Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα οι ψηφοφόροι στο Ισραήλ για τις πρώτες βουλευτικές εκλογές μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε και οδήγησε στην καταστροφή της Λωρίδας της Γάζας, με 74.000 νεκρούς. Το αποτέλεσμα της αναμέτρησης θα καθορίσει την κατεύθυνση της ισραηλινής πολιτικής και τις εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Η αντιπολίτευση επέλεξε να εστιάσει στην ευθύνη του Νετανιάχου για τις ελλείψεις ασφαλείας που οδήγησαν στην 7η Οκτωβρίου, στα οικονομικά του σκάνδαλα, στις προσπάθειές του να εξαιρέσει από τη στράτευση τους ορθόδοξους Εβραίους συμπολίτες του και στη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης, χαρακτηριζόμενη ως επίθεση στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Απούσα από την προεκλογική εκστρατεία ήταν κάθε ουσιαστική μνεία ή ανάλυση για την ισραηλινή στρατιωτική τακτική στον πόλεμο στη Γάζα, την de facto κατοχή του νότιου Λιβάνου και συριακών εδαφών και τους δύο πολέμους που εξαπέλυσε το Ισραήλ κατά του Ιράν.
Ζοφερές παραμένουν οι προοπτικές για τους Παλαιστινίους, καθώς και τα δύο πολιτικά μπλοκ στις εκλογές στηρίζουν το κίνημα των εβραϊκών εποικισμών στη Δυτική Οχθη, αντιτίθενται στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους και δεν σχεδιάζουν να αναβιώσουν την ειρηνευτική διαδικασία.
Ο ανταποκριτής των New York Times στην Ιερουσαλήμ Ντέιβιντ Χάφμπινγκερ εξηγεί: «Το ερώτημα αφορά το εάν το Ισραήλ θα είναι μια δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία με εβραϊκό άρωμα ή μια ορθόδοξη εβραϊκή χώρα που διεξάγει ενίοτε εκλογές, αλλά έχει περισσότερα κοινά με την Τουρκία ή την Ουγγαρία. Ο Νετανιάχου είναι ο πιο ταλαντούχος πολιτικός στην ιστορία της χώρας. Είναι ικανός να επανεκλεγεί παρότι δικάζεται για διαφθορά, συμμαχεί με αντιπαθή στο κοινό και εξτρεμιστικά κόμματα και επέτρεψε να γίνει η σφαγή της 7ης Οκτωβρίου».
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο πρωθυπουργός προσπάθησε να μεταθέσει την ευθύνη των ελλείψεων ασφαλείας στην επίθεση του 2023 στους επιτελείς του στρατού και στην υπηρεσία κρατικής ασφάλειας Σιν Μπετ, επαινώντας την ίδια ώρα το στράτευμα για τις «επιχειρησιακές επιτυχίες του» στη Γάζα, στον νότιο Λίβανο και στους πολέμους κατά του Ιράν.
Οι επικριτές του πρωθυπουργού τον κατηγορούν για απόπειρα απόσεισης των ευθυνών του εμποδίζοντας τη διεξαγωγή επίσημης έρευνας για την 7η Οκτωβρίου και αποτυγχάνοντας να εξασφαλίσει «ολοκληρωτική νίκη» –όπως συχνά είχε δεσμευθεί– κατά των εχθρών της χώρας.
Στις εκλογές συμμετέχουν 36 κόμματα, με τις σφυγμομετρήσεις να εκτιμούν ότι 11 με 13 από αυτά θα εξασφαλίσουν το ελάχιστο ποσοστό 3,25% των ψήφων για είσοδο στην Κνεσέτ. Των δύο μεγάλων μπλοκ ηγούνται το Λικούντ του Νετανιάχου και το Γιασάρ, το νέο κεντρώο σχήμα υπό τον πρώην επικεφαλής του στρατού Γκάντι Αϊζενκοτ.
