ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Τι είναι τα «γκρι» διαζύγια και γιατί έχουν αυξηθεί

Kathimerini.gr

Απαλλαγμένοι από υποχρεώσεις και κουρασμένοι από τον γάμο τους, άνθρωποι μετά τη μέση ηλικία αποφασίζουν όλο και συχνότερα να χωρίσουν τους δρόμους τους

Γνωρίστηκαν στη διαδήλωση της πρώτης επετείου του Πολυτεχνείου. Ήταν και οι δύο φοιτητές στη Θεσσαλονίκη. Έξι μήνες αργότερα, έγιναν ζευγάρι. Δύο χρόνια μετά, ήταν ήδη παντρεμένοι και γονείς. Σήμερα διανύουν την έβδομη δεκαετία της ζωής τους, έχουν παιδιά και εγγόνια, αλλά ζουν χωριστά. Η Κατερίνα και ο Σπύρος είναι ένα από τα χιλιάδες ζευγάρια που παίρνουν διαζύγιο μετά τη μέση ηλικία. Τα «γκρι διαζύγια» αποτελούν πλέον πραγματικότητα και στη χώρα μας, σύμφωνα με την πρώτη έρευνα πεδίου που πραγματοποιείται από ερευνητές του Πανεπιστημίου Πατρών.

«Ο Σπύρος με παίρνει επανειλημμένα τηλέφωνο για να τα ξαναβρούμε· όχι επειδή με αγαπά ή του λείπω, αλλά για λόγους πρακτικούς, για τα έξοδα και για τα παιδιά μας», λέει η 64χρονη Κατερίνα, που το 2015 πήρε την απόφαση να φύγει από το σπίτι, καθώς ένιωθε πλέον συναισθηματικά και ιδεολογικά προδομένη από τον σύζυγό της. Είχε προηγηθεί προσπάθεια επίλυσης των διαφορών με τη βοήθεια συμβούλου γάμου, η οποία δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα. «Αυτό που πραγματικά με βοήθησε να απελευθερωθώ και να καταλάβω τι είναι καλύτερο για μένα ήταν η ψυχοθεραπεία – ξεκίνησα αφότου έχασα και τους δύο μου γονείς», σημειώνει η ίδια. Η Κατερίνα ήταν Αθηναία που βρέθηκε ως φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, με προοπτική να συνεχίσει τις σπουδές της στη Γαλλία, στην Καλών Τεχνών. Η γνωριμία με τον Σπύρο έγινε στο πλαίσιο φοιτητικής οργάνωσης. «Δεν ήταν έρωτας, εξ ου και γίναμε ζευγάρι έξι μήνες αργότερα». «Είχαμε μια κοινή ιδεολογία και αυτό μας ένωνε».

Μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού και αφού ο Σπύρος τελείωσε τον στρατό, το νεαρό ζευγάρι αποφάσισε να μετακομίσει στον τόπο καταγωγής εκείνου. «Την ημέρα της μεγάλης διαδήλωσης πριν από τις εκλογές του ’81, την εποχή δηλαδή που ο Ανδρέας Παπανδρέου υπερθεμάτιζε για την αξία της αποκέντρωσης, του τηλεφώνησε ένας φίλος του από το χωριό και του είπε “έλα εδώ να κάνουμε δουλειές, ο τόπος είναι παρθένος”». Παρά τις ενστάσεις των πεθερικών και την περιουσία της Κατερίνας στην Αθήνα, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στα μέρη του Σπύρου στη Θεσσαλία. «Ήταν μια περίεργη, ανεξήγητη αισιοδοξία, που οφειλόταν στο νεαρό της ηλικίας μας αλλά και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, στην πίστη σε μια αλλαγή που θα ερχόταν», εκτιμά σήμερα η 63χρονη γυναίκα, που αναγνωρίζει τις παθογένειες με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπη η γενιά της. «Στα 20 ήμουν, κακά τα ψέματα, ένα “εύκολο θύμα”, με είχαν αναθρέψει με τις παιδαγωγικές μεθόδους του ’50 και του ’60, ο πατέρας μου ήταν αυστηρός και πολύ θρήσκος. Ασυνείδητα ήθελα να επαναστατήσω. Αναζήτησα, λοιπόν, έναν σύντροφο με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, κάτι που αποδείχθηκε συν τω χρόνω αυταπάτη».

