ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η δολοφονία του ποδοσφαιριστή Αντρές Εσκομπάρ για ένα αυτογκόλ

Τον πυροβολούσαν και φώναζαν «γκολ» - Λίγο μετά τις τρεις τα ξημερώματα της 2ας Ιουλίου 1994, ο 27χρονος ποδοσφαιριστής της Εθνικής Κολομβίας Αντρές Εσκομπάρ βρισκόταν έξω από ένα νυχτερινό κέντρο

Γράφει ο Γιώργος Βενιέρης

Λίγο μετά τις τρεις τα ξημερώματα της 2ας Ιουλίου 1994, ο 27χρονος ποδοσφαιριστής της Εθνικής Κολομβίας Αντρές Εσκομπάρ βρισκόταν έξω από ένα νυχτερινό κέντρο στην περιοχή Ελ Πομπλάδο του Μεντεγίν. Το Μεντεγίν, πρωτεύουσα της περιφέρειας Αντιόκια στη βορειοδυτική Κολομβία, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας μετά την Μπογκοτά. Πέρα από σημαντικό οικονομικό κέντρο, αποτελούσε όμως και μια από τις περιοχές που είχε πληρώσει βαρύ τίμημα στον πόλεμο μεταξύ των καρτέλ ναρκωτικών.

Ο Εσκομπάρ, έχοντας φύγει από το κέντρο διασκέδασης, κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητό του, όταν μια ομάδα ανδρών άρχισε να τον ειρωνεύεται για τον αποκλεισμό της Εθνικής Κολομβίας απ’ το 15ο Παγκόσμιο Κύπελλο που διεξαγόταν στις ΗΠΑ. Ο 27χρονος ήταν κεντρικός αμυντικός της Ατλέτικο Νασιονάλ, ενός από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρικούς συλλόγους της χώρας, με έδρα το Μεντεγίν, τη γενέτειρα πόλη του, και βασικό στέλεχος της εθνικής ομάδας. Δέκα ημέρες νωρίτερα είχε σημειώσει κατά λάθος αυτογκόλ στον αγώνα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμβάλλοντας στην ήττα και τον πρόωρο αποκλεισμό.

Ο Εσκομπάρ με τη φανέλα της Εθνικής Κολομβίας στο Μουντιάλ του 1990 (πηγή, Wikipedia).

Η λογομαχία στο πάρκινγκ κράτησε λίγα λεπτά. Ο νεαρός προσπαθούσε να αιτιολογηθεί ότι προφανώς και δεν ήθελε να στείλει την μπάλα στην εστία της ομάδας του και πως αυτά συμβαίνουν στο ποδόσφαιρο. Ωστόσο ένας από τους άνδρες που λογομαχούσε μαζί του, ο Ουμπέρτο Μουνιός Κάστρο, οδηγός του Κολομβιανού επιχειρηματία Σαντιάγκο Γκαγιόν και άνθρωπος με διασυνδέσεις με ισχυρούς κύκλους του οργανωμένου εγκλήματος, δεν δείχνει να συμμερίζεται τα όσα λέει ο 27χρονος. Χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή, έβγαλε όπλο και τον πυροβόλησε επανειλημμένα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο δράστης ή οι άνδρες που βρίσκονταν μαζί του, κατά τη διάρκεια των πυροβολισμών φώναζαν ειρωνικά «γκολ», «γκολ», «γκολ», μετατρέποντας τις τελευταίες στιγμές της ζωής του άτυχου νέου σε μια ακόμη πιο μακάβρια σκηνή.

