ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Γιατί οι τιμές ενέργειας θα αργήσουν να υποχωρήσουν

Τα κρίσιμα ερωτήματα για τις ζημιές στις υποδομές και τον ρυθμό μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα στις διεθνείς αγορές

Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ — βασικός στόχος για τις ΗΠΑ όταν συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός με το Ιράν — θα αποτελούσε το πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της ροής ενέργειας μέσω του Περσικού Κόλπου. Αλλά μόνο το πρώτο.

Και αυτό διότι δεκάδες διυλιστήρια, υποδομές αποθήκευσης, καθώς και κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου σε τουλάχιστον εννέα χώρες, από το Ιράν έως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και πέραν αυτών, έχουν αποτελέσει στόχο επιθέσεων.

Συνολικά, ο ρυθμός του εφοδιασμού πετρελαίου παγκοσμίως έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά 10%. Η επανεκκίνηση αυτών των δραστηριοτήτων δεν προϋποθέτει μόνο την ασφαλή διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, αλλά και την επιθεώρηση αντλιών, την αντικατάσταση εξειδικευμένου εξοπλισμού και την επιστροφή εργαζομένων και πλοίων που έχουν διασκορπιστεί σε όλο τον κόσμο.

«Δεν πρόκειται για μια περίπτωση όπου απλώς πατάς έναν διακόπτη και όλα επανέρχονται άμεσα», δήλωσε ο Μάρτιν Χιούστον, επί σειρά ετών στέλεχος στον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου, ο οποίος σήμερα συμμετέχει στα διοικητικά συμβούλια αρκετών εταιρειών ενέργειας.

Το χρονοδιάγραμμα για την επαναφορά του ενεργειακού συστήματος του Κόλπου σε μια κάποια κανονικότητα παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο.

Στη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, την οποία ανακοίνωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ το βράδυ της Τρίτης, το Ιράν συμφώνησε να επιτρέψει στα πλοία να διέρχονται από τα Στενά. Νωρίτερα, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι, εάν η θαλάσσια οδός παρέμενε κλειστή, «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πέθαινε, χωρίς ποτέ να επανέλθει». Επίσης έχει επανειλημμένως απειλήσει με πλήγματα εναντίον ιρανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων κρίσιμων υποδομών, εάν η Τεχεράνη δεν επιτρέψει τη διέλευση πλοίων – ενέργειες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εγκλήματα πολέμου.

Οι επιθέσεις κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων συνεχίστηκαν τις ημέρες που προηγήθηκαν της εκεχειρίας, μεταξύ άλλων σε διυλιστήριο στο Κουβέιτ και σε συγκροτήματα πετροχημικών στο Ιράν. Το εύρος των ζημιών στις υποδομές της περιοχής παραμένει δύσκολο να εκτιμηθεί, καθώς πολλές χώρες έχουν κοινοποιήσει ελάχιστες πληροφορίες.

Μόλις οι εταιρείες βεβαιωθούν ότι τα πλοία τους μπορούν να διέρχονται από τη στενή θαλάσσια δίοδο μεταξύ Ιράν και Αραβικής Χερσονήσου, η πρώτη προτεραιότητα θα είναι πιθανότατα η αποστολή πετρελαίου και άλλων καυσίμων που έχουν αποθηκευτεί σε δεξαμενές κοντά στα Στενά.

Στη συνέχεια, εφόσον δεν ξαναρχίσουν οι εχθροπραξίες, ορισμένες γεωτρήσεις ενδέχεται να συνεχιστούν εντός ημερών ή εβδομάδων, σύμφωνα με αναλυτές και στελέχη της πετρελαϊκής βιομηχανίας στον Κόλπο.

Ωστόσο, η πλήρης ανάκαμψη θα απαιτήσει μήνες, προειδοποιούν. Για ορισμένες υποδομές που έχουν υποστεί εκτεταμένες ζημιές εκτιμάται ότι θα χρειαστούν χρόνια για να επισκευαστούν.