Οι άνθρωποι αλλάζουν

Στα 40 χρόνια που μεσολάβησαν, είτε ο Σπύρος μεταμορφώθηκε, «έγινε παραδοσιακός με την απολύτως κακή έννοια», είτε η Κατερίνα είδε καθαρά τον χαρακτήρα του. «Είχαμε εντελώς διαφορετική νοοτροπία, εκείνος προέτασσε σε όλες τις συνθήκες τα χρήματα, ήθελε όλα τα περιουσιακά στοιχεία να είναι στο όνομά του. «Ως προς την ανατροφή των παιδιών, είχαμε διαμετρικά αντίθετες απόψεις· ο άνθρωπος που κάποτε δήλωνε αριστερός δεν επέτρεψε στα παιδιά να σπουδάσουν αυτό που είχαν επιλέξει και εν συνεχεία δρομολογούσε αφενός η κόρη μας να παντρευτεί κάποιον εύπορο συμπατριώτη του, αφετέρου ο γιος μας να ασχοληθεί αποκλειστικά με τα χωράφια της οικογένειας». Έχοντας την υποστήριξη της μητέρας τους, τα παιδιά ακολούθησαν τους δικούς τους δρόμους. «Δεν πίστευε στην αξία τους, τα υποτιμούσε συστηματικά», λέει με πικρία. «Αυτό άλλωστε έκανε και με εμένα».

Τα παιδιά, άνω των 40 ετών σήμερα, γνώριζαν βέβαια ότι η κατάσταση μεταξύ των γονιών τους ήταν εκρηκτική, ωστόσο αιφνιδιάστηκαν με τον χωρισμό τους. «Η κόρη μου έλεγε πάντοτε “εγώ σας ένωσα κάποτε, εγώ θα σας χωρίσω”, όμως της κακοφάνηκε όταν συνέβη· το ίδιο και στον γιο μου. Ωστόσο, το μόνο που αλλάζει στη δική τους καθημερινότητα είναι ότι πρέπει να κάνουν ένα δεύτερο τηλεφώνημα». Στα χρόνια που ζουν ως χωρισμένοι, ο Σπύρος πήρε πολύ βάρος και έκανε ένα σοβαρό χειρουργείο ανοιχτής καρδιάς. «Συμπαραστάθηκα σε ανθρώπινο επίπεδο, αλλά έως εκεί. Ζω σε 65 τ.μ. με μια σύνταξη 760 ευρώ, αλλά είμαι πολύ ευχαριστημένη. Πάω στο γυμναστήριο, στη χορωδία, σε παραδοσιακούς χορούς και όποτε μπορώ κατεβαίνω στην Αθήνα και προσέχω τα εγγόνια μου». Η μοναξιά, που στα 22 της χρόνια τη φόβιζε, σήμερα δεν την πτοεί. «Αντίθετα, την απολαμβάνω κιόλας».