Ο Εσκομπάρ έπεσε στην άσφαλτο, χτυπημένος από έξι σφαίρες. Οι δράστες απομακρύνθηκαν τρέχοντας, ενώ το θύμα μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένο σε νοσοκομείο του Μεντεγίν. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών εξέπνευσε λίγο αργότερα. Η είδηση έκανε γρήγορα τον γύρο του κόσμου. Ενας ποδοσφαιριστής είχε δολοφονηθεί λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του απ’ το Μουντιάλ, πληρώνοντας με τη ζωή του ένα αυτογκόλ. Πίσω από αυτή την απλή εκδοχή όμως, υπήρχε μια πολύ βαθύτερη ιστορία: η Κολομβία της δεκαετίας του 1990, η ανεξέλεγκτη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στη χώρα, το παράνομο στοίχημα και μια κουλτούρα βίας που είχε εισχωρήσει βαθιά στην καθημερινότητα.

Το όνειρο και η πίεση

Ας τα πάρουμε από την αρχή. To καλοκαίρι του 1994 η Εθνική Κολομβίας ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες έχοντας δημιουργήσει τεράστιες προσδοκίες. Προπονητής της ήταν ο Φρανσίσκο «Πάτσο» Ματουράνα, ο Κολομβιανός τεχνικός που είχε οδηγήσει την Ατλέτικο Νασιονάλ στην κατάκτηση του Κόπα Λιμπερταδόρες το 1989 και είχε διαμορφώσει μια εθνική ομάδα με επιθετική φιλοσοφία, τεχνική ποιότητα και μεγάλη αυτοπεποίθηση. Η Κολομβία δεν θεωρούνταν μια ευχάριστη έκπληξη από τη Νότια Αμερική, αλλά μια ομάδα ικανή να φτάσει πολύ μακριά στη διοργάνωση.

Αυτό είχε φανεί λίγους μήνες νωρίτερα, καθώς στις 5 Σεπτεμβρίου 1993 είχε διαλύσει την Εθνική Αργεντινής με 5-0 στην έδρα της, στο στάδιο Μονουμεντάλ του Μπουένος Αϊρες. Η Αργεντινή ήταν μία από τις παραδοσιακές δυνάμεις του παγκόσμιου ποδοσφαίρου που είχε κατακτήσει το Μουντιάλ μόλις επτά χρόνια νωρίτερα, με ηγέτη τον Ντιέγκο Μαραντόνα. Ακολούθως είχε συμπληρώσει μια μεγάλη σειρά αγώνων χωρίς ήττα και έφτανε τώρα στο Μουντιάλ ως ένα από τα φαβορί. Ακόμη και ο Πελέ, ο Βραζιλιάνος θρύλος που είχε κατακτήσει τρία Παγκόσμια Κύπελλα ως ποδοσφαιριστής, είχε προβλέψει ότι η Κολομβία μπορούσε να σηκώσει το τρόπαιο.

Η ομάδα διέθετε ορισμένους από τους σημαντικότερους παίκτες στην ιστορία του κολομβιανού ποδοσφαίρου. Ο Κάρλος Βαλντεράμα, ο αναγνωρίσιμος μέσος με τα ξανθά σγουρά μαλλιά, ήταν ο αρχηγός και ο οργανωτής του παιχνιδιού. Ο Φαουστίνο Ασπρίγια, γρήγορος και απρόβλεπτος επιθετικός που αγωνιζόταν τότε στην Πάρμα της Ιταλίας, μπορούσε να διασπάσει οποιαδήποτε άμυνα, ενώ ο δυναμικός μέσος Φρέντι Ρινκόν και ο τερματοφύλακας Οσκαρ Κόρδομπα συμπλήρωναν έναν κορμό γεμάτο εμπειρία και ταλέντο.


Η Εθνική Κολομβίας στο Μουντιάλ του 1994 (ο Εσκομπάρ διακρίνεται δεύτερος από αριστερά, στην πάνω σειρά, με το νούμερο 2).

