Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Μία ημέρα μετά τις μαζικές διαδηλώσεις, στις οποίες συναντήθηκαν τα αιτήματα των μαθητών και η οργή για το «υψηλό κόστος ζωής», ο Εμανουέλ Μακρόν υπερασπίστηκε το κύρος και την εξουσία του κράτους, που έχουν δεχθεί σοβαρό πλήγμα από τα επεισόδια του διημέρου.
Ωστόσο, δεν παρουσίασε συγκεκριμένη απάντηση στα προβλήματα που πυροδότησαν τις κινητοποιήσεις, σύμφωνα με τους επικριτές του.
Το μήνυμά του, που απευθύνθηκε στους Γάλλους την παραμονή τριήμερης περιοδείας του στη Μέση Ανατολή, είχε ως στόχο να καθησυχάσει τόσο τους πολίτες, οι οποίοι παρακολουθούσαν εμβρόντητοι τα βίαια επεισόδια, όσο και τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους διεθνείς παρατηρητές, που ανησυχούν για την κλιμάκωση της έντασης στη Γαλλία, αναφέρεται σε ανάλυση της Le Monde.
Μέσα στο επιβλητικό και αυστηρό περιβάλλον του γραφείου του στο Μέγαρο των Ηλυσίων, ο Εμανουέλ Μακρόν απηύθυνε τηλεοπτικό διάγγελμα διάρκειας περίπου δέκα λεπτών, λίγο μετά τις 20:00 (τοπική ώρα).
Η παρέμβαση κατέστη αναπόφευκτη μετά το ξέσπασμα των βίαιων επεισοδίων της προηγούμενης ημέρας. Επιθέσεις, λεηλασίες, καταστροφές δημόσιας περιουσίας… Τα γεγονότα του Σαββάτου ξύπνησαν μνήμες από την κρίση των «Κίτρινων Γιλέκων» το 2018.
Ο Μακρόν καταδίκασε την «ανεξέλεγκτη βία» και τις ταραχές, κατά τις οποίες πυρπολήθηκαν δημόσια κτίρια, εκατοντάδες καταστήματα καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν, ενώ τουλάχιστον 2.400 άνθρωποι συνελήφθησαν σε διάφορες πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα.
«Βλέποντας αυτές τις εικόνες, όλοι αναρωτηθήκαμε πώς είναι δυνατόν Γάλλοι να κάνουν κάτι τέτοιο στη Γαλλία», δήλωσε στο τηλεοπτικό του διάγγελμα.
Ο Μακρόν τόνισε ότι «τίποτα δεν δικαιολογεί» τη βία και επισήμανε ότι οι κατά τόπους κρατικές αρχές θα έχουν τη δυνατότητα να απαγορεύουν υπαίθριες συγκεντρώσεις, εφόσον κρίνουν ότι είναι αναγκαίο.
Οπως τόνισε, πρέπει να γίνει σαφής διάκριση ανάμεσα στους πολίτες που διαδηλώνουν ειρηνικά και διεκδικούν λύσεις για το αυξημένο κόστος ζωής και τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος, και σε εκείνους που «καταστρέφουν, λεηλατούν και ρημάζουν». Ο Γάλλος πρόεδρος έκανε λόγο για «ομάδες της άκρας Αριστεράς, στις οποίες προστέθηκαν εγκληματικά στοιχεία».
Διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν επίσης στην Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία.
Πολιτικοί τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά ζήτησαν την παραίτηση του υπουργού Εσωτερικών, Λοράν Νινιέζ, για τη διαχείριση της κρίσης. Σύμφωνα με γαλλικά ΜΜΕ, ο Νινιέζ υπέβαλε την παραίτησή του, αλλά δεν έγινε δεκτή από τον Μακρόν.
Παράλληλα, ο Μακρόν ανέθεσε την ευθύνη στον πρωθυπουργό του, ο οποίος δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καθώς και στους ενδιάμεσους θεσμούς και τους κοινωνικούς εταίρους.
Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί πρόκειται να προεδρεύσει σήμερα, Δευτέρα, στις 10:00 (τοπική ώρα), σε διυπουργική σύσκεψη για τη διαχείριση της κρίσης.
Στόχος είναι να αποτιμηθεί η έκταση των ζημιών σε εμπορικά καταστήματα και δημόσια περιουσία, προκειμένου να κινητοποιηθούν «το ταχύτερο δυνατόν οι διαθέσιμες ενισχύσεις», παρά τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.
Στις πόλεις που επλήγησαν, ο Γάλλος πρόεδρος ανέθεσε στους δημάρχους και τους νομάρχες την ευθύνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων αποκατάστασης της τάξης, «με κάθε διαθέσιμο μέσο». Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται η απαγόρευση διαδηλώσεων, η επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας και οι επιχειρήσεις ελέγχου και έρευνας.