Ένα δυναμικό φαινόμενο

«Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων είναι οι γυναίκες που παίρνουν την απόφαση να χωρίσουν», σημειώνει ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης και Κοινωνικής Εργασίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Μανόλης Μέντης, ο οποίος τους τελευταίους μήνες διερευνά τα «γκρι διαζύγια». Ο ίδιος μαζί με την υποψήφια διδάκτορα, κοινωνική λειτουργό – ψυχοθεραπεύτρια Μαριλένα Μαυροειδή έχουν συνομιλήσει με δεκάδες άτομα που χώρισαν μετά τη μέση ηλικία και ζουν σε αστικά κέντρα αλλά και εκτός αυτών. «Επιβεβαιώσαμε ότι δεν πρόκειται για μια τάση που παρατηρείται μόνο στη Δύση, αλλά για ένα δυναμικό φαινόμενο, εν εξελίξει, στην Ελλάδα», διευκρινίζει ο κ. Μέντης. Αν και επικρατεί η διάχυτη αίσθηση ότι πολλά ζευγάρια μεγαλύτερων ηλικιών ζουν εν διαστάσει, χωρίς όμως να προχωρούν σε νομική κατοχύρωση του χωρισμού για λόγους οικονομικούς ή κληρονομικούς, φαίνεται ότι τελικά πολλοί είναι και εκείνοι που χωρίζουν «με τη βούλα».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό των διαζυγίων στη χώρα μας δείχνει να σταθεροποιείται (42,4% των γάμων το 2024), αυξάνονται ωστόσο τα διαζύγια σε μεγαλύτερες ηλικίες. Τα δε «γκρι διαζύγια» αποδεικνύονται «διαταξικά». «Καταγράφονται εξίσου συχνά μεταξύ ανθρώπων με συντάξεις των 400 και 500 ευρώ, αλλά και σε πραγματικά εύπορα ζευγάρια», απαντά στο εύλογο ερώτημα ο κ. Μέντης. «Τις περισσότερες φορές οι γυναίκες είναι οικονομικά ανεξάρτητες, όμως συναντήσαμε και κάποιες με τόσο τσαγανό, που το αποφάσισαν χωρίς δικά τους έσοδα». Φαίνεται, επιπλέον, ότι στις κλειστές κοινωνίες τείνουν τα ζευγάρια συχνότερα να επισημοποιούν τον χωρισμό. «Ίσως για να μην ειπωθεί ότι κρατούν τυπικά έναν γάμο μόνο για να επωφεληθούν από κάτι, δεδομένου ότι τίποτα δεν μένει κρυφό στα μικρά μέρη», σχολιάζει η κ. Μαυροειδή.

«Η μέση ηλικία αποτελεί ένα ορόσημο στη ζωή μας και συνδέεται με πολλές αλλαγές, εκ των οποίων μπορεί να είναι και ένας χωρισμός», συνεχίζει η ίδια θέλοντας να δώσει μια πρώτη ερμηνεία. «Σαφώς δεν μπορούμε να μελετήσουμε το φαινόμενο χωρίς να λάβουμε υπόψη μας το σύνδρομο της άδειας φωλιάς, που κατατρύχει τους μεσήλικες όταν τα παιδιά τους μεγαλώνουν και φεύγουν από το σπίτι, τη συνταξιοδότηση με όλες τις αλλαγές που επιφέρει, αλλά και την αδιαμφισβήτητη αύξηση του προσδόκιμου ζωής», προσθέτει ο κ. Μέντης. Κάπου εδώ υπεισέρχεται και ο φόβος του θανάτου. «Όταν ζεις μια ζωή αβίωτη, όταν συνειδητοποιείς ότι δεν είναι αυτή που ονειρευόσουν νεότερος, αυτό εντείνει τον φόβο του θανάτου», παρατηρεί η κ. Μαυροειδή. Άλλοι, «άνδρες-κουβαλητές», πεπεισμένοι ίσως ότι έχουν τακτοποιήσει υλικά την οικογένειά τους, μπορεί να θελήσουν να αποκοπούν από αυτή για να απολαύσουν τα κεκτημένα τους.

Αυτό που θέλουν οι γυναίκες

Στην Ελλάδα, ωστόσο, το «γκρι διαζύγιο» θυμίζει περισσότερο μια σιωπηλή γυναικεία επανάσταση. «Οι γυναίκες χωρίζουν για να μη νιώθουν πλέον μόνες μέσα σε έναν γάμο», παρατηρεί η κ. Μαυροειδή. «Η συντροφικότητα πιθανότατα υπήρχε αρχικά, αλλά στην πορεία εξαλείφθηκε». Η κατάλληλη συγκυρία για τη… μεγάλη έξοδο μοιάζει να έρχεται μετά τα 50. «Μια γυναίκα, για παράδειγμα, συνταξιοδοτείται, νιώθει οικονομικά ανεξάρτητη, υπολογίζει ότι έχει μπροστά της τουλάχιστον 20 χρόνια ζωής, τα οποία θέλει να τα χαρεί, καθώς δεν έχει πλέον πιεστικές υποχρεώσεις», αναφέρει ο κ. Μέντης. Δεν είναι μόνο τα παιδιά που έχουν απαλλάξει από έγνοιες τις μαμάδες τους, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς τους, οι οποίοι πιθανότατα δεν βρίσκονται πια εν ζωή. «Αυτό συνεπάγεται μια μεγάλη απελευθέρωση για τους 50άρηδες και τους 60άρηδες, καθώς συνυπολόγιζαν την επίκριση που θα δέχονταν από την προηγούμενη γενιά για ένα διαζύγιο», σημειώνει ο κ. Μέντης. «Δεν είναι, επίσης, λίγες οι φορές, ειδικά στην επαρχία, που άνθρωποι ηλικίας σήμερα 60 ετών έχουν παντρευτεί καθ’ υπόδειξιν της οικογένειάς τους, δηλαδή με προξενιό. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους οι περίφημοι Baby boomers της ελληνικής επαρχίας καταπιέστηκαν».