Για τους καταναλωτές, αυτό σημαίνει ότι οι τιμές της βενζίνης – οι οποίες πρόσφατα ξεπέρασαν κατά μέσο όρο τα 4 δολάρια το γαλόνι στις Ηνωμένες Πολιτείες – δεν αναμένεται να επιστρέψουν σύντομα στα προπολεμικά επίπεδα, παρά τη σημαντική υποχώρηση των διεθνών τιμών πετρελαίου αργά την Τρίτη. Οι χώρες εξαντλούν τα ενεργειακά αποθέματα που διέθεταν πριν από τον πόλεμο, συνεπώς όσο παρατείνεται η σύγκρουση, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να μειωθούν οι υψηλές τιμές.

Η διακοπή λειτουργίας των πετρελαιοπηγών έχει και άλλες συνέπειες. Αν τεθούν εκτός λειτουργίας οι υποδομές που εκμεταλλεύονται τα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι συχνά δύσκολο να επανεκκινήσουν, και όσο περισσότερο παραμένουν κλειστές, τόσο μεγαλύτερες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι εταιρείες για την επαναλειτουργία τους.

Η υπόγεια πίεση μπορεί να απορρυθμιστεί όσο οι γεωτρήσεις παραμένουν ανενεργές, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος να συσσωρευτεί νερό. Εάν η παύση παραταθεί σημαντικά, ο εξοπλισμός ενδέχεται να διαβρωθεί λόγω παρατεταμένης έκθεσης σε υδρόθειο – ένα τοξικό αέριο που συναντάται συχνά σε μίγμα με πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η Σαουδική Αραβία και το Ιράκ εγχέουν αέριο ή νερό σε πολλά από τα κοιτάσματά τους για την αύξηση της παραγωγής, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας στην αποκατάσταση της σωστής πίεσης κατά την επαναλειτουργία, όπως σημείωσε πρόσφατα η ερευνητική εταιρεία BloombergNEF.

Το Κουβέιτ, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ, στην άκρη του Περσικού Κόλπου, αποτελεί τον δέκατο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου παγκοσμίως. Πριν από την Παρασκευή, όταν το διυλιστήριο Mina al-Ahmadi επλήγη από μη επανδρωμένο αεροσκάφος, ο διευθύνων σύμβουλος της κρατικής Kuwait Petroleum είχε δηλώσει ότι αναμένει πως «σημαντικό μέρος της παραγωγής θα μπορούσε να αποκατασταθεί άμεσα, μέσα σε λίγες ημέρες» από τη λήξη του πολέμου. Ο σεΐχης Ναουάφ Αλ Σαμπάχ πρόσθεσε, μιλώντας στα τέλη του προηγούμενου μήνα σε ενεργειακό συνέδριο στο Χιούστον, ότι «η πλήρης παραγωγή θα αποκατασταθεί εντός τριών έως τεσσάρων μηνών».

Το κρίσιμο ερώτημα είναι το εύρος των ζημιών στο σύνολο των υποδομών που απαιτούνται για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα στις διεθνείς αγορές. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι λίγες εγκαταστάσεις έχουν υποστεί καταστροφικές βλάβες, ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία παραμένουν περιορισμένα.

Μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές εγκαταστάσεις της περιοχής είναι η μονάδα εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου του Κατάρ, το Ras Laffan. Η εγκατάσταση, η οποία βρίσκεται σε έκταση τουλάχιστον τριών τετραγωνικών μιλίων μέσα σε μια μεγάλη βιομηχανική πόλη, προμηθεύει χώρες της Ασίας και της Ευρώπης με φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Προτού φορτωθεί σε πλοία, το φυσικό αέριο πρέπει να μετατραπεί σε υγρή μορφή μέσω ψύξης σε θερμοκρασία περίπου -162 βαθμών Κελσίου. Το Κατάρ σταμάτησε την παραγωγή αυτού του υγροποιημένου φυσικού αερίου κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου. Αργότερα, πύραυλοι προκάλεσαν πλήγματα που μείωσαν κατά 17% την παραγωγική ικανότητα της εγκατάστασης. Τα αλώβητα τμήματα θα επαναλειτουργήσουν πρώτα, πιθανώς σε διάστημα εβδομάδων ή μηνών. Η αποκατάσταση των κατεστραμμένων τμημάτων αποτελεί πιο σύνθετη υπόθεση.

