Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Καθώς οι Αμερικανοί εκφράζουν ολοένα περισσότερο τη δυσαρέσκειά τους για τον αντιδημοφιλή πόλεμο με το Ιράν, όπως δείχνει νέα δημοσκόπηση, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε καθησυχαστικός χθες, Δευτέρα, ότι οι συνομιλίες με την Τεχεράνη υπάρχουν «καλές πιθανότητες» να φέρουν αποτέλεσμα.
Η ιρανική πολιτική ηγεσία διέψευσε πως διαπραγματεύεται με την Ουάσιγκτον, την τρίτη ημέρα παύσης των συγκρούσεων ανάμεσα στους στρατούς των δύο κρατών, ωστόσο στις αγορές επικράτησε ανακούφιση για τη συνέχιση της αναστολής των εχθροπραξιών.
«Θα δούμε τι θα γίνει. Νομίζω ότι υπάρχουν καλές πιθανότητες να γίνει κάτι», τόνισε ο Αμερικανός πρόεδρος μιλώντας σε δημοσιογράφους από το προεδρικό αεροσκάφος. Φθάνοντας στο Μίσιγκαν έκανε μάλιστα λόγο για «πιθανή συνεννόηση».
«Αυτή τη στιγμή, μας μιλούν για κλείσιμο της συμφωνίας», υποστήριξε, χωρίς να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες.
Στην άλλη πλευρά, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ τόνισε πως «αυτή τη στιγμή» το Ιράν δεν διεξάγει «καμιά διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ».
Εναλλάσσοντας όπως συνηθίζει καυτό και παγωμένο, ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε ταυτόχρονα να διατάξει τους βομβαρδισμούς στο Ιράν σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών, παραμερίζοντας τις ανησυχίες για την ενδεχόμενη έλλειψη πυρομαχικών για τα αμερικανικά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας που ανέδειξαν διάφορα μέσα ενημέρωσης, όπως για παράδειγμα δημοσίευμα της εφημερίδας New York Times.
Επειτα από 15 ημέρες ανταλλαγής πληγμάτων, τα οποία τίναξαν στον αέρα την κατ’ αρχήν συμφωνία –το «μνημόνιο κατανόησης του Ισλαμαμπάντ»–, κείμενο που υπογράφηκε στα μέσα Ιουνίου και υποτίθεται πως θα οδηγούσε στον τερματισμό του πολέμου, οι εχθροπραξίες ανεστάλησαν το Σάββατο.
Μολονότι τα όπλα σιγούν στο κυριότερο μέτωπο του πολέμου, που ξέσπασε πριν από ακριβώς έξι μήνες, στις 28 Φεβρουαρίου, με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η Σαουδική Αραβία, βασικός σύμμαχος της Ουάσιγκτον στην περιοχή, ανακοίνωσε χθες πως αναχαίτισε επίθεση με drones που εξαπολύθηκε από το έδαφος του Ιράκ.
Το Ριάντ την προσήψε σε «τρομοκρατικές παραστρατιωτικές οργανώσεις υποστηριζόμενες από το Ιράν», μολονότι δεν υπήρξε ανάληψη ευθύνης.
Αφού η Σαουδική Αραβία απαίτησε από τη Βαγδάτη να «λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εμποδίσει να χρησιμοποιείται η επικράτειά της ως ορμητήριο επιθέσεων», η κυβέρνηση του Ιράκ ανακοίνωσε πως διενεργείται έρευνα.
Το ουαχαμπιτικό βασίλειο και άλλες μοναρχίες του Κόλπου επέρριπταν την ευθύνη για τις επιθέσεις αυτές σε ιρακινές σιιτικές ένοπλες οργανώσεις προσκείμενες στην Τεχεράνη, κατά την προηγούμενη φάση του πολέμου, ωστόσο οι παρατάξεις αυτές δεν έχουν αναλάβει την ευθύνη για κανένα πλήγμα αφού ξανάρχισαν οι εχθροπραξίες στην αρχή του μήνα.
Στην Υεμένη, η Ανσαραλά, κίνημα ανταρτών γνωστότερο στη Δύση με το επώνυμο της οικογένειας των ηγετών του, των Χούθι, ανακοίνωσε πως «έπληξε» με drones «ευαίσθητους στόχους» και «εγκαταστάσεις εμπλεκόμενες στις παραδόσεις και στις μεταφορές αργού» της Σαουδικής Αραβίας κοντά στη Γιάνμπου, λιμάνι στην Ερυθρά θάλασσα όπου καταλήγει πετρελαιαγωγός του βασιλείου.
