Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Γράφει η Ηλιάνα Μάγρα
Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, εκτιμάται ότι, ειδικά και μετά τις τελευταίες πυρκαγιές, θα έχει καεί σχεδόν το μισό των δασών της Αττικής. «Το ποσοστό καμένης γης στα δάση της Αττικής τα τελευταία εννέα χρόνια μπορεί να ξεπεράσει το 43% με 45%, και η εκτίμησή μας είναι ότι το ποσοστό αυτό είναι ακόμη μεγαλύτερο στα δάση της Δυτικής Αττικής», λέει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος, διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. «Στη Δυτική Αττική», συμπληρώνει, «τα πράγματα είναι δραματικά». Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν χθες, από το 2018 έως το 2026, έξι μεγάλες δασικές πυρκαγιές έχουν κάψει περισσότερα από 480.000 στρέμματα στο ηπειρωτικό κομμάτι της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής, με την πυρκαγιά στο Πόρτο Γερμενό να μαίνεται ακόμη.
«Ο τρόμος μας είναι η Πάρνηθα και το Καπανδρίτι επειδή είναι ο τελευταίος πνεύμονας που δεν έχει καεί στην Αττική», τονίζει στην «Κ» ο Νίκος Γεωργόπουλος, δασολόγος και ερευνητής στο Εργαστήριο Δασικής Διαχειριστικής και Τηλεπισκόπησης του ΑΠΘ. «Δεν θέλουμε να βλέπουμε να καίγονται άλλα κομμάτια γύρω από την Αττική και μας ανησυχεί πολύ ότι ξανακαίγονται τα ίδια μέρη», δηλώνει.
«Αλλάζουν εντελώς τα οικοσυστήματα», λέει ο δασολόγος Νίκος Γεωργόπουλος, εξηγώντας πως η φύση θα αναγεννηθεί, αλλά το νέο περιβάλλον μπορεί να είναι αφιλόξενο για τους ανθρώπους.
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε, προσθέτει, είναι πως ό,τι και να γίνει, η φύση θα αναγεννηθεί, θα συνεχίζει με κάποιον τρόπο να υπάρχει. Αλλά το καινούργιο περιβάλλον που θα σχηματιστεί μετά την αναγέννηση μπορεί να είναι αφιλόξενο για τους ανθρώπους. «Αλλάζουν εντελώς τα οικοσυστήματα», υπογραμμίζει.
Πέρα από την καταστροφή περιουσιών, την απώλεια ανθρώπινων ζωών και ζώων, η περιβαλλοντική επιβάρυνση είναι τρομερή, δηλώνει ο κ. Λαγουβάρδος. Η θερμοκρασία στο καμένο έδαφος είναι 8 με 10 βαθμούς πάνω σε σχέση με πριν από την εκάστοτε πυρκαγιά, ενώ η θερμοκρασία είναι υψηλότερη και στον αέρα στις συγκεκριμένες περιοχές. «Ταυτόχρονα, το δάσος μπορεί να μην έχει πλέον ψηλά δέντρα αλλά θαμνώνες, και άρα να έχουμε περισσότερες πλημμύρες ή να μην έχουμε επαρκή παραγωγή νερού γιατί το δάσος φιλτράρει το νερό», σημειώνει ο κ. Γεωργόπουλος.
Αναφέρει τα Μέγαρα και τον Υμηττό ως παραδείγματα, εξηγώντας ότι τα οικοσυστήματά τους έχουν αλλάξει. «Ο Υμηττός αποτελείται πλέον από θαμνώνες. Γενικότερα αυτές οι περιοχές υποβαθμίζονται, οι πλημμύρες που είδαμε πριν από μερικούς μήνες στην Αττική, σε περιοχές όπως η Ηλιούπολη, είναι απόρροια των πυρκαγιών εκεί», αναφέρει ο ίδιος. Ο κ. Λαγουβάρδος τονίζει ότι ο αριθμός των καμένων στρεμμάτων είναι πολύ μεγάλος για τόσο σύντομο χρονικό διάστημα: «Και αυτό είναι πολύ ανησυχητικό».
