Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Kathimerini.gr
Της Δήμητρα Μανιφάβα
Ταχύτερη ανάπτυξη με συνέπεια δυσανάλογα ισχυρή ζήτηση σε σύγκριση με το παραγόμενο προϊόν, ισχυρή εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας, μειωμένος ανταγωνισμός. Σε αυτά προστίθενται και οι ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό που οδηγούν σε αυξημένο μισθολογικό κόστος και όλα μαζί εξηγούν τον επίμονα υψηλότερο πληθωρισμό στην Ελλάδα σε σύγκριση με αυτόν στην Ευρωζώνη. Οι έκτακτες καταστάσεις, όπως ο πόλεμος στο Ιράν και ο συνεχιζόμενος πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, με αμφοτέρους να έχουν ως συνέπεια τον μη ομαλό εφοδιασμό της παγκόσμιας αγοράς με πετρέλαιο, έρχονται να προστεθούν στα δομικά χαρακτηριστικά του πληθωρισμού στην Ελλάδα.
Τα παραπάνω επισημαίνει η Eurobank στο χθεσινό τεύχος της «7 Ημέρες Οικονομία», προχωρώντας ταυτόχρονα σε μια δυσοίωνη εκτίμηση για το προσεχές διάστημα. «Οι πληθωριστικές πιέσεις αναμένεται να συνεχιστούν –και πιθανώς να ενταθούν– τουλάχιστον τους επόμενους μήνες. Η συνέχιση της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία διατηρεί την αβεβαιότητα και αυξάνει την ανησυχία στην αγορά ενέργειας καθώς μπαίνουμε στον χειμώνα χωρίς να διαφαίνεται κάποια προοπτική τερματισμού των συγκρούσεων άμεσα ή τουλάχιστον πριν από τον Νοέμβριο. Επιπλέον, στην Ελλάδα συντρέχει και ένας τεχνικός λόγος: Λόγω του σχετικά χαμηλού επιπέδου του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ)τον Οκτώβριο του 2025 (ετήσιος πληθωρισμός 1,6%, μηνιαίος πληθωρισμός -0,1%), τα αποτελέσματα βάσης τον τρέχοντα μήνα ενδέχεται να είναι αρκετά ισχυρά, ωθώντας τον ρυθμό αύξησης του ΕνΔΤΚ σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα», τονίζει.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank, οι εσωτερικοί παράγοντες που κρατούν ψηλά τον πληθωρισμό στην Ελλάδα είναι οι ακόλουθοι:
Υψηλή ζήτηση, περιορισμένος ανταγωνισμός, ελλείψεις προσωπικού και τουρισμός στηρίζουν τις υψηλές τιμές, αναφέρει η Eurobank
– Η ελληνική οικονομία μετά την πανδημία μεγεθύνεται με ρυθμό σημαντικά ταχύτερο από αυτόν της Ευρωζώνης: 2,1% το 2023, 2,1% το 2024 και 2,1% το 2025, έναντι 0,4%, 0,9% και 1,4% αντιστοίχως. Το α΄ εξάμηνο του 2026 η ανάπτυξη στην Ελλάδα ήταν 1,9% και στην Ευρωζώνη 0,9%. Είναι συνεπώς αναμενόμενο η ενεργός ζήτηση να αυξάνεται ταχύτερα στην Ελλάδα. Καθώς η οικονομία πλησιάζει στο δυνητικό προϊόν της, δημιουργούνται στενώσεις στις αγορές αγαθών και –ιδίως– εργασίας, ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις τιμές, φαινόμενο που παραπέμπει στο λεγόμενο θετικό παραγωγικό κενό.
– Οι αγορές αγαθών και υπηρεσιών στην Ελλάδα είναι λιγότερο ανεπτυγμένες, έχουν μικρότερο βάθος και ο ανταγωνισμός σε πολλές από αυτές είναι πιο ασθενής συγκριτικά με την Ευρωζώνη. Ως εκ τούτου, δημιουργούνται στενώσεις σε περισσότερα στάδια των αλυσίδων παραγωγής, μεταφοράς και διανομής αγαθών και παροχής υπηρεσιών, που μεταφράζονται σε μεγαλύτερα περιθώρια στις τιμές. Η μεγαλύτερη οριακή ροπή προς κατανάλωση ενισχύει περαιτέρω αυτή την τάση. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις υπηρεσίες, η Eurobank υποστηρίζει στην ανάλυσή της ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθωρισμού, 55% ή 2,2 ποσοστιαίες μονάδες, προήλθε την περίοδο Μαρτίου – Σεπτεμβρίου του 2026, την περίοδο δηλαδή που είναι σε εξέλιξη ο πόλεμος στο Ιράν, από την αύξηση των τιμών των υπηρεσιών και πρωτίστως από την υποκατηγορία των τιμών των υπηρεσιών αναψυχής, οι οποίες «παραδοσιακά» ακολουθούν ανοδική πορεία στην αιχμή της τουριστικής περιόδου.
– Οι χρόνιες ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε κλάδους όπως ο τουρισμός, η μεταποίηση, οι κατασκευές, η πληροφορική, αλλά και ελλείψεις σε εξειδικευμένους τεχνίτες προκαλούν αυξημένο κόστος, το οποίο μετακυλίεται στις τιμές των υπηρεσιών και των αγαθών.
– Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση από το εξωτερικό καθιστά την Ελλάδα πιο ευάλωτη στις ενεργειακές κρίσεις. Οπως επισημαίνει η Eurobank, είναι το κράτος-μέλος της Ε.Ε. με την τέταρτη μεγαλύτερη ενεργειακή εξάρτηση από το εξωτερικό, με τις καθαρές εισαγωγές ενέργειας να αντιστοιχούν στο 78% της συνολικής διαθέσιμης ενέργειας στη χώρα το 2024, ενώ ο μέσος κοινοτικός όρος είναι πολύ χαμηλότερος, στο 57%. Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία, επίσης του 2024, το 61% της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ελλάδα προέρχεται από προϊόντα πετρελαίου και φυσικό αέριο, έναντι 59% στην Ευρωζώνη. Ακόμη, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης έχει την πέμπτη μεγαλύτερη εξάρτηση από τα πετρελαιοειδή και ιδίως το φυσικό αέριο στην Ε.Ε.-27, στο 46% του συνόλου (2025) έναντι μέσου όρου 37% στην Ευρωζώνη.
Αξίζει, άλλωστε, να σημειωθεί ότι σύμφωνα και με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), που δημοσίευσε χθες τα στοιχεία για τον εθνικό δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 5% τον Σεπτέμβριο (σ.σ. 5,1% είναι η μεταβολή του ΕνΔΤΚ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat), οι τέσσερις από τις πέντε μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις αφορούν ενεργειακά προϊόντα: φυσικό αέριο 55,2%, πετρέλαιο θέρμανσης 53,2%, πετρέλαιο κίνησης 38,8%, βενζίνη 22,5%. Την πεντάδα συμπληρώνουν οι αυξήσεις τιμών, κατά 29,8%, στα ξενοδοχεία. Σε μηνιαία βάση, τον Σεπτέμβριο του 2026 σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2026 καταγράφηκαν αυξήσεις τιμών 9% στο φυσικό αέριο, 6,8% στη βενζίνη, 5,9% στο πετρέλαιο κίνησης, 5% στον ηλεκτρισμό, αλλά και 3% στα στερεά καύσιμα, κάτι που σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την εκτίμηση για υψηλή ζήτηση λόγω των πολύ μεγάλων ανατιμήσεων στα υπόλοιπα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ηλεκτρικό ρεύμα).
(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.