Ο Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε επίσης από τον πρωθυπουργό να συγκαλέσει όλα τα πολιτικά κόμματα, τις επαγγελματικές οργανώσεις και τα συνδικάτα, προκειμένου να εξασφαλίσει από αυτά «σαφείς και δημόσιες τοποθετήσεις». Οπως υποστήριξε, απέναντι σε μια κρίση που αποσταθεροποιεί το κράτος, «ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του» και να «καταδικάσει απερίφραστα κάθε μορφή βίας».
Η έκκληση αυτή προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, με πρώτη την επικεφαλής των Οικολόγων, Μαρίν Τοντελιέ. «Αντί να κάνει έστω και ένα πρώτο βήμα αυτοκριτικής, ο Εμανουέλ Μακρόν μάς καλεί στο Ματινιόν σαν να είμαστε μαθητές που τους σηκώνουν στον πίνακα», δήλωσε επικριτικά στο BFMTV.
Η ακροδεξιά και η δεξιά κατήγγειλαν από κοινού την αδυναμία της κυβέρνησης να αποκαταστήσει την τάξη.
Το απόγευμα της Κυριακής, πλήθη διαδηλωτών συγκρούστηκαν και πάλι με την αστυνομία στην πλατεία Δημοκρατίας, στο κέντρο του Παρισιού, καθώς τα επεισόδια αναζωπυρώθηκαν για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα. Σε κάποιους δρόμους χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρικά ποδήλατα ως οδοφράγματα με τους διαδηλωτές να τους βάζουν φωτιά. Εκτόξευσαν μπουκάλια και πέτρες, ενώ πυκνά σύννεφα καπνού υψώνονταν από φλεγόμενους κάδους απορριμμάτων. Οι αστυνομικές δυνάμεις απάντησαν με δακρυγόνα και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης.
Το Σάββατο, δεκάδες χιλιάδες ειρηνικοί διαδηλωτές συμμετείχαν αρχικά σε ειρηνικές πορείες στις μεγάλες πόλεις της χώρας.
Οι πορείες πραγματοποιήθηκαν έπειτα από τέσσερις εβδομάδες διαδηλώσεων και καταλήψεις σχολείων. Σε αυτές συμμετείχαν γονείς και εκπαιδευτικοί μαζί με μαθητές και εργαζομένους που διαμαρτύρονταν για το υψηλό κόστος διαβίωσης. Οι διαδηλωτές κρατούσαν πανό με τα οποία κατηγορούσαν την κυβέρνηση ότι δεν τους ακούει και ζητούσαν περισσότερους πόρους για τις δημόσιες υπηρεσίες.
Ωστόσο, παράλληλα με τις ειρηνικές κινητοποιήσεις, άρχισαν επεισόδια και συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις στο Παρίσι, το Μπορντό, τη Νίκαια και τη Μασσαλία.
Ομάδες κουκουλοφόρων εκμεταλλεύτηκαν, όπως ανέφεραν τα γαλλικά Μέσα, το «χάος» στους δρόμους, σπάζοντας βιτρίνες και αρπάζοντας εμπορεύματα. Στο Παρίσι, καταγράφηκαν άτομα να τρέχουν μέσα στη νύχτα με ρούχα και κουτιά παπουτσιών, αφού άλλοι με καλυμμένα πρόσωπα είχαν προηγουμένως σπάσει τις βιτρίνες καταστημάτων.
Στο Παρίσι, όπου σύμφωνα με την αστυνομία καταγράφηκε αριθμός-ρεκόρ 855 συλλήψεων, τα αποκαΐδια των οδοφραγμάτων που είχαν στηθεί από σορούς ποδηλάτων, κάδων και άλλων υλικών παρέμεναν διάσπαρτα στους δρόμους την Κυριακή. Σε αρκετές περιοχές είχαν σπάσει οι βιτρίνες καταστημάτων, ενώ ορατά ήταν τα απομεινάρια καμμένων αυτοκινήτων.
Η γαλλική πρωτεύουσα βίωσε «ένα επίπεδο βίας που, πιστεύω, δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ», δήλωσε η σοσιαλίστρια αντιδήμαρχος, Λαμία Ελ Ααράζ.
Στη Λιμόζ, στην κεντρική Γαλλία, όπου πυρπολήθηκε δημαρχείο του 19ου αιώνα, ο δήμαρχος Γκιγιόμ Γκερέν δήλωσε ότι όσοι εισέβαλαν στο κτίριο «δεν ήταν διαδηλωτές που υπερασπίζονταν αιτήματα», αλλά «άνθρωποι έτοιμοι για πόλεμο».
Οπως ανέφερε, οι εισβολείς που κατέλαβαν και πυρπόλησαν το δημαρχείο απείλησαν τον υπεύθυνο φύλαξης του κτιρίου ότι θα τον σκοτώσουν, ενώ είπαν στους αιρετούς εκπροσώπους ότι θα τους «κάψουν». Ο ίδιος έκανε λόγο για αποτυχία του κράτους να διαχειριστεί την κρίση.