Το Ριάντ –ο βασικός υποστηρικτής της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης– κι οι Χούθι ξανάρχισαν στις 13 Ιουλίου τις εχθροπραξίες τους, έπειτα από τέσσερα χρόνια ανακωχής. Το κίνημα των Υεμενιτών ανταρτών ανακοίνωσε στις 20 Ιουλίου πως θα σταματά στο εξής την κίνηση στην Ερυθρά θάλασσα και στον Κόλπο του Αντεν οποιουδήποτε πλοίου της Σαουδικής Αραβίας, του μεγαλύτερου εξαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο.
Νωρίτερα σήμερα, Τρίτη, ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι αναχαίτισαν μη επανδρωμένο εναέριο σύστημα κοντά στα σύνορα της χώρας με την Ιορδανία και προσπαθούν να εξακριβώσουν την προέλευσή του.
Χθες αναχαιτίστηκαν δύο drones κοντά στα σύνορα με την Ιορδανία, σύμφωνα επίσης με τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις.
Αν και το Ισραήλ εξαπέλυσε μαζί με τις ΗΠΑ την επίθεση εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου που πυροδότησε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, δεν πήρε μέρος στο νέο κύμα των εχθροπραξιών που ξεκίνησε στις αρχές του Ιουλίου.
Στην Τεχεράνη, ο εκπρόσωπος της ιρανικής διπλωματίας Μπαγκαεΐ είπε πως η Ουάσιγκτον δεν είχε καμιά εμπλοκή στις πρόσφατες συνομιλίες με το σουλτανάτο του Ομάν για τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ –που έκλεισε εκ νέου το Ιράν–, από τα οποία διερχόταν προτού ξεσπάσει ο πόλεμος περί το 20% του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου που καταναλώνονται σε παγκόσμια κλίμακα.
Οι αμερικανοϊρανικές εχθροπραξίες ξανάρχισαν την 7η Ιουλίου, με έναυσμα τις εντάσεις για τη θαλάσσια οδό αυτή στρατηγικής σημασίας. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν πως έπληξαν εκατοντάδες στρατιωτικούς στόχους, οι ιρανικές εξαπέλυσαν πυραύλους και drones εναντίον μοναρχιών της περιοχής, συμμάχων της Ουάσιγκτον, βάζοντας κυρίως στο στόχαστρο αμερικανικές βάσεις στα εδάφη τους.
Η Τεχεράνη επιμένει ότι θα διατηρήσει τον έλεγχο των Στενών και θα προχωρήσει στην επιβολή τέλους διέλευσης, παρότι η Ουάσιγκτον απορρίπτει κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση, το ναυτικό των Φρουρών της Επανάστασης εμπόδισε χθες, Δευτέρα, έξι εμπορικά πλοία να διασχίσουν τα Στενά, καθώς ακολουθούσαν μη εγκεκριμένη πορεία.
Σε αντίποινα, ο αμερικανικός στρατός επιβάλλει εκ νέου από τα μέσα του μήνα αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο.
Οι ΗΠΑ «απείλησαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών ημερών» διάφορα πλοία στην περιοχή, κατήγγειλε η διοίκηση Χαράμ αλ Ανμπιγιά των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, διαμηνύοντας πως θα ανταποδώσει την ενέργεια αυτή, στην οποία βλέπει «επέκταση του πολέμου».
Παρά τις απειλές αυτές και τον αποκλεισμό των Στενών, η τιμή του βαρελιού του Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας, ποικιλίας αργού αναφοράς διεθνώς, υποχώρησε χθες, Δευτέρα, στα 90 δολάρια (-11%), εξέλιξη που ερμηνεύεται ως ένδειξη της αισιοδοξίας παραγόντων των αγορών.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος αναμένεται σήμερα στον Λευκό Οίκο για την πρώτη του συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τραμπ αφότου ξέσπασε ο πόλεμος, με φόντο διάφορες εντάσεις ανάμεσά τους, διαβεβαίωσε προχθές, Κυριακή, πως «υποστηρίζει πλήρως τις προσπάθειες» του Ντόναλντ Τραμπ να βάλει τέλος στις υποτιθέμενες φιλοδοξίες της Τεχεράνης να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο – το Ιράν διαψεύδει εδώ και δεκαετίες πως έχει τέτοια πρόθεση. «Αν μπορούσαμε να καταλήξουμε σε αυτό χωρίς μάχες υψηλής έντασης, θα ήταν καλό», δήλωσε στο Fox News.
