Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Καθώς η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις πιο πολύνεκρες επιθέσεις στο έδαφός της εδώ και πάνω από μία δεκαετία, εντείνονται τα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο θα επιλέξει να αντιδράσει, σύμφωνα με αναλύσεις στους New York Times και το CNN. Στο μεταξύ, οι Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι πρόσκεινται στο Ιράν, συνεχίζουν να προκαλούν σοβαρά πλήγματα στο Ριάντ.
Την περασμένη εβδομάδα, η Σαουδική Αραβία εξαπέλυσε ευρείας κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση για να στηρίξει τις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης που πολεμούν τους Χούθι. Οι αντάρτες, ωστόσο, έχουν διατηρήσει μέχρι στιγμής τις θέσεις τους.
Αντί να υποχωρήσουν, ενέτειναν την εκστρατεία τους εναντίον του Ριάντ, με αποκορύφωμα την πυραυλική επίθεση του Σαββάτου στο διεθνές αεροδρόμιο «Βασιλιάς Χαλίντ», η οποία στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 13 ανθρώπους και τραυμάτισε περισσότερους από 300, πολλοί από τους οποίους νοσηλεύονται σε κρίσιμη κατάσταση. Η επίθεση ανάγκασε τις αρχές να αναστείλουν τη λειτουργία του αεροδρομίου.
Σύμφωνα με τους NYT, αξιωματούχος από χώρα του Κόλπου και Αμερικανός αξιωματούχος, οι οποίοι είχαν ενημερωθεί για το πλήγμα, ανέφεραν ότι οι Χούθι έπληξαν τερματικό σταθμό του αεροδρομίου με πύραυλο κρουζ.
Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν και την Κυριακή, σύμφωνα με τις σαουδαραβικές αρχές πολιτικής αεροπορίας, μεταφέροντας ουσιαστικά τον πόλεμο που διεξάγει εδώ και χρόνια το βασίλειο στην Υεμένη στην ίδια την επικράτειά του.
Παράλληλα, κλονίστηκε το αίσθημα ασφάλειας των Σαουδαράβων πολιτών, το οποίο είχε σε μεγάλο βαθμό διατηρηθεί ακόμη και κατά τη διάρκεια της πολυετούς εκστρατείας αεροπορικών βομβαρδισμών υπό σαουδαραβική ηγεσία στη γειτονική Υεμένη.
Ακολουθώντας την τακτική του Ιράν στη σύγκρουσή του με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Χούθι προαναγγέλλουν κλιμάκωση με οδυνηρές συνέπειες. Στο στόχαστρό τους βρίσκονται κρίσιμες υποδομές της Σαουδικής Αραβίας, ενώ τα χτυπήματά τους αποσκοπούν στο να προκαλέσουν οικονομική ζημιά παγκόσμιας εμβέλειας.
Οι Χούθι έχουν μακροχρόνιες διαφορές με τη Σαουδική Αραβία, εξαιτίας του δεκαετούς πολέμου που διεξήγαγε το Ριάντ εναντίον τους και ο οποίος συνέβαλε στην πρόκληση της χειρότερης ανθρωπιστικής κρίσης παγκοσμίως. Ωστόσο, η πρόσφατη κλιμάκωση από πλευράς των ανταρτών θεωρείται ολοένα και περισσότερο προέκταση της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και Ουάσιγκτον.
Επειτα από 11 χρόνια προσπαθειών για την ανάσχεση της προέλασης των Χούθι, τόσο με στρατιωτικά μέσα όσο και μέσω διαπραγματεύσεων, ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, και ο αδελφός του, υπουργός Αμυνας Χάλεντ μπιν Σαλμάν, βρίσκονται αντιμέτωποι με περιορισμένες επιλογές.
Στην άλλη πλευρά των συνόρων, οι αντάρτες έχουν ενισχύσει σημαντικά τη θέση τους, εδραιώνοντας τον έλεγχό τους σε μεγάλες πόλεις και επιδιώκοντας να καταλάβουν και άλλες, όπως η πυκνοκατοικημένη Ταΐζ.
