περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η λύση αυτή συνοδεύεται από υψηλό κόστος.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του IEEFA, η εισαγωγή των επιπλέον ποσοτήτων που απαιτούνται για την κάλυψη του ελλείμματος των αποθεμάτων θα κόστιζε περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 12% σε σχέση με το κόστος της ίδιας ποσότητας το προηγούμενο έτος.
Η Γιαλέρ-Μακαρέβιτς εξηγεί στο Politico ότι και η αμερικανική παραγωγή LNG βρίσκεται ήδη κοντά στη μέγιστη δυναμικότητά της, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για πρόσθετες προμήθειες. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να ανταγωνιστεί άλλες μεγάλες αγορές, κυρίως στην Ασία, για να προσελκύσει φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ο Λόρεντ Ρουσέκας, ανώτερος αναλυτής της αγοράς φυσικού αερίου στην S&P Global Energy, εκτιμά ότι η αύξηση των τιμών αποτελεί πιθανότερη εξέλιξη από μια γενικευμένη έλλειψη. Οπως εξηγεί, τα αποθέματα δύσκολα θα εξαντληθούν χωρίς προηγουμένως να υπάρξει αντίδραση της αγοράς.
Μια ταχεία μείωσή τους στις αρχές του χειμώνα θα προκαλούσε άνοδο των τιμών, προσελκύοντας φορτία LNG από την Ασία προς την Ευρώπη. Ωστόσο, το υψηλότερο κόστος αυτών των εισαγωγών θα αποτελούσε πρόσθετη επιβάρυνση για τους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι τα περιθώρια νέας μείωσης της ζήτησης φυσικού αερίου στην Ευρώπη είναι πλέον περιορισμένα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είχε ήδη οδηγήσει σε μείωση κατά 20% της βιομηχανικής ζήτησης φυσικού αερίου στην ΕΕ, η οποία δεν έχει ανακάμψει.
Με πληροφορίες από Politico
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.