ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Τα στρατηγικά ναυάγια του Τραμπ και η νέα επικίνδυνη φάση του πολέμου

Ο Αμερικανός πρόεδρος επαναφέρει τα αεροπορικά πλήγματα και τον ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο της κρίσιμης θαλάσσιας οδού

Το νέο σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ για την ανάκτηση του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ, μέσω νέων πληγμάτων και της επαναφοράς του ναυτικού αποκλεισμού, αποτελεί την τρίτη σημαντική αλλαγή στη στρατηγική του, καθώς αναζητεί τρόπο να ανατρέψει τα δεδομένα στον πόλεμο με το Ιράν που διαρκεί σχεδόν πέντε μήνες.

Ο Τραμπ έχει δοκιμάσει αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις, έναν ναυτικό αποκλεισμό και πλέον τη στοχευμένη χρήση στρατιωτικής ισχύος, προκειμένου να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί τους όρους του. Ωστόσο, το Ιράν εκμεταλλεύεται τη γεωγραφική του θέση δίπλα σε μία από τις σημαντικότερες οδούς εξαγωγής πετρελαίου στον κόσμο, προκειμένου να αψηφήσει την Ουάσιγκτον και να ενισχύσει την επιρροή του σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Μια διαρκής ειρήνη μοιάζει να είναι δύσκολα εφικτή, εκτιμούν πρώην αξιωματούχοι, καθώς κάθε πλευρά αποσκοπεί στο να επικρατήσει μακροπρόθεσμα σε μια δοκιμασία των αντοχών και της πολιτικής βούλησης, η οποία ενδέχεται να σημαδέψει το υπόλοιπο της προεδρίας Τραμπ, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου έως τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

«Εχουμε πλέον εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο φθοράς. Και οι δύο πλευρές προσπαθούν να εξωθήσουν» τον αντίπαλο πέρα από τα όρια αντοχής του, δήλωσε ο Κένεθ Πόλακ, αντιπρόεδρος του Middle East Institute και πρώην αναλυτής της CIA. «Τέτοιου είδους πόλεμοι μπορούν να συνεχίζονται επ’ αόριστον».

«Βρισκόμαστε σε μια νέα φάση του πολέμου»

Καθώς οι συγκρούσεις συνεχίζονται, η πορεία του πολέμου θα διαμορφωθεί από τις προσπάθειες του Ιράν να ανασυγκροτήσει τις πυραυλικές του δυνάμεις και την αεράμυνά του, αλλά και από την ικανότητα των ΗΠΑ να συνεχίσουν να πλήττουν στόχους.

«Βρισκόμαστε σε μια νέα φάση του πολέμου», δήλωσε ο Βαλί Νασρ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς και ειδικός σε θέματα σχετικά με το Ιράν. «Πρόκειται ουσιαστικά για μια μάχη διαπραγματευτικής ισχύος. Δεν είναι μια μάχη για το καθεστώς».

«Σε τελική ανάλυση, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αναγκάσουν το Ιράν να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα ή να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους για τον τερματισμό του πολέμου, όσο οι Ιρανοί διατηρούν τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ», πρόσθεσε. «Και το Ιράν προσπαθεί να διαφυλάξει το διαπραγματευτικό του πλεονέκτημα, αποδεικνύοντας ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ανακαταλάβουν τα Στενά διά της βίας».

Οι αρχικές προβλέψεις Τραμπ

Η κυβέρνηση Τραμπ δεν υπολόγιζε ότι θα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια σύγκρουση χωρίς σαφές τέλος, όταν στα τέλη Φεβρουαρίου αποφάσισε να συμμετάσχει στη στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ με στόχο την εξόντωση της ιρανικής ηγεσίας και την αποδυνάμωση του οπλοστασίου βαλλιστικών πυραύλων και εκτοξευτών της χώρας.

Ο Τραμπ παρουσίασε ως ιδιαίτερα πιθανή μια αποφασιστική νίκη ήδη από την πρώτη νύχτα της επιχείρησης, όταν εξήρε τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ και κάλεσε τις ιρανικές δυνάμεις να καταθέσουν τα όπλα, διαφορετικά θα αντιμετώπιζαν «βέβαιο θάνατο».

Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι το κύριο βάρος των συγκρούσεων θα μπορούσε να έχει ολοκληρωθεί μέσα σε τέσσερις έως έξι εβδομάδες, καθώς οι ιρανικές δυνάμεις βρίσκονταν αντιμέτωπες με έναν τεχνολογικά ανώτερο αμερικανικό στρατό, ο οποίος μπορούσε να επιχειρεί ανεμπόδιστα στον εναέριο χώρο της χώρας. Για πολλούς αναλυτές, επρόκειτο για την εκδοχή του Τραμπ του δόγματος «σοκ και δέος».

Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν όρια στο εύρος των ενεργειών του Πενταγώνου. Η χρήση χερσαίων δυνάμεων δεν αποτέλεσε ποτέ ελκυστική επιλογή για έναν πρόεδρο που είχε καταγγείλει τους «ατέρμονους πολέμους». Εάν το Ιράν επρόκειτο να ηττηθεί ή να οδηγηθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, οι μάχες θα έπρεπε να κερδηθούν στον αέρα και στη θάλασσα, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους.

Επειτα από πέντε εβδομάδες εντατικών αεροπορικών επιδρομών, ο Λευκός Οίκος κήρυξε κατάπαυση του πυρός με το Ιράν, ώστε να αρχίσουν τον Απρίλιο στο Ισλαμαμπάντ συνομιλίες μεταξύ του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς και κορυφαίων Ιρανών αξιωματούχων. Οταν, όμως, οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν, ο Τραμπ στράφηκε σε μια στρατηγική οικονομικής πολιορκίας, έναν θαλάσσιο αποκλεισμό.

«Με άμεση ισχύ, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, το καλύτερο στον κόσμο, θα αρχίσει τη διαδικασία αποκλεισμού όλων των πλοίων, ανεξαιρέτως, που επιχειρούν να εισέλθουν ή να εξέλθουν από τα Στενά του Ορμούζ», είχε γράψει τότε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η κίνηση αυτή είχε στόχο να πιέσει το Ιράν να εγκαταλείψει τις δικές του προσπάθειες παρεμπόδισης της διακίνησης πετρελαίου στον Περσικό Κόλπο και να συμμορφωθεί με τις αμερικανικές απαιτήσεις για περιορισμό του πυρηνικού του προγράμματος.

Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος σύντομα διαπίστωσε ότι ο αποκλεισμός μπορούσε να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι. Από τα Στενά του Ορμούζ διερχόταν το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Με τη θαλάσσια οδό κλειστή, τα αποθέματα πετρελαίου σε όλο τον κόσμο μειώνονταν, καθώς οι χώρες κατέφευγαν στα στρατηγικά τους αποθέματα.

Μια «τέλεια πολιτική καταιγίδα»

Αυτό ενίσχυσε το ενδεχόμενο μιας «τέλειας πολιτικής καταιγίδας», κατά την οποία οι τιμές του πετρελαίου θα αυξάνονταν όσο πλησίαζαν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, την ώρα που οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι πολλοί Αμερικανοί ήταν δυσαρεστημένοι με τον πόλεμο στο Ιράν.

Το μνημόνιο κατανόησης που συνήψαν οι ΗΠΑ με το Ιράν τον Ιούνιο, με στόχο την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την προετοιμασία συνομιλιών για τα πυρηνικά, φάνηκε αρχικά να αποτρέπει αυτούς τους πολιτικούς κινδύνους. Ενας από τους στόχους της κυβέρνησης Τραμπ, δήλωσε ο Βανς σε τηλεοπτική του εμφάνιση, ήταν να «αναπληρωθούν ορισμένα αποθέματα» πριν εξεταστούν περαιτέρω κινήσεις εξωτερικής πολιτικής.

Ωστόσο, μέσα σε λίγες ημέρες από την υπογραφή της προσωρινής ειρηνευτικής συμφωνίας, οι ΗΠΑ και το Ιράν συγκρούστηκαν για την ερμηνεία του μνημονίου. Ενώ οι αξιωματούχοι του Τραμπ θεωρούσαν ότι η συμφωνία επέτρεπε εκ νέου τη «ροή» πετρελαίου από τα Στενά, το Ιράν επέμενε ότι του εκχωρούσε τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού. Οι Φρουροί της Επανάστασης άνοιξαν επανειλημμένα πυρ κατά εμπορικών πλοίων που διέρχονταν από τα Στενά, εξωθώντας τις ΗΠΑ να απαντήσουν με αντίποινα.

