Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Ραφαέλα Δημητριάδη
Μπορεί η νευροτεχνολογία να «διαβάσει» στοιχεία της σκέψης μας και να επηρεάσει τις αποφάσεις μας; Το ερώτημα και η συζήτηση αυτή, βρέθηκαν σήμερα στο επίκεντρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατά τη συζήτηση του θέματος «Η νευροτεχνολογία και ανθρώπινα δικαιώματα: Το δικαίωμα στη νοητική ιδιωτικότητα, την ψυχική ακεραιότητα και την ελευθερία της σκέψης», επιστήμονες κατέθεσαν διαφορετικές απόψεις παραθέτοντας τα δικά τους επιχειρήματα. Στο σημείο που υπήρξε σύγκλιση των απόψεων είναι η ανάγκη για νομοθετική ρύθμιση. «Φαίνεται να υπάρχει μια τεχνολογία που απειλεί την ιδιωτικότητα της σκέψης μας», ανέφερε ο Δρ Νίκου Κωνσταντίνου. Εκφράζοντας αντίθετη άποψη, ο Καθηγητής Ανδρέας Δημητρίου σημείωσε πως, «ουδείς δεν γνωρίζει πως ο εγκέφαλος παράγει σκέψη».
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής και βουλευτή του ΑΚΕΛ, Χρίστου Χριστοφίδη η συζήτηση αφορά ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πώς προστατεύουμε την ελευθερία του ανθρώπου όταν η τεχνολογία αποκτά μεγαλύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες για τη λειτουργία του εγκεφάλου του; Ευθύνη μας, όπως είπε, είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτή η πρόοδος θα ενισχύει την ανθρώπινη αυτονομία, με κανόνες που προλαμβάνουν τις καταχρήσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράστηκε κατά τη συζήτηση για το γεγονός πως, όπως διαφάνηκε, δεν υπάρχει επαρκής έλεγχος των μηχανημάτων αυτών από τις αρμόδιες υπηρεσίας. Σε ερώτηση των μελών της Επιτροπής, αν υπάρχει έλεγχος αν οι συσκευές είναι καταγεγραμμένες, δεν υπήρξε σαφής απάντηση. Συγκεκριμένα, από πλευράς του Υπουργείου Υγείας, τονίστηκε πως θα πρέπει να λάβουν γνώση αν γίνεται έλεγχος και να ενημερώσουν γραπτώς τη Βουλή. Ενώ, από πλευράς του Υφυπουργείου Έρευνας, λέχθηκε πως δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα δεδομένα.
Χαρακτηριστική ήταν η παρέμβαση του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Επιστημών Αποκατάστασης της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΤΕΠΑΚ, Δρ Νίκου Κωνσταντίνου, ο οποίος υποστήριξε ότι μπορεί να ακούγεται σε κάποιον ως «σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά η δική μου άποψη είναι πως πρόκειται για την ωμή πραγματικότητα».
Ο Δρ Κωνσταντίνου ξεκίνησε τη συζήτηση φέρνοντας ως παράδειγμα μια προεκλογική περίοδο, κατά την οποία ένας πολίτης παρακολουθεί ένα ντιμπέιτ. «Φανταστείτε πως βρισκόμαστε σε μια προεκλογική περίοδο, ένας πολίτης παρακολουθεί ένα πολιτικό ντιμπειτ και την ίδια ώρα έχει στα αυτιά του ένα ζευγάρι έξυπνα ακουστικά, τα οποία έχουν δυνατότητα καταγραφής εγκεφαλικών σημάτων ή φοράει μια κορδέλα κεφαλής για να παρακολουθεί τον ύπνο ή τη συγκέντρωση».
Αυτές οι συσκευές, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν καταγράφουν τυχαία δεδομένα. Όπως εξήγησε, έχουν εκπαιδευτεί για ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων ώστε να αναγνωρίζουν το αποτύπωμα της σκέψης και των συναισθημάτων του ανθρώπου, καθώς και της ασυνείδητης σκέψης και συναισθημάτων. «Οι αλγόριθμοι αυτοί έχουν εκπαιδευτεί και αναγνωρίζουν την εγκεφαλική δραστηριότητα που σχετίζεται με κάποιες από τις σκέψεις, τα συναισθήματα μας».
Το επικίνδυνο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η δυνατότητα αξιοποίησης αυτών των πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο. Όπως ανέφερε, ένας αλγόριθμος θα μπορούσε να προσαρμόσει την επόμενη διαφήμιση ή ένα πολιτικό μήνυμα με βάση το συναίσθημα ή την εγκεφαλική δραστηριότητα.
Ο Δρ Κωνσταντίνου τόνισε πως πλέον δεν μιλούμε για απλή παραβίαση προσωπικών δεδομένων αλλά για μια ευθεία απειλή για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και σταθερότητα. «Αν υπάρχουν σήμερα στο εμπόριο τεχνολογίες, που έχουν τη δυνατότητα να χειραγωγήσουν την άποψη ενός ανθρώπου τότε κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως αυτό ακυρώνει την ίδια την ουσία της εκλογικής διαδικασίας», επεσήμανε.
Το ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν περιορίζεται μόνο στην πολιτική αυτό το ζήτημα αλλά επεκτείνεται και στη χρήση βιντεοπαιχνιδιών αλλά και στην πώληση προϊόντων. Την ίδια ώρα, θέλησε να ξεκαθαρίσει πως ο κίνδυνος δεν προέρχεται από τα ερευνητικά εργαστήρια, τους μαγνητικούς τομογράφους, αλλά «από τη βιομηχανία και τις συσκευές που υπάρχουν στο εμπόριο».