Στο κέντρο της άμυνας βρισκόταν ο Αντρές Εσκομπάρ. Δεν ήταν ένας σκληρός αμυντικός που βασιζόταν μόνο στη δύναμη, αλλά ένας ψύχραιμος ποδοσφαιριστής με καλή τεχνική, σωστές τοποθετήσεις και την ικανότητα να ξεκινά την οργάνωση του παιχνιδιού από την άμυνα. Η συμπεριφορά του ήταν εξίσου αξιέπαινη. Οι συμπαίκτες και οι αντίπαλοί του τον αποκαλούσαν «El Caballero del Fútbol», δηλαδή «Ο Τζέντλεμαν του Ποδοσφαίρου», επειδή σπάνια διαμαρτυρόταν, απέφευγε τις προκλήσεις και αντιμετώπιζε τους άλλους με σεβασμό. Φορούσε τη φανέλα με τον αριθμό 2 και είχε εξελιχθεί σε έναν από τους πολυτιμότερους παίκτες της Ατλέτικο Νασιονάλ, με την οποία είχε κατακτήσει το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1989, τη σημαντικότερη διοργάνωση συλλόγων της Νότιας Αμερικής.

Οι συνειρμοί του επωνύμου

Το δε επώνυμό του μπορεί να προκαλούσε αναπόφευκτα συνειρμούς, όμως ο Αντρές Εσκομπάρ δεν είχε καμία συγγένεια με τον Πάμπλο Εσκομπάρ, τον επικεφαλής του διαβόητου καρτέλ του Μεντεγίν, μιας εγκληματικής οργάνωσης που απέκτησε τεράστια δύναμη από το εμπόριο κοκαΐνης και εξαπέλυσε έναν αιματηρό πόλεμο εναντίον των κολομβιανών κρατικών δυνάμεων. Οι δύο άνδρες είχαν μόνο το ίδιο επώνυμο, αλλά αντιπροσώπευαν εντελώς διαφορετικές εικόνες της χώρας: ο ένας τη βία και την τρομοκρατία, ο άλλος την αξιοπρέπεια και την ελπίδα που πρόσφερε το ποδόσφαιρο.

Ο Πάμπλο Εσκομπάρ είχε σκοτωθεί από τις κολομβιανές δυνάμεις ασφαλείας τον Δεκέμβριο του 1993, περίπου επτά μήνες δηλαδή πριν από το Μουντιάλ. Με τον θάνατό του όμως, δεν εξαφανίστηκαν ούτε τα εγκληματικά δίκτυα, ούτε φυσικά η διακίνηση ναρκωτικών, καθώς άλλοι μαφιόζοι είχαν πάρει τη θέση του. Το ποδόσφαιρο δεν είχε μείνει ανεπηρέαστο από αυτή την πραγματικότητα. Τα τεράστια κεφάλαια του ναρκεμπορίου είχαν περάσει σε τμήματα της οικονομίας και του επαγγελματικού αθλητισμού, καθώς ισχυροί παράγοντες χρησιμοποιούσαν τις ομάδες για κοινωνική προβολή, πολιτική επιρροή και διακίνηση χρημάτων. Μελέτες του Κέντρου Λατινοαμερικανικών και Καραϊβικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ έχουν καταγράψει αναλυτικά τη στενή σχέση που αναπτύχθηκε εκείνα τα χρόνια ανάμεσα στο παράνομο χρήμα και σε συλλόγους του κολομβιανού ποδοσφαίρου, ένα φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως «narco-fútbol».

Για τον απλό κόσμο, πάντως, η εθνική ομάδα ήταν ίσως η μοναδική κοινή χαρά μέσα σε μια περίοδο φόβου και αβεβαιότητας. Κάθε νίκη έδινε στους Κολομβιανούς την ευκαιρία να βλέπουν στα διεθνή ειδησεογραφικά δίκτυα να μιλούν για τη χώρα τους, χωρίς αναφορές σε ναρκωτικά, απαγωγές και δολοφονίες. Η ίδια αυτή ανάγκη, όμως, μετέτρεψε την ελπίδα σε αφόρητη πίεση για τους ποδοσφαιριστές, οι οποίοι κλήθηκαν να σηκώσουν στις πλάτες τους τις προσδοκίες ενός ολόκληρου έθνους.

