Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Kathimerini.gr
Η εύθραυστη ηρεμία των τελευταίων ημερών στη Μέση Ανατολή έσπασε μέσα σε λίγες ώρες, με τις εχθροπραξίες να αναζωπυρώνονται ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέτωπα: στις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή, στο έδαφος του Ιράκ και στις δύο κρίσιμες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς ενέργειας, τα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα.
Ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε αρχικά ότι αναχαίτισε βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύτηκαν από το Ιράν εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Λίγες ώρες αργότερα, οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία γνωστοποίησαν ότι πραγματοποίησαν κοινά αεροπορικά πλήγματα εναντίον εγκαταστάσεων οργανώσεων που πρόσκεινται στην Τεχεράνη, στο ανατολικό Ιράκ.
Η νέα κλιμάκωση αποτυπώθηκε αμέσως στις αγορές, με τις τιμές του πετρελαίου να καταγράφουν άνοδο άνω του 4%, καθώς ενισχύθηκαν εκ νέου οι ανησυχίες για τις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο και για την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, αμερικανικά και σαουδαραβικά μαχητικά αεροσκάφη έπληξαν εγκαταστάσεις εφοδιασμού και αποθήκες όπλων στο ανατολικό Ιράκ, οι οποίες φέρεται να χρησιμοποιούνταν από οργανώσεις ευθυγραμμισμένες με το Ιράν.
Η CENTCOM ανέφερε ότι τα πλήγματα αποτέλεσαν απάντηση σε περισσότερες από 30 επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη μέσα σε 72 ώρες, τις οποίες απέδωσε στους Φρουρούς της Επανάστασης και σε οργανώσεις που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη. Κατά την αμερικανική πλευρά, στόχοι των επιθέσεων ήταν αμερικανικές δυνάμεις και ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Σαουδική Αραβία.
Το αραβικό υπουργείο Αμυνας επιβεβαίωσε τη συμμετοχή της αεροπορίας του βασιλείου στην επιχείρηση, υποστηρίζοντας ότι οι ένοπλες οργανώσεις που επλήγησαν εμπλέκονταν σε επιθέσεις με drones εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στη σαουδαραβική επικράτεια.
Το Ριάντ είχε ανακοινώσει νωρίτερα ότι η αντιαεροπορική άμυνα αναχαίτισε και κατέστρεψε μη επανδρωμένα αεροσκάφη που είχαν εισέλθει από την κατεύθυνση του Ιράκ. Είχε επίσης καλέσει τη Βαγδάτη να εμποδίσει τη χρησιμοποίηση του ιρακινού εδάφους ως ορμητηρίου για επιθέσεις εναντίον γειτονικών κρατών.
Η ιρακινή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι άρχισε έρευνα για τις καταγγελίες, τονίζοντας ότι δεν θα επιτρέψει τη χρήση της επικράτειας της χώρας για επιθέσεις εναντίον άλλων κρατών. Η «Ισλαμική Αντίσταση στο Ιράκ», ομπρέλα οργανώσεων που πρόσκεινται στην Τεχεράνη, απέρριψε πάντως τις κατηγορίες και αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στις επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας.
Της κοινής αμερικανοσαουδαραβικής επιχείρησης είχε προηγηθεί η ανακοίνωση της CENTCOM ότι το Ιράν εκτόξευσε πολλαπλούς βαλλιστικούς πυραύλους, στο πλαίσιο «απόπειρας αιφνιδιαστικής επίθεσης» εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Η αμερικανική διοίκηση ανέφερε ότι οι πύραυλοι αναχαιτίστηκαν, χωρίς αρχικά να προσδιορίσει τον αριθμό τους ή τις εγκαταστάσεις που είχαν τεθεί στο στόχαστρο. Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν αργότερα ότι είχαν εκτοξεύσει πυραύλους εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία.
Πρόκειται για την πρώτη άμεση αναζωπύρωση των εχθροπραξιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης έπειτα από μερικά 24ωρα σχετικής ηρεμίας. Οι ΗΠΑ είχαν αναστείλει το Σαββατοκύριακο (25-26/07) τους βομβαρδισμούς στην ιρανική επικράτεια, δηλώνοντας ότι επιθυμούν να δοθεί νέα ευκαιρία στη διπλωματία.
Την ίδια ώρα, οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι έπληξαν τρία πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια που επιχειρούσαν να διασχίσουν τα Στενά του Ορμούζ.