Σε αυτόν τον άτυπο, ετερόκλητο συνασπισμό υπό το Γιασάρ συμμετέχουν οι Δημοκράτες, διάδοχοι των Εργατικών, υπό τον πρώην υπαρχηγό του στρατού Γιαΐρ Γκολάν, το Γιζραέλ Μπεϊτενού του ακροδεξιού πρώην υπουργού Οικονομικών Αβίγκντορ Λίμπερμαν και η συμμαχία Μαζί του εξίσου συντηρητικού πρώην πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ, στην οποία προσχώρησε ο επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ.
Στον κυβερνητικό συνασπισμό υπό το Λικούντ συμμετέχουν και αναμένεται να έχουν παρουσία στη νέα Κνεσέτ τα ακροδεξιά υπερορθόδοξα κόμματα Ενωμένη Εβραϊκή Τορά και Σας, καθώς και το κοσμικό εθνικιστικό, αλλά εξίσου ακραίο, Οτσμά Γεχουντίτ του υπουργού Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ.
Δύσκολη αναμένεται η αποστολή στις εκλογές για το κόμμα Θρησκευτικός Σιωνισμός του υπουργού Οικονομικών και αρχιτέκτονα της μελλοντικής επέκτασης των εποικισμών στα Κατεχόμενα Μπεζαλέλ Σμότριχ. Παρότι οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τον Μπεν Γκβιρ να εξασφαλίζει με ευκολία έδρες στην Κνεσέτ, το πολιτικό μέλλον του Σμότριχ μοιάζει να απειλείται, με το κόμμα του να μην εξασφαλίζει το αναγκαίο ποσοστό του 3,25% για εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο.
Η ιδεολογική πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης απειλεί τις ελπίδες σχηματισμού κυβέρνησης από τα κόμματα υπό τον Αϊζενκοτ, με τους Μπένετ και Λίμπερμαν, εκπροσώπους της δεξιάς πτέρυγας της συμμαχίας και επίδοξους πρωθυπουργούς, να μην έχουν καν ανακοινώσει επίσημα τη στήριξή τους στον επικεφαλής του άτυπου συνασπισμού τους μέχρι χθες το βράδυ.
Η ανάδειξη νέας κυβέρνησης αναμένεται να κριθεί από την κοινοβουλευτική δύναμη μικρότερων κομμάτων, με τη συμμετοχή των ψηφοφόρων να αναδεικνύεται σε κρίσιμο διακύβευμα της διαδικασίας.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά έτσι και η ψήφος των Παλαιστίνιων πολιτών του Ισραήλ, που αποτελούν ποσοστό 20% του εκλογικού σώματος, αλλά καταγράφουν παραδοσιακά μεγάλα ποσοστά αποχής. Στις εκλογές του 2022 η αραβική συμμετοχή έφθασε στο 53,2%, με το εθνικό ποσοστό συμμετοχής να βρίσκεται στο 70%. Στη σημερινή αναμέτρηση οι σφυγμομετρήσεις έδιναν ποσοστό συμμετοχής της τάξης του 60% και πλέον για τους Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ.
Σκληρή γραμμή για το παλαιστινιακό ζήτημα επέλεξε προεκλογικά το σύνολο των υποψηφίων στις σημερινές εκλογές. Την περασμένη εβδομάδα ο Νετανιάχου είπε: «Θα εκπληρώσουμε τη δέσμευσή μας ότι δεν υπάρξει ποτέ παλαιστινιακό κράτος. Αυτή η γη μας ανήκει».
Δύο ημέρες αργότερα, ο επικρατέστερος αντίπαλος του «Μπίμπι», Γκάντι Αϊζενκοτ, έλεγε: «Η θέση μου στο παλαιστινιακό ζήτημα παραμένει σταθερή: η αρχή των δύο κρατών είναι λανθασμένη». Πιο ήπιες, αλλά αντίστοιχες θέσεις εξέφρασε και ο επικεφαλής των Δημοκρατών, Γιαΐρ Γκολάν: «Η ισραηλινή κοινωνία βιώνει ακόμη το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου. Είναι αδύνατο να μεταπηδήσουμε από την παρούσα κατάσταση στη λύση των δύο κρατών. Η επιστροφή σε παλιές λύσεις δεν είναι αρκετή».
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.