Τη Δευτέρα ο Τραμπ ανακοίνωσε ακόμη μία αλλαγή στρατηγικής: εντατικοποίηση των αεροπορικών πληγμάτων και επαναφορά του αμερικανικού στρατιωτικού αποκλεισμού, ο οποίος θα εμπόδιζε τα πλοία να εισέρχονται ή να εξέρχονται από ιρανικά λιμάνια. Δήλωσε επίσης ότι οι ΗΠΑ θα λειτουργούσαν ως «φύλακας» των Στενών, επιβάλλοντας ένα τέλος 20% στα φορτία που θα διέρχονταν από τη θαλάσσια οδό. Μία ημέρα αργότερα απέσυρε την απαίτηση για την επιβολή του τέλους.

Ο Τραμπ έδωσε εντολές για πλήγματα σε ιρανικά ραντάρ, αντιπλοϊκούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη που η Τεχεράνη χρησιμοποιεί στην προσπάθειά της να ελέγξει τα Στενά. Τα πλήγματα περιελάμβαναν επίσης την πρώτη χρήση από τις ΗΠΑ μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας για πλήγμα στο λιμάνι του Μπαντάρ Αμπάς, καθώς και επίθεση εναντίον γέφυρας του σιδηροδρομικού δικτύου στο βόρειο Ιράν, η οποία χρησιμοποιείται για το εμπόριο με τη Ρωσία και την Κίνα.

Μέχρι στιγμής, τα πλήγματα αυτά είναι λιγότερο έντονα σε σχέση με τις πρώτες εβδομάδες της αμερικανικής στρατιωτικής εκστρατείας, σηματοδοτώντας μια πιο στοχευμένη χρήση της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να πιέσει το Ιράν να εγκαταλείψει τον στόχο του για έλεγχο των Στενών. Εξι βομβαρδιστικά B-52, τα οποία είχαν αναπτυχθεί στη Βρετανία για επιχειρήσεις κατά του Ιράν, έχουν επιστρέψει στις ΗΠΑ.

Παρότι οι προοπτικές μιας συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα έχουν απομακρυνθεί, αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ διατηρούν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων πληγμάτων κατά των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου, τα οποία είχαν βομβαρδίσει πριν από έναν χρόνο αμερικανικά βομβαρδιστικά B-2 και πύραυλοι κρουζ.

Η αλλαγή στη στρατηγική της Τεχεράνης

Το Ιράν συνεχίζει να πλήττει πετρελαιοφόρα και κράτη του Κόλπου. Ωστόσο, έχει αποφύγει νέες επιθέσεις εναντίον ισραηλινών ή σαουδαραβικών στόχων, καθώς η Τεχεράνη φαίνεται να προσαρμόζει προσεκτικά τη στρατηγική της στην περιοχή. Με τη νέα αυτή φάση του πολέμου, οι προοπτικές μιας γρήγορης νίκης ή μιας διαρκούς ειρήνης έχουν απομακρυνθεί.

«Και οι δύο πλευρές κλιμακώνουν με επικίνδυνο τρόπο την ένταση, προκειμένου να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ και να αποδυναμώσουν την άλλη πλευρά, ώστε τελικά να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από ισχυρότερη θέση», δήλωσε η Σάναμ Βακίλ, διευθύντρια του προγράμματος Μέσης Ανατολής στο βρετανικό think tank Chatham House. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η αντιπαράθεση μπορεί να «γυρίσει μπούμερανγκ» και να οδηγήσει σε ευρύτερη σύγκρουση, εάν δεν βρεθεί διέξοδος αποκλιμάκωσης.

Πρώην στρατιωτικοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αποδυναμώσουν το ιρανικό καθεστώς, εφόσον επιμείνουν, προειδοποιούν όμως ότι ο δρόμος που απομένει είναι μακρύς.

«Οι ΗΠΑ θα πρέπει να διαμορφώσουν και να εφαρμόσουν μια μακροπρόθεσμη στρατηγική, η οποία θα αντιμετωπίζει την επιδίωξη του Ιράν να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, να απειλεί τις γειτονικές χώρες του με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, καθώς και το πυρηνικό του πρόγραμμα», δήλωσε ο Τζόζεφ Βότελ, απόστρατος στρατηγός του αμερικανικού στρατού, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM) από το 2016 έως το 2019. «Πρόκειται για μια προσπάθεια που θα απαιτήσει πολύ χρόνο».

Πηγή: WSJ

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