«Αυτή η απειλή πρέπει να αντιμετωπιστεί οριστικά», δήλωσε στο CNN ο Αλί Σιχάμπι, συγγραφέας και σχολιαστής για τη σαουδαραβική πολιτική. «Πολλά θα εξαρτηθούν από τις επιδόσεις των κυβερνητικών δυνάμεων της Υεμένης στο πεδίο των επιχειρήσεων, τις οποίες η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει εκτενώς με αεροπορική ισχύ».
Μέχρι στιγμής, το Ριάντ έχει περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο του στην παροχή αεροπορικής υποστήριξης στον συνασπισμό των δυνάμεων της Υεμένης που πολεμούν τους Χούθι, αποφεύγοντας την εκτεταμένη ανάπτυξη δικών του χερσαίων στρατευμάτων.
Το ερώτημα είναι εάν αυτή η αυτοσυγκράτηση θα διατηρηθεί μετά την επίθεση του Σαββάτου στο Ριάντ.
Η αποστολή μεγάλου αριθμού Σαουδαράβων στρατιωτών στην Υεμένη θα μπορούσε να εμπλέξει το βασίλειο σε δαπανηρό και παρατεταμένο χερσαίο πόλεμο, σε δύσβατο έδαφος. Παράλληλα, θα υπονόμευε την εικόνα σταθερότητας και ασφάλειας που επιχειρεί να καλλιεργήσει ο διάδοχος του θρόνου, παρουσιάζοντας τη χώρα ως ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις και διεθνή τουρισμό.
Πριν από μόλις δύο δεκαετίες, οι Χούθι ήταν κάτι περισσότερο από ένα περιορισμένης εμβέλειας θρησκευτικό κίνημα. Με την υποστήριξη του Ιράν, έχουν πλέον εξελιχθεί σε υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη, με βαλλιστικούς πυραύλους και δυνατότητα να πλήττουν στόχους ακόμη και στο Τελ Αβίβ.
«Εχουν εξελίξει τις πολεμικές τους δυνατότητες», δήλωσε στο CNN αξιωματούχος από τη νότια Υεμένη, ο οποίος πολεμούσε επί χρόνια εναντίον των Χούθι. «Οι επιθέσεις τους έχουν γίνει πιο σύνθετες, επιδεικνύουν επιμονή και έχουν ενισχύσει τις δυνατότητες συλλογής πληροφοριών», σύμφωνα με τον ίδιο.
Η κυβέρνηση της Υεμένης υποστηρίζει ότι οι αντάρτες έχουν συνεργαστεί με ειδικούς των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν για την τροποποίηση πυραύλων, με στόχο τη βελτίωση των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Σύμφωνα με τον Ματζέντ αλ Ναζίλι, εκπρόσωπο των ενόπλων δυνάμεων της Υεμένης, οι νέοι πύραυλοι αναπτύσσουν μεγαλύτερη ταχύτητα και χρησιμοποιούν σύστημα θερμικής καθοδήγησης, το οποίο τους επιτρέπει να κατευθύνονται προς πηγές θερμότητας.
Δεν έχει διευκρινιστεί εάν χρησιμοποιήθηκαν τέτοιου τύπου πύραυλοι στην επίθεση του Σαββάτου στο αεροδρόμιο του Ριάντ.
Η προσπάθεια των Χούθι να αποκτήσουν ολοένα πιο προηγμένα οπλικά συστήματα ενδέχεται πλέον να επεκτείνεται και στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Η εταιρεία Anthropic ανακοίνωσε ότι ομάδα με βάση τη βόρεια Υεμένη χρησιμοποίησε τα εργαλεία Claude για την ανάπτυξη λογισμικού καθοδήγησης πυραύλων και ρουκετών, δηλαδή συστημάτων που κατευθύνουν και σταθεροποιούν τα όπλα κατά την πτήση τους.
Η έκθεση δεν προσδιόρισε την ταυτότητα των εμπλεκομένων. Ωστόσο, το γεγονός ότι η ομάδα φέρεται να δραστηριοποιείται στη βόρεια Υεμένη, περιοχή που ελέγχεται από τους Χούθι, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο σύνδεσής της με τους αντάρτες.