Την έντονη αντίθεσή του με τον Δρ Κωνσταντίνου εξέφρασε στη δική του τοποθέτηση ο Καθηγητής Ανδρέας Δημητρίου γνωστικός αναπτυξιακός ψυχολόγος. Κάνοντας αναφορά στο project της ΕΕ «The Human Brain Project» τόνισε πως είχε καταρρεύσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, «μάθαμε πολύ λίγα πράματα για τη λειτουργία του εγκεφάλου και ουδείς ξέρει πως ο εγκέφαλος παράγει σκέψη». Απαντώντας στη συγκεκριμένη τοποθέτηση ο Δρ Κωνσταντίνου σημείωσε ότι, «δεν χρειάζεται να το γνωρίζουμε για να ελέγξουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, αρκεί να αναγνωρίζουμε κάποια μοτίβα εγκεφαλικής δραστηριότητας».
Για να υποστηρίξει την άποψή του σημείωσε ότι, «είναι ένα πράγμα να έχουν χαρτογραφηθεί κάποιες περιοχές του εγκεφάλου και είναι άλλο πράγμα να πούμε ότι ξέρουμε πως λειτουργεί ο εγκέφαλος, ώστε να αποκτήσουμε έλεγχο της λειτουργίας». Τόνισε δε πως η ανθρωπότητα είναι πολύ μακριά από αυτό. «Να μην θεωρήσουμε πως αύριο θα μας ελέγχουν αν θα ψηφίζουμε ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ κλπ. Μπορεί να μην συμβεί στη ζωή κανενός που είμαστε εδώ». Ωστόσο, παρά την πιο πάνω διαφωνία του τάχθηκε υπέρ της νομοθετικής ρύθμισης.
Από πλευρά του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας, ο Δρ. Γιώργος Πίτσας ειδικός νευρολόγος, χαιρέτισε την πρωτοβουλία της Επιτροπής για την εγγραφή του θέματος. Χρειάζεται, όπως είπε, καταγραφή όλων των συσκευών, για το πώς χρησιμοποιούνται και από ποιους χρησιμοποιούνται. «Το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι η πλειοψηφία αυτών των συσκευών, εμπορευματοποιούνται και χρησιμοποιούνται με λάθος τρόπο, χωρίς επαρκή ενημέρωση για τις επιπτώσεις».
Σύμφωνα με τον Δρ Πίτσα, «σε μεγάλο βαθμό αυτές οι συσκευές είναι ελάχιστα επεμβατικές». Ωστόσο, όπως είπε, η λάθος χρήση των συσκευών αυτών μπορεί να παραβιάσει ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς να το αντιληφθεί το άτομο.
Παραθέτοντας συγκεκριμένα διεθνή παραδείγματα, ο βουλευτής Χρίστος Χριστοφίδης ανέφερε τα εξής:
Στη Χιλή, στις 9 Αυγούστου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση του Γκίδο Χιράρδι κατά της Emotiv, για συσκευή καταγραφής εγκεφαλικής δραστηριότητας. Διέταξε τη διαγραφή των δεδομένων του προσφεύγοντος από τα συστήματα της εταιρείας και την εξέταση της συσκευής από τις αρμόδιες αρχές. Το ερώτημα είναι πρακτικό: ποιος ελέγχει αυτά τα δεδομένα και για ποιους σκοπούς χρησιμοποιούνται;
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μελέτη στο Cell τον Αύγουστο του 2025 έδειξε πειραματική αποκωδικοποίηση εσωτερικού λόγου (λέξεων που ο άνθρωπος φαντάζεται ότι λέει) σε τέσσερις συμμετέχοντες με εμφυτεύματα. Ερευνητές του Στάνφορντ και συνεργάτες τους δοκίμασαν και έναν νοητικό κωδικό ενεργοποίησης, ώστε η αποκωδικοποίηση να ξεκινά με επιλογή του χρήστη. Πρόκειται για συγκεκριμένο πειραματικό επίτευγμα με περιορισμούς, που αναδεικνύει την ανάγκη προστασίας από ακούσια ή εκούσια αποκάλυψη προσωπικών πληροφοριών.
Στη διεθνή αγορά, διεθνής έρευνα του Ιδρύματος Νευροδικαιωμάτων σε 30 εταιρείες, από χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Σουηδία, κατέγραψε ότι 20 από αυτές προέβλεπαν υπό προϋποθέσεις κοινοποίηση προσωπικών πληροφοριών σε τρίτους. Αυτό δεν αποδεικνύει πώληση εγκεφαλικών δεδομένων από όλες τις εταιρείες, αναδεικνύει όμως την ανάγκη σαφών εγγυήσεων.
Υπάρχει, όμως συνέχισε και μια ιδιαίτερα σοβαρή δημοκρατική διάσταση. «Στην Ιταλία, πριν από τις ευρωεκλογές του 2019, ερευνητές κατέγραψαν με ηλεκτροεγκεφαλογράφημα τις αντιδράσεις συμμετεχόντων σε πολιτικές προτάσεις. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε το 2021, έδειξε ότι ο συνδυασμός εγκεφαλικών αντιδράσεων και δηλωμένων απόψεων μπορούσε να βελτιώσει την πρόβλεψη της μετέπειτα ψήφου στο συγκεκριμένο δείγμα. Ήταν μικρή, μη αντιπροσωπευτική έρευνα, με συγκατάθεση. Δεν απέδειξε επηρεασμό εκλογών. Απέδειξε όμως ότι εγκεφαλικά σήματα μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να παρέχουν πολιτικά ευαίσθητες πληροφορίες».
Το θέμα κατατέθηκε αυτεπάγγελτα έπειτα από εισήγηση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.