Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
ΠΗΓΗ: CNN
Εχει πλάτος μόλις 32 χιλιόμετρα στο στενότερο σημείο του, αλλά από αυτό περνούσε, πριν από τους σημερινούς πολέμους, περίπου το 30% της παγκόσμιας διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων.
Το στενό Μπαμπ αλ Μαντέμπ χωρίζει την Αραβική Χερσόνησο από την Αφρική και αποτελεί μία από τις πιο κρίσιμες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη. Προς Βορρά συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον κόλπο του Αντεν και τον Ινδικό Ωκεανό, ενώ προς την αντίθετη κατεύθυνση ανοίγει τον δρόμο, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, προς τη Μεσόγειο.
Αυτοκίνητα, έπιπλα, τρόφιμα, ενεργειακά προϊόντα: τεράστιοι όγκοι εμπορευμάτων περνούν από αυτή τη στενή λωρίδα νερού. Αν η διέλευση καταστεί αδύνατη, τα πλοία που ταξιδεύουν μεταξύ Ασίας και Ευρώπης θα αναγκαστούν να κάνουν τον γύρο της νότιας Αφρικής και του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, προσθέτοντας χιλιάδες μίλια, ημέρες ταξιδιού και επιπλέον κόστος.
Το όνομά του, άλλωστε, δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο δυσοίωνο: Μπαμπ αλ Μαντέμπ σημαίνει «Πύλη των Δακρύων».
Και, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το CNN, το πέρασμα αυτό ενδέχεται να εξελιχθεί σε ακόμη έναν σημαντικό μοχλό πίεσης του Ιράν, την ώρα που ο πόλεμος έχει στρέψει τα βλέμματα του κόσμου στα Στενά του Ορμούζ.
Η διεθνής προσοχή έχει επικεντρωθεί το τελευταίο διάστημα στα Στενά του Ορμούζ και στην εξάρτηση του πλανήτη από την ενεργειακή κίνηση που διέρχεται από εκεί.
Το Ιράν έχει επιτεθεί σε πλοία στο Ορμούζ, επιχειρώντας, σύμφωνα με την ανάλυση, να αυξήσει την πίεση προς την Ουάσιγκτον ώστε να τερματιστεί ο πόλεμος και να ξεκινήσει ειρηνευτική διαδικασία.
Ομως η χρησιμοποίηση κρίσιμων θαλάσσιων περασμάτων ως μέσου πίεσης δεν είναι νέα τακτική για την Τεχεράνη.
Το CNN υποστηρίζει ότι το Ιράν είχε δοκιμάσει την ίδια στρατηγική χρόνια νωρίτερα στο Μπαμπ αλ Μαντέμπ και σήμερα βρίσκεται σε θέση να το κάνει ξανά, μετά τη νέα επιχείρηση των Χούθι στην Υεμένη.
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, το Ιράν επιχείρησε να διευρύνει την ιδεολογική και πολιτική επιρροή του στη Μέση Ανατολή, κυρίως μέσω των Φρουρών της Επανάστασης και της επίλεκτης Δύναμης Κουντς.
Η στρατηγική του βασίστηκε στην εκπαίδευση και στον εξοπλισμό ένοπλων οργανώσεων σε διαφορετικές χώρες της περιοχής.
Στον Λίβανο, η Χεζμπολάχ. Στη Γάζα, η Χαμάς και η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ. Στο Ιράκ, ένοπλες οργανώσεις που έχουν επιτεθεί επανειλημμένα σε αμερικανικές δυνάμεις, στο Ισραήλ και στη Σαουδική Αραβία. Και στην Υεμένη, οι Χούθι.
Σύμφωνα με το CNN, η λογική είναι σχετικά απλή: η δημιουργία ισχυρών ένοπλων δικτύων μέσα σε αδύναμα ή κατακερματισμένα κράτη προσφέρει στην Τεχεράνη στρατηγικό βάθος και διαπραγματευτικούς μοχλούς, χωρίς το Ιράν να χρειάζεται να εμπλέκεται κάθε φορά απευθείας σε έναν πόλεμο.
Η Υεμένη ήταν χωρισμένη σε Βόρεια και Νότια κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και ενώθηκε μόλις το 1990. Η ένωση, ωστόσο, δεν κατάφερε να εξαλείψει τις βαθιές πολιτικές, φυλετικές και περιφερειακές διαιρέσεις.
Το κίνημα των Χούθι εμφανίστηκε στη βόρεια Υεμένη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τη δεκαετία του 1990, μέσα από ένα κίνημα αναβίωσης του ζαϊντικού σιιτικού Ισλάμ.
Υπό τον Χουσεΐν αλ Χούθι απέκτησε σταδιακά πολιτικό και στρατιωτικό χαρακτήρα, εμπλεκόμενο σε επανειλημμένους πολέμους εναντίον της κεντρικής κυβέρνησης.