Για μια πολύ δύσκολη κατάσταση αυτή τη στιγμή στη χώρα με τις πυρκαγιές, κάνει λόγο ο κ. Γεωργόπουλος, που πιστεύει ότι είναι πιθανό να επιδεινωθεί εξαιτίας των υψηλών θερμοκρασιών και των ανέμων. «Περιμένουμε μεγάλες πυρκαγιές γιατί είχαμε παρατεταμένη περίοδο ξηρασίας σε συνδυασμό με μελτέμια και δυνατούς ανέμους», λέει, επισημαίνοντας ότι υπήρξαν λίγες και απότομες βροχοπτώσεις. «Η απότομη βροχόπτωση είναι σαν πλημμυρικό φαινόμενο, η βροχή απορρέει γρήγορα και το νερό δεν προλαβαίνει να πάει στους υπόγειους υδροφορείς και να το απορροφήσει το χώμα», σχολιάζει.
Και παλαιότερα η χώρα επιβαρυνόταν από μεγάλες πυρκαγιές. «Στη Μεσόγειο έχουν καταγραφεί από την αρχαιότητα», παρατηρεί. Τώρα όμως έχει αλλάξει το κλίμα. Η ξηρασία, οι υψηλές θερμοκρασίες, οι άνεμοι δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για πυρκαγιές, που σύμφωνα με τον ίδιο, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής επεκτείνονται πολύ γρήγορα. «Ωστόσο η βασική ευθύνη παραμένει στους ανθρώπους», συμπληρώνει ο κ. Γεωργόπουλος. «Εχουμε φτιάξει υποδομές στα δάση ενώ δεν θα έπρεπε, ακόμη και ένα μονοπάτι είναι επικίνδυνο – πρέπει να αποφεύγουμε πλήρως την επαφή με τα δάση όταν έχουμε υψηλές θερμοκρασίες και δυνατούς ανέμους». Δεν είναι ότι δεν παρατηρείται ποτέ αυτανάφλεξη δέντρων, αλλά είναι κάτι πολύ σπάνιο, σημειώνει. «Κατά κύριο λόγο, λοιπόν, φταίμε εμείς». Εχουμε πλέον πολύ περισσότερα σημεία διεπαφής δάσους – πόλης, με αποτέλεσμα οι φωτιές να μπαίνουν μέσα στα σπίτια, όπου βρίσκουν εκρηκτική ύλη και άρα αναπτύσσονται ακόμη περισσότερο, δημιουργώντας ζώνες με «απίστευτα θερμικά φορτία», εξηγεί στην «Κ».
Τα τελευταία χρόνια, συμβαίνουν πράγματα τα οποία δεν περίμεναν οι ειδικοί. «Περνάει η μία πυρκαγιά πάνω από την άλλη», λέει ο κ. Γεωργόπουλος, «ξανακαίγονται ήδη καμένες περιοχές με λίγη καύσιμη ύλη. Αν ένα πευκόδασος καεί ξανά σε διάστημα πέντε χρόνων από τη στιγμή που κάηκε για πρώτη φορά, τα πεύκα δεν θα μπορέσουν να αναγεννηθούν. «Ωστόσο πέρα και από το καμένο δάσος η μεγαλύτερη επίπτωση είναι στους ανθρώπους. Ο κόσμος ζει με τον φόβο κάθε καλοκαίρι, κάθε χρόνο βλέπουν τα σπίτια τους να καίγονται».
Τι πρέπει να γίνει; Να αλλάξει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τα δάση, απαντάει ο κ. Γεωργόπουλος. «Να ακούμε πάντα τους ειδικούς, όταν από το δασαρχείο λένε “μην μπείτε”, δεν πρέπει να μπαίνουμε στο δάσος». Ταυτόχρονα, θεωρεί ότι επιβάλλεται να γίνει αναδιοργάνωση των υπηρεσιών, για να επιτευχθούν η πρόληψη και η μείωση των δασικών πυρκαγιών. «Σε όλο τον κόσμο, υπεύθυνες για τη δασική πυρόσβεση είναι οι δασικές υπηρεσίες», σημειώνει. «Η Πυροσβεστική κάνει υπεράνθρωπη δουλειά αλλά χρειάζονται και άτομα που γνωρίζουν καλά τις περιοχές που καίγονται – χρειάζεται να υπάρξει κεντρικός συντονισμός και η πυρόσβεση να γίνεται από τις δασικές υπηρεσίες σε συνδυασμό με την Πυροσβεστική».
Οπως και να έχει, όταν αναπτύσσονται τόσο μεγάλα θερμικά φορτία είναι πολύ δύσκολο να οριοθετηθούν οι πυρκαγιές. «Διανύουμε την πιο επικίνδυνη περίοδο. Αν ξεσπάσει μια πυρκαγιά, όλα είναι στο έλεός της».
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.