Ο Αντρές Εσκομπάρ είχε χάσει μεγάλο μέρος των προκριματικών εξαιτίας ενός σοβαρού τραυματισμού, αλλά επέστρεψε εγκαίρως και κέρδισε ξανά τη θέση του στην ομάδα. Στο Μουντιάλ αγωνίστηκε βασικός και στους τρεις αγώνες της Κολομβίας. Παρέμενε ήρεμος και συγκεντρωμένος, παρότι η αποστολή είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι γύρω από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα υπήρχαν συμφέροντα πολύ μεγαλύτερα από την επιθυμία των φιλάθλων για μια νίκη.

Το μοιραίο λάθος

Η πορεία της Κολομβίας άρχισε στις 18 Ιουνίου 1994 με ήττα 3-1 από τη Ρουμανία. Η ρουμανική ομάδα, με ηγέτη τον σπουδαίο επιτελικό μέσο Γκέοργκε Χάτζι, εκμεταλλεύτηκε τα αμυντικά λάθη των Κολομβιανών και τους έφερε γρήγορα σε δύσκολη θέση. Το αποτέλεσμα δεν σήμαινε μαθηματικό αποκλεισμό, αλλά για να υπάρχουν ελπίδες να προχωρήσει η ομάδα στην επόμενη φάση θα έπρεπε σχεδόν υποχρεωτικά να κερδίσει στο δεύτερο παιχνίδι της, απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, τους διοργανωτές. Το παιχνίδι διεξήχθη στις 22 Ιουνίου στο Rose Bowl, ένα ιστορικό στάδιο στην Πασαντίνα της Καλιφόρνιας. Περισσότεροι από 93.860 θεατές βρίσκονταν στις εξέδρες, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που ευνοούσε περισσότερο τους Αμερικανούς και μεγάλωνε ακόμη περισσότερο την πίεση προς τους Κολομβιανούς.

Μέχρι το 35ο λεπτό το παιχνίδι παρέμενε χωρίς γκολ. Σε μια επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών από την αριστερή πλευρά, η μπάλα κατευθύνθηκε χαμηλά προς την περιοχή της Κολομβίας και ο Εσκομπάρ προσπάθησε να την απομακρύνει πριν φτάσει σε αντίπαλο παίκτη. Απλωσε το πόδι του, όμως η μπάλα άλλαξε πορεία, ξεγέλασε τον τερματοφύλακα Οσκαρ Κόρδομπα και κατέληξε στα δίχτυα της δικής του ομάδας.

O ποδοσφαιριστής Αντρές Εσκομπάρ.

Ο αμυντικός έμεινε για λίγες στιγμές γονατισμένος στο χορτάρι. Δεν μπορούσε να πιστέψει το λάθος που έκανε. Αυτό που ήθελε ήταν απλώς να προστατεύσει την εστία του. Σηκώθηκε και για αρκετά δευτερόλεπτα κοιτούσε προς το κενό. Για εκείνον ήταν ένα οδυνηρό αγωνιστικό λάθος. Για όσους όμως είχαν ποντάρει τεράστια ποσά στο παράνομο στοίχημα, έβλεπαν εκείνη την ώρα τα χρήματά τους να εξανεμίζονται.

Δείτε το πολυσυζητημένο γκολ, εδώ:

Στο δεύτερο ημίχρονο ο Αμερικανός επιθετικός Ερνι Στιούαρτ πέτυχε το 2-0, προκαλώντας ξέφρενους πανηγυρισμούς στις εξέδρες. Η Κολομβία κατάφερε μονάχα να μειώσει σε 2-1 στο τελευταίο λεπτό με τον Αντόλφο Βαλένσια, επιθετικό γνωστό για τη δύναμη και την αποτελεσματικότητά του. Δεν υπήρχε χρόνος για ισοφάριση. Η ομάδα είχε ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες ως ένα από τα φαβορί και βρισκόταν πλέον ένα βήμα πριν από τον αποκλεισμό.