Πρόκειται, όμως, και για μια πρακτική απελευθέρωση: Οι κόρες αναλαμβάνουν συνηθέστερα να γηροκομήσουν τους γονείς τους και, αν εκείνοι έχουν «φύγει» και ταυτόχρονα τα παιδιά τους έχουν ενηλικιωθεί και έχουν ανοίξει τα φτερά τους, οι γυναίκες βρίσκονται ξαφνικά ελεύθερες και κοιτάζουν πλάι τους ποιος στέκεται και με τι διάθεση. Ως επί το πλείστον, αντικρίζουν έναν σύντροφο κουρασμένο, βαριεστημένο. «Οι περισσότερες γυναίκες, στις διαπροσωπικές συνεντεύξεις, μου περιγράφουν έναν πρότερο βίο που δεν ήταν ένας βίος μοιράσματος, τουλάχιστον όχι δίκαιου μοιράσματος», λέει ο κ. Μέντης. Εμφανίζονται, λοιπόν, διατεθειμένες να αποκαταστήσουν αυτή την παγιωμένη αδικία. «Επιζητούν μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή».

Τι περιλαμβάνει η δεύτερη ευκαιρία;

«Πολλές γυναίκες συνεχίζουν τις σπουδές που είχαν διακόψει για να κάνουν οικογένεια και θέλουν να ζήσουν όσα, κυρίως λόγω παιδιών, δεν είχαν θέσει ως προτεραιότητα». Τρίτα πρόσωπα φαίνεται ότι παίζουν ελάχιστο ρόλο. «Κανείς δεν μας ανέφερε την απιστία της άλλης πλευράς ή τα δικά τους συναισθήματα για ένα άλλο άτομο ως λόγο χωρισμού», αναφέρει η κ. Μαυροειδή. «Οι περισσότερες γυναίκες απαντούν ότι δεν ξέρουν καν αν ο άνδρας τους διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση». Αυτό, ωστόσο, που αναφέρεται συνεχώς από τις γυναίκες ως λόγος φθοράς της σχέσης είναι η συνεχής φροντίδα του άνδρα συζύγου. «Όλες μιλούν για γάμους στους οποίους είχαν τον ρόλο της φροντίστριας· ήταν μαμάδες των παιδιών που γέννησαν και των ανδρών τους», περιγράφει η κ. Μαυροειδή. Αυτός ο διαχωρισμός ρόλων φαίνεται να συμβάλλει στην κόπωση, γι’ αυτό άλλωστε οι συμμετέχουσες στην έρευνα δηλώνουν αρνητικές στην προοπτική νέας δέσμευσης. «Δεν επιθυμούν έναν νέο γάμο, γιατί δεν θέλουν να γίνουν και πάλι φροντίστριες». Φαίνεται ότι, συνειδητά ή ασυνείδητα, συνδέουν τη δέσμευση με την παροχή φροντίδας. «Οι γυναίκες θέλουν να τις βλέπει το έτερον ήμισυ out of the box, όχι μόνο ως μάνες ή φροντίστριες, αλλά και ως γυναίκες», παρατηρεί ο κ. Μέντης. «Ευελπιστώ ότι η επόμενη γενιά γυναικών θα είναι πιο διεκδικητική και θα αντιστρέψει αυτόν τον παγιωμένο ρόλο».