Η QatarEnergy, η οποία διαχειρίζεται το Ras Laffan, έχει δηλώσει ότι θα χρειαστούν αρκετά χρόνια για να γίνουν όλες οι επιδιορθώσεις. Το Ras Laffan διαθέτει 14 μονάδες παραγωγής LNG. Οι επιθέσεις τον περασμένο μήνα κατέστρεψαν δύο από αυτές τις γιγαντιαίες υποδομές στις οποίες ψύχεται το αέριο δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της QatarEnergy στο Reuters, και η αντικατάστασή τους μπορεί να διαρκέσει δύο χρόνια ή και περισσότερο.

«Οι εγκαταστάσεις αυτές είναι ειδικά σχεδιασμένες και πλήρως ενσωματωμένες στο σύμπλεγμα της Ras Laffan, γεγονός που καθιστά την αντικατάστασή τους σημαντικά πιο δύσκολη σε σχέση με άλλες, απλούστερες ενεργειακές υποδομές», δήλωσε ο Νασμεντίν Μεσκάτι, καθηγητής μηχανικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας.

Ενα διυλιστήριο στη δυτική ακτή της Σαουδικής Αραβίας λειτουργούσε σε σημαντικά μειωμένα επίπεδα μετά από επίθεση με drone στα μέσα Μαρτίου, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Rystad Energy με έδρα το Οσλο. Η ίδια εταιρεία εκτίμησε ότι η πλήρης αποκατάσταση ενδέχεται να ολοκληρωθεί μέσα σε ένα έτος.

Το Ιράν έχει επίσης υποστεί πλήγματα στις ενεργειακές του υποδομές, μεταξύ των οποίων είναι και αποθήκες πετρελαίου στην Τεχεράνη.

Ενας από τους βασικούς προβληματισμούς για την ανοικοδόμηση είναι η ήδη επιβαρυμένη εφοδιαστική αλυσίδα για εξειδικευμένα εξαρτήματα. Η παγκόσμια ζήτηση για κατασκευή κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης έχει αυξήσει την ανάγκη για μονάδες παραγωγής ενέργειας με φυσικό αέριο και συναφείς υποδομές. Πολλές από αυτές βασίζονται σε εξοπλισμό, όπως οι αεριοστρόβιλοι, που είναι απαραίτητος και για τις επισκευές στη Μέση Ανατολή.

«Αν υπάρχει η κατάλληλη εφοδιαστική αλυσίδα, η αποκατάσταση μπορεί να προχωρήσει σχετικά γρήγορα», δήλωσε ο Mike Stice, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα και μέλος διοικητικών συμβουλίων ενεργειακών εταιρειών. «Ωστόσο, τα χρονοδιαγράμματα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη φύση των ζημιών — αρκεί ένα κρίσιμο εξάρτημα με χρόνο παράδοσης δύο ετών για να καθυστερήσει τα πάντα», πρόσθεσε.

Τελικά, ανεξάρτητα από την εξέλιξη της σύγκρουσης, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι τιμές της ενέργειας θα υποχωρήσουν, αλλά θα παραμείνουν υψηλότερες από ό,τι θα ήταν αν δεν είχε ξεκινήσει ο πόλεμος.

Αναλυτές της γαλλικής τράπεζας Société Générale εκτιμούν ότι η τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωθεί περίπου στα 80 δολάρια ανά βαρέλι έως το τέλος του 2026, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 65 δολάρια.

New York Times

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