Σύμφωνα με δήλωση του ναυτικού τους, την οποία μετέδωσε το ιρανικό πρακτορείο Tasnim, τα τρία πλοία αγνόησαν επανειλημμένες προειδοποιήσεις και συνέχισαν να κινούνται σε μια διαδρομή που η Τεχεράνη χαρακτηρίζει «επικίνδυνη και παράνομη».
Οι Φρουροί της Επανάστασης υποστήριξαν ότι τα δεξαμενόπλοια αναγκάστηκαν να σταματήσουν αφού επλήγησαν. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση του ιρανικού ισχυρισμού, ούτε σαφής εικόνα για την κατάσταση των πλοίων και των πληρωμάτων τους.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει την ανησυχία για την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ, από το οποίο περνούσε πριν από τον πόλεμο περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η ένταση εξαπλώνεται παράλληλα προς την Ερυθρά Θάλασσα. Οι Χούθι της Υεμένης ανακοίνωσαν ότι στοχοποίησαν με βαλλιστικούς πυραύλους σαουδαραβικό πετρελαιοφόρο, κατηγορώντας το ότι παραβίασε τον ναυτικό αποκλεισμό που το κίνημα υποστηρίζει ότι έχει επιβάλει στη Σαουδική Αραβία.
Οι Χούθι ισχυρίστηκαν ότι ανάγκασαν το πλοίο να αλλάξει πορεία. Βρετανική υπηρεσία παρακολούθησης της ναυσιπλοΐας ανέφερε ότι δεξαμενόπλοιο άκουσε εκρήξεις ενώ έπλεε στη νότια Ερυθρά Θάλασσα, διευκρινίζοντας πάντως ότι το πλοίο και το πλήρωμά του ήταν ασφαλή.
Η επιστροφή των Χούθι στο μέτωπο φέρνει ξανά αντιμέτωπο το κίνημα της Υεμένης με τη Σαουδική Αραβία, έπειτα από μια περίοδο σχετικής ηρεμίας που είχε αρχίσει το 2022. Παράλληλα, δημιουργεί φόβους για ταυτόχρονη πίεση τόσο στο Ορμούζ όσο και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, τη θαλάσσια δίοδο που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Αντεν.
Οι νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκάλεσαν άμεση άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου, αντιστρέφοντας την πτώση που είχε καταγραφεί κατά τις προηγούμενες ημέρες λόγω των προσδοκιών για αποκλιμάκωση.
Περί τις 04.55 ώρα Ελλάδας, το αμερικανικό αργό WTI ενισχυόταν κατά 4,72%, στα 83 δολάρια το βαρέλι. Το Μπρεντ της Βόρειας Θάλασσας κατέγραφε άνοδο 4,70%, στα 88,04 δολάρια το βαρέλι.
Οι αγορές ανησυχούν ότι μια παρατεταμένη στρατιωτική αντιπαράθεση, σε συνδυασμό με τα περιστατικά στο Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα, θα μπορούσε να περιορίσει τις εξαγωγές ή να αυξήσει σημαντικά το κόστος ασφάλισης και μεταφοράς των φορτίων.
Η αναζωπύρωση της έντασης συνέπεσε με την επίσκεψη του Μπέντζαμιν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο και τη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ, την πρώτη πρόσωπο με πρόσωπο επαφή τους από την έναρξη του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών και διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα. Ο Τραμπ περιορίστηκε να αναφέρει μέσω του Truth Social ότι επρόκειτο για μια «πολύ καλή συνάντηση», κατά την οποία συζητήθηκαν «πολλά σημαντικά θέματα».
Ο Νετανιάχου έκανε λόγο για μία από τις καλύτερες συνομιλίες που είχε με τον Αμερικανό πρόεδρο, υποστηρίζοντας ότι στο επίκεντρο βρέθηκε ο κοινός τους στόχος να διασφαλίσουν πως το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Η Τεχεράνη αρνείται εδώ και χρόνια ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει στρατιωτικό προσανατολισμό.
Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις περί ενότητας, οι σχέσεις των δύο ηγετών είχαν δοκιμαστεί τους προηγούμενους μήνες, κυρίως εξαιτίας των προσπαθειών της Ουάσιγκτον να επαναφέρει την Τεχεράνη στις διαπραγματεύσεις και της επιθυμίας της ισραηλινής κυβέρνησης να συνεχιστεί η στρατιωτική πίεση.
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.