«Γύρω στις 15:30, η δημοτική αστυνομία μας, παρότι διέθετε σημαντικό αριθμό ανδρών, βρέθηκε πλέον ανίκανη να αντιμετωπίσει τη βία των ταραχοποιών, επειδή είχε εξαντλήσει τα πυρομαχικά της», δήλωσε ο Γκερέν. Χαρακτήρισε την κατάσταση «κολοσσιαία αποτυχία του κράτους».
Στη Μασσαλία, όπου κουκουλοφόροι εισέβαλαν στο δημαρχείο και σε αστυνομικό τμήμα, ο σοσιαλιστής δήμαρχος Μπενουά Παϊάν δήλωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο BFMTV: «Δεν έχω λόγια… Ποτέ δεν πίστευα ότι θα ζούσα κάτι τέτοιο. Ορδές ταραχοποιών επιτέθηκαν σε δημόσια κτίρια, που ανήκουν σε όλους μας, χωρίς να έχουν πραγματικά αιτήματα, με μοναδικό στόχο να υπονομεύσουν τα αιτήματα όσων διαδήλωσαν νόμιμα».
Ο Παϊάν τόνισε ότι πρέπει να τεθούν ερωτήματα σχετικά με τις τακτικές αστυνόμευσης, καθώς στο στόχαστρο βρέθηκαν και άλλα δημαρχιακά κτίρια, μεταξύ των οποίων και στη Λιλ.
Ο Γκρεγκορί Ντουσέ, οικολόγος δήμαρχος της Λυών, δήλωσε ότι δεν είχε ξαναδεί τέτοιας έκτασης βία στην πόλη του, όπου πυρπολήθηκε ιστορικό κτίριο.
Μιλώντας στη Le Monde, ανέφερε: «Είμαι συγκλονισμένος από τη βία εναντίον της δημόσιας περιουσίας και των κρατικών υποδομών. Είδα και άκουσα φόβο και οργή. Οι καταστηματάρχες αισθάνθηκαν εγκαταλελειμμένοι».
Ο Ντουσέ υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση οφείλει να επιδείξει «αίσθημα μέτρου», προκειμένου να εξετάσει σωστά τα γεγονότα και να «αποφύγει τα στερεότυπα». Οπως τόνισε, χρειάζεται αφενός πολιτική απάντηση στα μακροχρόνια κοινωνικά αιτήματα των ειρηνικών διαδηλωτών και αφετέρου διερεύνηση των αιτιών της βίας.
Σύμφωνα με τις ενώσεις εμπόρων, περισσότερα από 1.500 καταστήματα και επιχειρήσεις λεηλατήθηκαν, με το κόστος των ζημιών να ανέρχεται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
«Αυτό δεν είχε καμία σχέση με τους ειρηνικούς διαδηλωτές», δήλωσε ιδιοκτήτης καταστήματος υποδημάτων στο Παρίσι. «Ηταν οργανωμένες ομάδες που προκαλούσαν καταστροφές και λεηλατούσαν. Δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο», τόνισε.
Πολιτικοί της αντιπολίτευσης αμφισβήτησαν τους χειρισμούς της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε έλλειμμα ως προς την κρατική πληροφόρηση και την αξιολόγηση των κινδύνων.
Το υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωσε ότι το Σάββατο πραγματοποιήθηκαν σχεδόν 2.400 συλλήψεις και τραυματίστηκαν σχεδόν 1.000 αστυνομικοί και χωροφύλακες, εκ των οποίων επτά σοβαρά.
Στην πόλη Σεντ-Ετιέν, στην ανατολική-κεντρική Γαλλία, ένας 17χρονος έχασε το δεξί του χέρι όταν εξερράγη χειροβομβίδα καταστολής πλήθους. Στη Μιλούζ, μια 17χρονη έχασε την όρασή της από το ένα μάτι, με την αστυνομία να ξεκινά έρευνα για τις συνθήκες του περιστατικού.
Η κεντρώα κυβέρνηση του Μακρόν, καθώς και η Μαρίν Λεπέν, επικεφαλής της γαλλικής Ακροδεξιάς στην κούρσα για τις προεδρικές εκλογές, απέδωσαν αμφότερες τη βία σε «ομάδες της άκρας Αριστεράς».
Ο πρωθυπουργός, Σεμπαστιάν Λεκορνί, δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να «εκφοβιστεί» από τη βία, αποδίδοντας τις ταραχές στην «άκρα Αριστερά» και σε εγκληματικά στοιχεία.
Από την πλευρά του, ο υποψήφιος της ριζοσπαστικής Αριστεράς για την προεδρία, Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος συμμετείχε στην ειρηνική διαδήλωση του Σαββάτου στο Παρίσι, κατηγόρησε την κυβέρνηση για οργανωτικές αστοχίες που «άνοιξαν την πόρτα στο χάος».
Ο Λεκορνί απάντησε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης:
«Το να επιρρίπτει κάποιος την ευθύνη για τη βία στους επικεφαλής της αστυνομίας αποτελεί επικίνδυνη και κυνική αντιστροφή των ευθυνών».
Με πληροφορίες από Reuters, Le Monde, Guardian
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.