Αυτό το σχήμα, βέβαια, δρα αντίστροφα στους άνδρες. «Εκείνοι δεν θέλουν να φύγουν από τον γάμο, διότι δεν θέλουν να χάσουν τη φροντίδα», εξηγεί η κ. Μαυροειδή. «Για τη δική τους ιδιοσυγκρασία είναι ζωτικής σημασίας να έχουν κάποιον να τους “κοιτάζει”». Εξ ου και όταν τελικά χάνουν τον φροντιστή τους, οι συνέπειες είναι σοβαρές. «Έχει αποδειχθεί ότι οι άνδρες, άπαξ και μείνουν μόνοι και αποκομμένοι, εκδηλώνουν καρδιαγγειακά προβλήματα, θρομβώσεις ή έναρξη άνοιας με ραγδαία εξέλιξη». Γι’ αυτό και τείνουν να επαναδεσμευτούν.

Ο Βασίλης «έκανε κουπί»

Στις ανθρώπινες σχέσεις, βέβαια, δεν υπάρχουν κανόνες. Πριν από δέκα χρόνια, ο Βασίλης, 59 ετών σήμερα, αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα με αρρυθμίες στην καρδιά. «Ο καρδιολόγος δεν μπορούσε να το αποδώσει κάπου, οι αιματολογικές μου εξετάσεις ήταν καλές, δεν είχα επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό, εγώ όμως ήξερα ότι οφειλόταν στην κατάσταση στο σπίτι», εξηγεί σήμερα ο ίδιος. Ο Βασίλης είχε παντρευτεί στα 28. «Ήταν μια καλοκαιρινή γνωριμία που εξελίχθηκε σε σχέση, δεν ήταν κάποιος μεγάλος έρωτας, αλλά ήμασταν συμβατοί και αγαπημένοι». Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε εκτός Αθήνας, σε τόπο κοινής καταγωγής, και σύντομα απέκτησε δύο παιδιά. Ο ίδιος ως μηχανικός δραστηριοποιήθηκε τοπικά, η σύζυγος πηγαινοερχόταν στην Αθήνα ως υψηλόβαθμη δημόσια υπάλληλος. Τα πρώτα σύννεφα εμφανίστηκαν μετά τη γέννα του πρώτου παιδιού.

«Πίστεψα ότι εκδήλωσε επιλόχειο κατάθλιψη, γι’ αυτό και της έδωσα πολύ χρόνο για να το ξεπεράσει. Η ίδια είχε αρνηθεί να δεχθεί βοήθεια. Συν τω χρόνω, όμως, διαπίστωνα ότι είχε αλλάξει ως προσωπικότητα με τρόπο οριστικό». Η νεαρή γυναίκα ήταν απούσα από το σπίτι, δήλωνε ότι την απορροφούσε η εργασία της και δεν είχε χρόνο για άλλες υποχρεώσεις. «Ξυπνούσα από τις 3 π.μ., έκανα την πρώτη φάση της δουλειάς μου, επέστρεφα στο σπίτι στις 7 π.μ. για να ετοιμάσω πρωινό στα παιδιά και να τα πάω σχολείο, και πάλι εγώ τα παραλάμβανα το μεσημέρι. Σε κάθε διαδρομή λέγαμε ένα συγκεκριμένο παιδικό τραγούδι, θέλοντας να ενισχύσω τον μικρό μου που είχε διαγνωστεί με δυσλεξία». Στο σπίτι δεν υπήρχαν συγκρούσεις, καθώς ο Βασίλης τις απέφευγε. «Εκείνη δεν ήθελε σχέσεις με τους δικούς μου, ενώ, όσο ανέβαινε στην ιεραρχία της δουλειάς της, έπαψε να λέει ακόμα και καλημέρα στη γειτονιά», προσθέτει. Ψυχικά και σωματικά είχαν αποξενωθεί. «Της έλεγα πολλές φορές “είμαστε πάνω σε μια βάρκα, αλλά νιώθω ότι μόνο εγώ κάνω κουπί και έτσι δεν φτάνουμε πουθενά”. Δεν φαινόταν όμως διατεθειμένη να συμμετάσχει κάπως στην οικογενειακή μας ζωή, αντίθετα είχε πολλές εκρήξεις προς τα παιδιά, γινόταν βίαιη ακόμα και σωματικά· εξ ου και ήθελα να είμαι πάντα παρών για να προλαβαίνω καταστάσεις». Το 2020, βοηθούσης και της καραντίνας, το ποτήρι ξεχείλισε. «Τσακωθήκαμε και έφυγα από το σπίτι. Επειδή το είχα ξανακάνει και είχα γυρίσει, είχε τη σιγουριά ότι δεν το εννούσα. Δεν επέστρεψα όμως». Η ενημέρωση των παιδιών έγινε «άτσαλα» («τους τα εξήγησα στο τηλέφωνο»), ωστόσο ο Βασίλης παραχώρησε το σπίτι ιδιοκτησίας του, ώστε να ζήσει η μητέρα με τον γιο για έναν χρόνο, έως ότου το παιδί αποφοιτήσει από το λύκειο.