Αργότερα υιοθέτησε την ονομασία Ανσάρ Αλλάχ και ένα σύνθημα εμφανώς επηρεασμένο από το Ιράν: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Θάνατος στην Αμερική. Θάνατος στο Ισραήλ. Κατάρα στους Εβραίους. Νίκη στο Ισλάμ».
Το 2014 οι Χούθι κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σαναά, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να μετακινηθεί προς τον Νότο και οδηγώντας τελικά σε στρατιωτική επέμβαση υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας.
Το Ιράν δεν δημιούργησε τους Χούθι, οι οποίοι έχουν δικά τους συμφέροντα και επιδιώξεις, επισημαίνει η ανάλυση.
Ωστόσο, τα ιρανικά όπλα, τα εξαρτήματα πυραύλων, τα drones, η εκπαίδευση και η τεχνογνωσία συνέβαλαν στη μετατροπή μιας τοπικής εξέγερσης σε δύναμη με διεθνή στρατηγική σημασία.
Η Υεμένη αποτελούσε μία από τις άμεσες προτεραιότητες της νέας αμερικανικής κυβέρνησης όταν ο Τζο Μπάιντεν ανέλαβε την προεδρία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε χαρακτηρίσει τους Χούθι «Ξένη Τρομοκρατική Οργάνωση», όμως ανθρωπιστικές οργανώσεις προειδοποιούσαν ότι η απόφαση έθετε σε κίνδυνο τις επιχειρήσεις παροχής βοήθειας σε μια χώρα που βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με καταστροφική ανθρωπιστική κρίση.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν ανακάλεσε τον χαρακτηρισμό, τερμάτισε την αμερικανική υποστήριξη στις σαουδαραβικές επιθετικές επιχειρήσεις -συμπεριλαμβανομένων ορισμένων πωλήσεων όπλων – και διόρισε ειδικό απεσταλμένο με στόχο την επίτευξη εκεχειρίας και πολιτικής συμφωνίας.
Παράλληλα, αμερικανικά στρατιωτικά μέσα αποσύρθηκαν από την περιοχή. Συστήματα αεράμυνας απομακρύνθηκαν από τη Σαουδική Αραβία, ενώ αντιτορπιλικά και ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων μεταφέρθηκαν εκτός Μέσης Ανατολής.
Η ανάλυση του CNN εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον έδωσε τότε έμφαση στη διπλωματία χωρίς τη στρατιωτική ισχύ που συχνά απαιτείται για να τη στηρίξει.
Την ίδια ώρα, το Ιράν ενίσχυε τους Χούθι. Οπλα διοχετεύονταν μέσω θαλάσσιων και χερσαίων οδών λαθρεμπορίου, ενώ Ιρανοί και στελέχη της Χεζμπολάχ συνέδραμαν στη συναρμολόγηση και την κατασκευή εξελιγμένων οπλικών συστημάτων.
Τον Απρίλιο του 2022 οι ΗΠΑ συνέβαλαν στην επίτευξη εκεχειρίας στην Υεμένη, δημιουργώντας ελπίδες ότι θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για μόνιμη πολιτική διευθέτηση.
Εκ των υστέρων, όμως, η περίοδος ηρεμίας λειτούργησε προς όφελος των Χούθι.
Το Ιράν συνέχισε να τους εκπαιδεύει και να τους εξοπλίζει, προετοιμάζοντας μια δύναμη που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο μιας πολύ ευρύτερης περιφερειακής στρατηγικής.
Και αυτό φάνηκε μετά την 7η Οκτωβρίου 2023.
Μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ και τον πόλεμο που ακολούθησε στη Γάζα, οι ένοπλοι σύμμαχοι του Ιράν άρχισαν να εμπλέκονται από διαφορετικά μέτωπα.
Η Χεζμπολάχ εξαπέλυσε πυρά από τον Λίβανο, ενώ φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και στη Συρία επιτέθηκαν εναντίον αμερικανικών δυνάμεων.
Από την Υεμένη, οι Χούθι άρχισαν να εκτοξεύουν βαλλιστικούς πυραύλους και drones προς το Ισραήλ και να επιτίθενται στην εμπορική ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Μπαμπ αλ Μαντέμπ.
Υποστήριζαν ότι στόχος τους ήταν να ασκήσουν πίεση στο Ισραήλ για τον πόλεμο στη Γάζα. Σύμφωνα όμως με την ανάλυση, επιτέθηκαν και σε πλοία χωρίς σχέση με τη σύγκρουση, επιχειρώντας να διαταράξουν έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς διαδρόμους του κόσμου.
Στις 10 Ιανουαρίου 2024, ο συντάκτης της ανάλυσης – ο οποίος υπηρετούσε τότε στην κυβέρνηση Μπάιντεν – αναφέρει ότι συναντήθηκε μυστικά με Ιρανούς αξιωματούχους στο Ομάν σε μια προσπάθεια περιορισμού της περιφερειακής κλιμάκωσης.