Στο μεταξύ, αυξάνεται η πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπου μόλις ο ένας στους τρεις Αμερικανούς υποστηρίζει τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, ποσοστό που είναι το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί σε δημοσκόπηση του ινστιτούτου Ipsos και του πρακτορείου ειδήσεων Reuters αφότου ξέσπασε η ένοπλη σύρραξη.
Η νέα δημοσκόπηση, που διενεργήθηκε από την Παρασκευή 24 Ιουλίου έως την Κυριακή 26 Ιουλίου, υπέδειξε επίσης ότι το ποσοστό όσων εγκρίνουν τα πεπραγμένα του Αμερικανού προέδρου αυξήθηκε κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες, στο 37%, από τον περασμένο μήνα, όταν έφθασε στο ναδίρ της δεύτερης θητείας του.
Ο Τραμπ έχει παρουσιάσει κατά καιρούς στόχους μεταβλητής γεωμετρίας στον πόλεμο αυτόν – από το να βοηθήσει αντιπολιτευόμενους Ιρανούς να ανατρέψουν την Ισλαμική Δημοκρατία έως την καταστροφή των πυραυλικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης και την αποτροπή κάθε ενδεχομένου η χώρα να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο, κάτι που το Ιράν διαψεύδει πάγια ότι επιδιώκει.
Κατά τα ευρήματα της έρευνας, που μεταδόθηκαν χθες, το 69% των Αμερικανών –και οι τέσσερις στους δέκα ερωτηθέντες που δήλωσαν υποστηρικτές των Ρεπουμπλικανών– θεωρεί πως ο πρόεδρος Τραμπ δεν έχει «εξηγήσει με σαφήνεια τους στόχους της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής στο Ιράν».
Ερωτηθείσα για τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης, η εκπρόσωπος της αμερικανικής προεδρίας, Ολίβια Γουέιλς, τόνισε πως ο αρχηγός του κράτους δεν παίρνει αποφάσεις με κριτήριο «ρευστές δημοσκοπήσεις», επιμένοντας πως ο Ντόναλντ Τραμπ δρα για να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο.
Το ποσοστό των Αμερικανών που τάσσεται υπέρ του πολέμου ουδέποτε ξεπέρασε το 40%, σε θεαματική αντίθεση με προηγούμενες ένοπλες συρράξεις. Συγκριτικά, τους πρώτους μήνες του πολέμου στο Ιράκ (2003-2011), υπέρ δήλωνε το 70% των Αμερικανών, ενώ τους πρώτους μήνες του πολέμου στο Αφγανιστάν (2001-2021), λίγο καιρό μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη και στο Πεντάγωνο, υπέρ τασσόταν το 90%, κατά δημοσκοπήσεις του ινστιτούτου Gallup.
Η δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινής γνώμης για τον πόλεμο αποτελεί βαρίδι για τον πρόεδρο Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των εκλογών του μέσου της θητείας του τον Νοέμβριο, όταν διακυβεύεται ο έλεγχος της συμπολίτευσης στα δυο σώματα του Κογκρέσου.
Μέχρι σήμερα, με βάση τα επίσημα δεδομένα, έχουν σκοτωθεί 18 Αμερικανοί στρατιωτικοί στον πόλεμο, ο οποίος έχει στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, κυρίως στο Ιράν και στον Λίβανο.
Συνέπεια της ένοπλης σύρραξης ήταν η αύξηση των τιμών των καυσίμων στα πρατήρια, που πλήττει άμεσα τα οικονομικά πολλών Αμερικανών.
Ερωτηθέντες που δήλωσαν ανεξάρτητοι είπαν πως τάσσονται υπέρ των υποψηφίων των Δημοκρατικών έναντι των Ρεπουμπλικανών κατά ποσοστό 36% έναντι 20%, ενώ είπαν επίσης πως τάσσονται υπέρ της οικονομικής πολιτικής της αντιπολίτευσης.