«Η πρώην σύζυγος έβλεπε τα παιδιά ως μέρος της δημόσιας εικόνας της: όταν έπαιρναν καλούς βαθμούς τα καμάρωνε, αλλά όταν είχαν δυσκολίες, τα άφηνε μόνα», παρατηρεί σήμερα. «Εγώ δεν είχα μάθει να βάζω όρια ούτε να λέω όχι, αυτά ήταν λάθη που συνειδητοποίησα σιγά σιγά και με τη βοήθεια ψυχολόγου», λέει στο «Κ». Σήμερα, το ζευγάρι έχει πλέον χωρίσει, ζει σε διαφορετικά σπίτια, αλλά στην ίδια πόλη, τα παιδιά σπουδάζουν μακριά. «Λίγους μήνες μετά τον χωρισμό, μου έστειλε ο γιος μου ένα μήνυμα που με συγκλόνισε: “Μπαμπά, τώρα κατάλαβα τον ρόλο σου, ζούσες μέσα στη μαυρίλα και προσπαθούσες να μας πείσεις ότι ήταν λιακάδα”». Ο Βασίλης σήμερα νιώθει αισιόδοξος και έτοιμος ακόμα και για μια νέα αρχή στα προσωπικά του. «Έμαθα να προσέχω και να αγαπώ τον εαυτό μου, κάνω γυμναστική, οι καρδιολογικές μου εξετάσεις είναι και πάλι άψογες, το διαζύγιο ήταν η καλύτερη απόφαση που πήρα». Ο ίδιος ομολογεί ότι, αν και ειλημμένη ως απόφαση, την καθυστέρησε συνειδητά «για χάρη των παιδιών».

Το πρόβλημα στην Ελλάδα

Πολλές φορές, όπως και στην περίπτωση του Βασίλη, παρατηρείται μια χρονική περίοδος «επώασης» του χωρισμού, καθώς η συναισθηματική αποξένωση προηγείται του διαζυγίου. «Οι περισσότεροι έχουν άγχος και θλίψη στη διάρκεια του χωρισμού, αλλά μετά το πέρας αυτού, και όσο απομακρύνονται χρονικά, νιώθουν καλύτερα και αναπτερώνεται το ηθικό τους», παρατηρεί η κ. Μαυροειδή. «Όσοι αργότερα εκδηλώνουν θλίψη, φαίνεται ότι αυτή πλέον δεν οφείλεται στον πάλαι ποτέ σύντροφο και τον γάμο που δεν πέτυχε, αλλά σε δικά τους, προσωπικά θέματα, άσχετα με το διαζυγίου».