Μία ημέρα νωρίτερα, οι Χούθι είχαν εξαπολύσει τη μεγαλύτερη έως τότε επίθεσή τους εναντίον εμπορικών πλοίων και των υπό αμερικανική ηγεσία ναυτικών δυνάμεων στην Ερυθρά Θάλασσα, χρησιμοποιώντας drones, πυραύλους κρουζ κατά πλοίων και βαλλιστικούς πυραύλους.
Ο αρθρογράφος τη χαρακτηρίζει ως τη μεγαλύτερη επίθεση εναντίον του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν υπήρξαν θύματα.
Η συνάντηση στο Ομάν δεν απέδωσε. Την επόμενη νύχτα, ο Τζο Μπάιντεν διέταξε τα πρώτα μεγάλης κλίμακας αμερικανικά πλήγματα εναντίον στρατιωτικών στόχων των Χούθι, με υποστήριξη από τη Βρετανία, την Αυστραλία, το Μπαχρέιν, τον Καναδά και την Ολλανδία.
Η επιχείρηση συνεχίστηκε, με διάφορες μορφές, για περισσότερο από έναν χρόνο.
Τα χρόνια σχετικής ηρεμίας στην Υεμένη είχαν αποκρύψει μια κρίσιμη μεταβολή. Με την υποστήριξη του Ιράν, οι Χούθι είχαν πλέον αποκτήσει δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που απαιτούνταν για έναν εμφύλιο πόλεμο ή για να απειλούν μόνο τη Σαουδική Αραβία.
Μπορούσαν να φθάσουν μέχρι το Ισραήλ και, κυρίως, να απειλήσουν το παγκόσμιο εμπόριο μέσω του Μπαμπ αλ Μαντέμπ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε πέρυσι τον χαρακτηρισμό των Χούθι ως τρομοκρατικής οργάνωσης και κλιμάκωσε τις αμερικανικές επιθέσεις εναντίον τους.
Μετά από επτά εβδομάδες αμερικανικών πληγμάτων, το Ομάν μεσολάβησε για την επίτευξη μιας συνεννόησης: οι ΗΠΑ θα σταματούσαν να πλήττουν στόχους των Χούθι και εκείνοι θα σταματούσαν τις επιθέσεις σε αμερικανικά πλοία. Η συμφωνία δεν αφορούσε το Ισραήλ ή τη Σαουδική Αραβία, αλλά για ένα διάστημα έφερε σχετική ηρεμία.
Την περασμένη εβδομάδα, όμως, η κατάσταση άλλαξε ξανά. Σε μια ταχεία επιχείρηση κατά μήκος των ακτών της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, οι Χούθι κατέλαβαν νέες περιοχές που έχουν άμεση θέα προς το Μπαμπ αλ Μαντέμπ.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται το CNN, πέρασαν και στο νησί Μαϊγιούν, γνωστό επίσης ως Περίμ, το οποίο βρίσκεται στη μέση του στενού.
Η γεωγραφία έχει σημασία. Από αυτές τις θέσεις, συμβατικά όπλα των Χούθι – όπως πυροβολικό και ρουκέτες – μπορούν πλέον να απειλούν πλοία, χωρίς να απαιτείται η χρήση των πιο εξελιγμένων drones και πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.
Προς το παρόν, η ναυσιπλοΐα στο Μπαμπ αλ Μαντέμπ συνεχίζεται. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι Χούθι εμφανίζονται να μην επιθυμούν σύγκρουση με τις ΗΠΑ και ότι θα επιτρέψουν στα πλοία να περνούν.
Το κρίσιμο, όμως, σύμφωνα με το CNN, είναι ότι δεν χρειάζεται να κλείσουν τα Στενά άμεσα. Η δυνατότητα και μόνο να απειλήσουν ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη προσφέρει στην Τεχεράνη ακόμη έναν διαπραγματευτικό και στρατηγικό μοχλό.
Και δεν είναι βέβαιο ότι η σημερινή κατάσταση θα παγιωθεί. Οι γραμμές του μετώπου στην Υεμένη μεταβάλλονται συχνά, ενώ υπάρχουν πληροφορίες ότι κυβερνητικές δυνάμεις προετοιμάζουν αντεπίθεση και ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προσφέρει πληροφορίες. Ο επικεφαλής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, βρέθηκε πρόσφατα στη Σαουδική Αραβία για να εξετάσει την κατάσταση.
Οποια κι αν είναι η συνέχεια, σύμφωνα με την ανάλυση, οι Χούθι έχουν υπενθυμίσει ότι παραμένουν, με την άμεση υποστήριξη του Ιράν, ένας απρόβλεπτος παράγοντας σε οποιαδήποτε περιφερειακή αναμέτρηση για ισχύ και επιρροή.
Και το μάθημα που δεν πρέπει να ξεχάσει ξανά η Ουάσιγκτον είναι απλό: η ηρεμία δεν σημαίνει απαραίτητα ειρήνη.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.