Η νίκη με 2-0 επί της Ελβετίας στον τελευταίο αγώνα δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει την κατάσταση. Η Κολομβία τερμάτισε τελευταία στον όμιλό της και επέστρεψε πρόωρα στην πατρίδα. Το όνειρο που είχε γεννηθεί μετά το 5-0 επί της Αργεντινής κατέρρευσε μέσα σε λίγες ημέρες. Οι παίκτες βρίσκονταν τώρα αντιμέτωποι με την απογοήτευση, την οργή και τις απειλές. Ο Εσκομπάρ δεν επιχείρησε να κρυφτεί ούτε να αποποιηθεί την ευθύνη του για τη φάση. Επέστρεψε στο Μεντεγίν και εμφανίστηκε ήρεμος, αποφασισμένος να συνεχίσει την καριέρα του στην Ατλέτικο Νασιονάλ. «Η ζωή δεν τελειώνει εδώ, είναι μόνο ένας ποδοσφαιρικός αγώνας» ήταν το μήνυμα που έστελνε. Δεν το αποδέχθηκαν όμως όλοι.

Η καταδίκη του δολοφόνου

Τα ξημερώματα της 2ας Ιουλίου, η φράση αυτή θα αποκτούσε τραγική σημασία εξαιτίας της δολοφονίας του. Ο Ουμπέρτο Μουνιός Κάστρο, ο άνδρας που άνοιξε πυρ εναντίον του και εργαζόταν ως οδηγός του Σαντιάγκο Γκαγιόν, προσώπου που είχε συνδεθεί με ισχυρούς εγκληματικούς κύκλους της Κολομβίας, συνελήφθη, ομολόγησε ότι εκείνος ήταν που πυροβόλησε τον ποδοσφαιριστή, αλλά αρνήθηκε να εμπλέξει τους εργοδότες του. Η πλήρης σύνδεση της δολοφονίας με τα στοιχήματα δεν αποδείχθηκε ποτέ δικαστικά, ωστόσο παραμένει έως και σήμερα η πιο διαδεδομένη εκδοχή. Το αυτογκόλ έκανε τον Εσκομπάρ τον πιο εύκολο στόχο, παρότι ο αποκλεισμός δεν κρίθηκε από μία μόνο φάση αλλά από τρεις αγώνες και μια σειρά λαθών ολόκληρης της ομάδας.

Ο Μουνιός Κάστρο καταδικάστηκε αρχικά σε 43 χρόνια φυλάκισης για τη δολοφονία. Τελικά εξέτισε περίπου έντεκα χρόνια και αποφυλακίστηκε, εξέλιξη που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Κολομβία. Για πολλούς, η σύντομη παραμονή του στη φυλακή επιβεβαίωσε την αίσθηση ότι η Δικαιοσύνη δεν κατάφερε να φωτίσει όλες τις πτυχές του εγκλήματος, ούτε να οδηγήσει στο εδώλιο όσους ενδεχομένως είχαν μεγαλύτερη ευθύνη. Η δολοφονία συγκλόνισε μια χώρα που, παρά την εξοικείωσή της με τη βία, δεν ήταν προετοιμασμένη να δει έναν από τους πιο αγαπητούς αθλητές της να πεθαίνει με αυτόν τον τρόπο.

Δεκάδες χιλιάδες άτομα συνόδευσαν τον Εσκομπάρ στην τελευταία του κατοικία, θέλοντας να τον αποχαιρετήσουν. Ο προπονητής του, Φρανσίσκο Ματουράνα, υποστήριξε αργότερα ότι ο Αντρές «δεν δολοφονήθηκε από το ποδόσφαιρο, αλλά από τη βία της εποχής του». Η φράση συνοψίζει τη βαθύτερη σημασία της υπόθεσης. Κανένα αυτογκόλ δεν σκοτώνει έναν άνθρωπο από μόνο του· για να συμβεί αυτό, πρέπει να υπάρχει ήδη μια κοινωνία στην οποία κάποιοι θεωρούν ότι μπορούν να αφαιρέσουν μια ζωή χωρίς συνέπειες.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