Η Σαουδική Αραβία έχει απευθυνθεί σε εταίρους σε ολόκληρο τον κόσμο, αναζητώντας υποστήριξη για την αντιμετώπιση των Χούθι. Η Γαλλία, η Βρετανία και το Πακιστάν έχουν δεσμευτεί να συνδράμουν, ενώ άλλοι σύμμαχοι, όπως η Τουρκία, εξετάζουν το ενδεχόμενο παροχής βοήθειας.
Σύμφωνα με αναφορές, ο πρίγκιπας Μοχάμεντ έχει στραφεί και προς τη Συρία για υποστήριξη. Ο πρόεδρος της χώρας, Αχμεντ αλ Σαράα, είχε ηγηθεί ένοπλων παρατάξεων που κατάφεραν να εκδιώξουν από τη Συρία ομάδες που υποστηρίζονταν από το Ιράν, έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία εμφυλίου πολέμου.
Ωστόσο, ο σημαντικότερος σύμμαχος του Ριάντ, οι Ηνωμένες Πολιτείες, δεν στηρίζουν αεροπορικές επιθέσεις κατά των Χούθι. Αντ’ αυτού, αποστέλλουν πάνω από 100 στρατιωτικούς συμβούλους για την παροχή πληροφοριών, στο πλαίσιο νεοσύστατης κοινής διοίκησης.
Πέρυσι, η Ουάσιγκτον κατέληξε σε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με την οργάνωση που υποστηρίζεται από το Ιράν, με αποτέλεσμα να ανοίξουν εκ νέου για τα αμερικανικά πλοία τα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Πρόκειται για κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα από το οποίο διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου το οποίο διεξάγεται μεταξύ Ασίας και Ευρώπης.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το CNN, ο πρίγκιπας Μοχάμεντ είχε συνομιλήσει δύο φορές με τον Ντόναλντ Τραμπ τον περασμένο μήνα, ζητώντας του να εγκρίνει πλήγματα κατά των Χούθι. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ωστόσο, επέλεξε να μην παρέμβει.
«Είναι σαφές ότι η άμεση αμερικανική εμπλοκή με αεροπορικές επιχειρήσεις θα βοηθούσε, καθώς τα αμερικανικά αεροσκάφη μπορούν να αξιοποιούν ταχύτερα τις πληροφορίες που συλλέγονται μέσω δορυφόρων», δήλωσε ο Σιχάμπι. «Τα σαουδαραβικά αεροσκάφη βρίσκονται ένα στάδιο μακριά από αυτή τη διαδικασία, επομένως η αμερικανική συμμετοχή θα ήταν χρήσιμη», πρόσθεσε ο ίδιος.
Η Σαουδική Αραβία, μία από τις μεγαλύτερες χώρες της Μέσης Ανατολής, εξακολουθεί να είναι ευάλωτη, παρά την προμήθεια κάποιων από τα πλέον προηγμένα αμερικανικά συστήματα αεράμυνας.
Οι εκτεταμένες υποδομές της, που μεταφέρουν ενεργειακούς και άλλους πολύτιμους πόρους σε τεράστιες εκτάσεις ερήμου, αποτελούν εύκολο στόχο για τα φθηνότερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη μίας κατεύθυνσης που έχουν αναπτύξει οι Χούθι.
Μεταξύ των νεκρών από την επίθεση των Χούθι στο αεροδρόμιο του Ριάντ ήταν και ένας Αμερικανός πολίτης, σύμφωνα με ανακοίνωση της σαουδαραβικής αρχής πολιτικής αεροπορίας χθες, Κυριακή. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει τον Τραμπ σε βαθύτερη εμπλοκή στον πόλεμο.
«Οι Σαουδάραβες είναι καλοί μαχητές», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος σε δημοσιογράφους μετά την επίθεση. «Ωστόσο, θεωρώ ότι η επίθεση ήταν κάτι τρομερό», τόνισε.
Ερωτηθείς εάν οι ΗΠΑ θα συμμετάσχουν σε επιθέσεις κατά των Χούθι, ο Τραμπ απάντησε: «Ενδέχεται».