Τα παιδιά δεδομένης της ηλικίας τους ενημερώνονται για την προοπτική χωρισμού των γονιών τους. «Αν η σχέση ήταν κακοποιητική και αυτό το βίωναν και τα παιδιά, δεν φέρνουν αντιρρήσεις. Αν όμως δεν ήταν εμφανώς κακοποιητική, δεν αποκλείεται να αντιδράσουν έντονα», περιγράφει ο κ. Μέντης. Παρά το γεγονός ότι τα παιδιά είναι ενήλικα και κατά το μάλλον ή ήττον αυτόνομα, η νέα οικογενειακή κατάσταση μπορεί να επιφέρει πλήγμα. «Θα χάσουν οικονομικά και κοινωνικά, δεν αποκλείεται να προκύψουν νέα πρόσωπα στην οικογένεια, όπως αδελφάκια, ειδικά από τους πατεράδες», επισημαίνει ο κ. Μέντης. «Πώς θα το διαχειριστούν αυτό συναισθηματικά αλλά και πρακτικά, καθώς αυτό σημαίνει εκ νέου μοίρασμα μιας περιουσίας;»

Ένα διαζύγιο βέβαια σε προχωρημένη ηλικία, πέρα από την εσωτερική απελευθέρωση που ενδεχομένως θα προσφέρει στους δύο εμπλεκομένους, ενδέχεται να τους φέρει αντιμέτωπους με τη μοναξιά. «Δεν αποκλείεται να χρειαστεί να κάνουν νέους φίλους, γιατί θα διαρραγεί το κοινωνικό τους δίκτυο. Οι έρευνες αποδεικνύουν ότι μετά τα 50 δυσκολευόμαστε να συνδεθούμε φιλικά με νέα πρόσωπα· αυτό, βέβαια, ισχύει για τους άνδρες, οι γυναίκες είναι πιο ευέλικτες». Η υποστήριξη θα περιοριστεί και ενδοοικογενειακά, δεδομένου ότι ο παππούς και η γιαγιά θα ζουν χώρια. «Θα δυσκολευτούν τα παιδιά τους να τους φροντίσουν όταν θα χρειαστεί, όπως αντίστοιχα και για εκείνους θα είναι σύνθετο να βοηθήσουν στο μεγάλωμα των εγγονιών», παρατηρεί ο κ. Μέντης, υπενθυμίζοντάς μας τον τρόπο λειτουργίας της οικογένειας στις μεσογειακές χώρες, όπως η Ελλάδα. «Θα προκύψει σοβαρό έλλειμμα φροντίδας, σε μια χώρα χωρίς υποδομές για ηλικιωμένους και παιδιά και χωρίς εν γένει σύστημα πρόνοιας, όπου τα οικονομικά προβλήματα είναι πολλά και η κοινωνική υποστήριξη επιβεβλημένη».

Η άνοδος των «γκρι διαζυγίων»

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 οι άνδρες ηλικίας 60-64 ετών που χώρισαν ήταν 1.143 και οι άνω των 65 ετών ήταν 1.322. Την ίδια χρονιά οι γυναίκες 60-64 ετών που χώρισαν ήταν 665 και οι άνω των 65 ήταν 636. Το 2017 είχαν χωρίσει 846 άνδρες 60-64 ετών, 420 ηλικίας 64 έως 69, 208 ηλικίας 70 έως 74 ετών και 138 άνδρες άνω των 75 ετών. Στις γυναίκες που χώρισαν το 2017, 398 ήταν 60-64 ετών, 227 ήταν 64-69 ετών, 83 ήταν 70-74 ετών και 43 ήταν άνω των 75. Υπολογίζεται ότι ο πραγματικός αριθμός είναι ακόμα μεγαλύτερος, καθώς πολλοί ζουν εν διαστάσει χωρίς να πάρουν επίσημα διαζύγιο.

Στις ΗΠΑ, το 2022 ένα στα δέκα άτομα που έπαιρναν διαζύγιο ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω (Brown & Lin, 2022). Το ποσοστό των άνω των 65 ετών που ήταν διαζευγμένοι το 2022 (15,2%) ήταν σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με το επίπεδο του 1990 (5,2%). (National Center for Family and Marriage Research)

Σύμφωνα με τους New York Times, από την πανδημία και έπειτα περίπου το 40% όσων χωρίζουν στις ΗΠΑ είναι άνω των 50 ετών.

Το 2023, σύμφωνα με το Pew Research Center, το 14% ατόμων που διένυαν τη δεκαετία των 60 και το 12% ηλικίας 70 και άνω έκαναν χρήση εφαρμογής γνωριμιών.

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