Στην προεκλογική εκστρατεία του το 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ δεσμευόταν πως δεν θα ενέπλεκε τη χώρα σε νέες ένοπλες συρράξεις μακράς διάρκειας – τους «πολέμους για πάντα», κατά την έκφραση που χρησιμοποιούσε.
Οταν διέταξε την επίθεση στο Ιράν, διαβεβαίωνε ότι θα διαρκούσε «τέσσερις ως πέντε εβδομάδες».
Απορρίπτει μάλιστα κάθε σύγκριση με άλλους πολέμους, όπως εκείνος στο Βιετνάμ, που διήρκεσε δύο δεκαετίες και στην αμερικανική πλευρά στοίχισε τη ζωή σε πάνω από 58.000 στρατιωτικούς, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία.
Σε προηγούμενη δημοσκόπηση, στα μέσα Μαρτίου, το 37% του δείγματος δήλωνε πως υποστήριζε τον πόλεμο. Την ημέρα που ξέσπασε η ένοπλη σύρραξη, στις 28 Φεβρουαρίου, τον ενέκρινε το 27%, ωστόσο δινόταν στους ερωτηθέντες η δυνατότητα να απαντήσουν πως δεν είναι βέβαιοι· κάτι που έπραξε το 29%.
Η δημοσκόπηση του ινστιτούτου Ipsos και του πρακτορείου ειδήσεων Ρόιτερς διενεργήθηκε μέσω Διαδικτύου σε εθνική κλίμακα με συμμετοχή 1.246 ενηλίκων στις ΗΠΑ. Το περιθώριο στατιστικού σφάλματος είναι ±3%.
Σε παράλληλη εξέλιξη, η αμερικανική διπλωματία επιβεβαίωσε χθες τη διεξαγωγή νέων συνομιλιών ανάμεσα στις κυβερνήσεις του Ισραήλ και του Λιβάνου την επόμενη εβδομάδα στη Ρώμη, από την ερχόμενη Τρίτη έως την Πέμπτη (4-6 Αυγούστου), στο πλαίσιο της δημιουργίας «πιλοτικών ζωνών» στον Νότο, που θα εκχωρηθούν στον λιβανέζικο στρατό από την ισραηλινή πλευρά.
«Τεχνικές ομάδες θα επικεντρωθούν στη Ρώμη στην επίτευξη προόδου ως προς την (…) εφαρμογή της συμφωνίας-πλαίσιο», είπε αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που εκφράστηκε υπό τον όρο να μην κατονομαστεί, μιλώντας περί επέκτασης της διαδικασίας δημιουργίας «πιλοτικών ζωνών», περί ρύθμισης των «ζητημάτων» που αφορούν στα σύνορα και προετοιμασίας συμφωνίας ειρήνης των δύο κρατών – τα οποία επίσημα δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις.
«Η εμπειρία που αντλήθηκε από τις πρώτες (πιλοτικές) ζώνες θα μας βοηθήσει να τελειοποιήσουμε την εφαρμογή των πολιτικών ζωνών, ώστε να μπορέσουν να επεκταθούν κατά τρόπο προοδευτικό», πρόσθεσε ο αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Ο στρατός του Λιβάνου καταδίκασε προχθές, Κυριακή, τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο, καθώς εμποδίζουν, όπως τόνισε, την ανάπτυξή του, που προβλεπόταν στη συμφωνία που υπογράφηκε από τις δυο κυβερνήσεις στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Αντόνιο Ταγιάνι είχε αναγγείλει προ ημερών τις συνομιλίες αυτές.
Η συμφωνία του Ιουνίου προέβλεπε την ανάπτυξη των λιβανέζικων ενόπλων δυνάμεων σε «πιλοτικές ζώνες» που θα εγκατέλειπαν οι ισραηλινές –οι οποίες συνεχίζουν να κατέχουν μεγάλο μέρος του νοτίου τμήματος της χώρας–, υπό τον όρο να αφοπλιστεί η Χεζμπολάχ, σιιτική οργάνωση προσκείμενη στο Ιράν, η οποία κατηγορείται πως έσυρε τον Λίβανο στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή στις 2 Μαρτίου.
Παρότι η ένταση του πολέμου έχει μειωθεί, ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει να διεξάγει σποραδικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς στον Λίβανο, κυρίως στο νότιο τμήμα του.
Με πληροφορίες από AFP, Reuters
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.