Στο μεταξύ, η Σαουδική Αραβία διαθέτει ολοένα και μικρότερα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων επιθέσεων των ανταρτών Χούθι, σύμφωνα με αξιωματούχους του βασιλείου, τους οποίους επικαλείται η Wall Street Journal.
Οπως αναφέρει η αμερικανική εφημερίδα, επικαλούμενη πηγές που γνωρίζουν τις εκτιμήσεις της σαουδαραβικής ηγεσίας, το Ριάντ «δυσκολεύεται να καλύψει με συστήματα αεράμυνας μια τόσο εκτεταμένη επικράτεια». Για τον λόγο αυτό, μετακινεί συστοιχίες αντιπυραυλικής άμυνας σε διάφορες περιοχές της χώρας, προκειμένου να προστατεύσει αποτελεσματικότερα τόσο τις κρίσιμες ενεργειακές υποδομές όσο και τα βασιλικά ανάκτορα.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, μετακινείται με ιδιαίτερη προσοχή στα αυστηρά φυλασσόμενα ανάκτορα, τα οποία διαθέτουν καταφύγια, συνοδευόμενος από επίλεκτους άνδρες της προσωπικής του ασφάλειας.
Παρά την κλιμάκωση της σύγκρουσης πάντως, οι αξιωματούχοι της χώρας επιδιώκουν να διατηρήσουν μία εικόνα κανονικότητας. Οι αρχές κράτησαν ανοιχτό το αεροδρόμιο του Ριάντ μετά τις δύο φονικές επιθέσεις και αποφάσισαν να το κλείσουν μετά την επίθεση του Σαββάτου, η οποία προκάλεσε μαζικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.
«Οι Σαουδάραβες υποστήριζαν ότι αποτελούν ισχυρό βασίλειο και ότι μια ανοργάνωτη πολιτοφυλακή δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να απειλήσει την ασφάλειά τους», δήλωσε ο Αμπντουλγκάνι αλ Ιριάνι, ανώτερος ερευνητής στο Sana’a Center, ερευνητικό οργανισμό με έδρα την Υεμένη.
«Εξακολουθούν να συντηρούν αυτή την εικόνα, παρά το γεγονός ότι έχει πλέον καταρρεύσει ολοκληρωτικά», πρόσθεσε.
Χθες, Κυριακή, τη στιγμή που ξένοι διπλωμάτες στο Ριάντ λάμβαναν προειδοποιήσεις για πιθανή εκτόξευση πυραύλου με κατεύθυνση τη σαουδαραβική πρωτεύουσα και καλούνταν να παραμείνουν σε ασφαλή σημεία, η προγραμματισμένη συνάντηση υπουργών Ενέργειας στην πόλη πραγματοποιήθηκε κανονικά.
Η μοναδική ανακοίνωση των διοργανωτών ήταν μια έκκληση προς τους συμμετέχοντες να λάβουν τις θέσεις τους, εν αναμονή της άφιξης του πρίγκιπα Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν, υπουργού Ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας.
«Είναι λυπηρό που δεν έχουμε μαζί μας όλους τους φίλους μας, αλλά είναι κατανοητό ότι έχουν λάβει τα δικά τους προληπτικά μέτρα, τα οποία δεν τους επέτρεψαν να βρίσκονται εδώ», δήλωσε ο πρίγκιπας Αμπντουλαζίζ στους παρευρισκομένους.
Ο Μπομπ ΜακΝάλι, πρόεδρος της Rapidan Energy Group, εταιρείας ερευνών με έδρα την Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι έφτασε στο Ριάντ το Σάββατο «με ασφάλεια και χωρίς κανένα πρόβλημα». Ωστόσο, περίπου 30 λεπτά αφότου αναχώρησε από το αεροδρόμιο της πόλης, αυτό δέχθηκε επίθεση.
Παρά τα γεγονότα, ο ΜακΝάλι δήλωσε ότι δεν εξεπλάγη από την απόφαση της σαουδαραβικής κυβέρνησης να προχωρήσει κανονικά με τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις.
«Η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει πολλά σε αυτό, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, και είναι αποφασισμένη να προχωρήσει», σχολίασε.
Πηγή: New York Times, CNN, Wall Street Journal
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.