Ό,τι περιλαμβάνει η δωρεάν εγγραφή + ΕΠΙΠΛΕΟΝ
Συνέντευξη στον Παντελή Πετράκης
Το 1926 είχαν περάσει μόλις 14 χρόνια από την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος. 14 χρόνια, στα οποία η πόλη βρέθηκε στο επίκεντρο του Εθνικού Διχασμού, βίωσε μία τεράστια καταστροφή με την πυρκαγιά του 1917 να καίει το μεγαλύτερο μέρος του αστικού ιστού της πόλης και κλήθηκε να διαχειριστεί τους μεγάλους προσφυγικούς πληθυσμούς που συνέρρεαν σε αυτή μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λωζάνης.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, την άνοιξη του 1926 ιδρύεται στη Θεσσαλονίκη, από μέλη της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών ο ΠΑΟΚ, η ομάδα που έμελλε να αποτελέσει σημείο αναφοράς, αρχικά για τον προσφυγικό πληθυσμό και, στη συνέχεια, για την ίδια την πόλη της Θεσσαλονίκης.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από την ίδρυση του ΠΑΟΚ, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης διοργανώθηκε, στις αρχές Οκτωβρίου, επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «100 χρόνια ΠΑΟΚ – Ποδόσφαιρο και Κοινωνία». Σε αυτό, πανεπιστημιακοί και ερευνητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, μαζί με ανθρώπους του αθλητισμού και του πολιτισμού, εξέτασαν «τη διαδρομή του ΠΑΟΚ και το ποδόσφαιρο ως πεδίο κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών μεταβολών».
Στο συνέδριο, ο ιστορικός και υποψήφιος διδάκτορας στο πανεπιστήμιο McGill στον Καναδά και στο πανεπιστήμιο της Νορμανδίας, Λουκάς Τσίπτσιος, παρέθεσε ομιλία με τίτλο «Οι Κωνσταντινουπολίτες και η ίδρυση του ΠΑΟΚ στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου».
Εχοντας μελετήσει την κοινωνική ιστορία της Θεσσαλονίκης κατά τον Μεσοπόλεμο, με επίκεντρο τον ΠΑΟΚ, ο κ. Τσίπτσιος εξερεύνησε τις συνέπειες της ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και, ειδικότερα, τη διαμόρφωση νέων πολιτικών διαιρέσεων μετά την άφιξη των Μικρασιατών προσφύγων στη Θεσσαλονίκη, μέσα από το πρίσμα του αθλητισμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, η «Κ» συζήτησε μαζί του για τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου, πώς αυτές οδήγησαν στην ίδρυση του ΠΑΟΚ και τη γιγάντωσή του στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και για τους Κωνσταντινουπολίτες ιδρυτές του.
“Εν Θεσσαλονίκη σήμερον την τριακοστή του μηνός Μαρτίου του χιλιοστού εννεακοστού έκτου έτους οι κάτωθι υπογεγραμμένοι Τρ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Κοεμτζόπουλος, Κ. Κρητικός, Μ. Θεοδοσιάδης, Ιωακείμ Ιωακειμόπουλος, Αρ. Δημητριάδης, Α. Αγγελόπουλος και Μεν. Τσούλκας, συνέλθοντες εν τω καταστήματι της Λέσχης Κων/πολιτών περί ώραν 9 μ.μ. απεφασίσαμεν ομοφώνως την ίδρυσιν ποδοσφαιρικού και αθλητικού Σωματείου υπό την επωνυμίαν «Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Ομιλος Κων/πολιτών» και δια μυστικής ψηφοφορίας εξελέξαμεν ως συντακτικήν επιτροπήν του καταστατικού τους κ.κ. Κ. Κοεμτσόπουλον, Κ. Κρητικόν και Μ. Τσούλκαν. Εφ’ό και συνετάχθη το παρόν. Εν Θεσσαλονίκη, τη 30η Μαρτίου 1926”.
Ο ΠΑΟΚ ιδρύεται από Κωνσταντινουπολίτες στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1926, 4 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και 3 χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάνης. Ποιοι ήταν αυτοί οι Ρωμιοί που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη μήνες πριν την ανταλλαγή πληθυσμών;
Η φιλελεύθερη και εθνικιστική ελίτ της Πόλης αναπτύσσει έντονη πολιτική δράση υπέρ του βενιζελισμού και του ελληνικού αλυτρωτισμού κατά τη διάρκεια της συμμαχικής κατοχής, μεταξύ 1918 και 1922. Σε αντίθεση με τους Πόντιους και τους Μικρασιάτες την ίδια περίοδο, δεν βιώνουν διωγμούς ούτε τη βία του πολέμου. Ωστόσο, εξαιτίας της βενιζελικής τους δράσης, περίπου 40.000 Κωνσταντινουπολίτες εγκαταλείπουν την Πόλη το 1922, όταν χάνεται ο πόλεμος, φοβούμενοι ότι θα έχουν την ίδια μοίρα με τους Ρωμιούς της Σμύρνης.
Φεύγοντας από την Πόλη, οι Κωνσταντινουπολίτες αυτοί δεν καλύπτονται πλέον από το διεθνές νομικό πλαίσιο που, από το 1923 και μετά, προστατεύει τους «εγκατεστημένους» (établis) ως μειονότητα εντός του τουρκικού εθνικού κράτους. Ούτε όμως εντάσσονται στην κατηγορία των ανταλλάξιμων προσφύγων της Συνθήκης της Λωζάνης. Είναι οι λεγόμενοι «απόντες»: απουσίαζαν από την Πόλη τη στιγμή της ανταλλαγής και δεν μπορούσαν πλέον να επιστρέψουν. Φτάνουν στην Ελλάδα χωρίς τα δικαιώματα και τις αποζημιώσεις των ανταλλάξιμων. Με άλλα λόγια, είναι η εξαίρεση της εξαίρεσης.
Ποια η θέση τους στη Θεσσαλονίκη της εποχής; Πώς σχετίστηκαν με τους άλλους προσφυγικούς πληθυσμούς;
Κοινωνικά, μπορούμε να πούμε ότι η βενιζελική ελίτ της Κωνσταντινούπολης ανήκε σε μια ευρύτερη μεσαία και ανώτερη αστική τάξη. Οι περισσότεροι «απόντες» που κατείχαν ηγετική θέση ήταν δικηγόροι, γιατροί, αρχιτέκτονες, δημοσιογράφοι, έμποροι, λογιστές· κάποιοι ήταν και χρηματιστές, όπως ο Καλπακτσόγλου(σ.σ. πρώτος αντιπρόεδρος του ΠΑΟΚ) . Αν και μερικοί κατάγονταν από την επαρχία της αυτοκρατορίας, προέρχονταν συνήθως από αστικές οικογένειες, προύχοντες των κοινοτήτων τους, που είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν στην Πόλη ή στο εξωτερικό (κυρίως στην Αθήνα και τη Γαλλία). Χάρη στις σπουδές τους, οι Κωνσταντινουπολίτες διέθεταν ένα υπερεθνικό δίκτυο γνωριμιών. Όταν έφτασαν στη Θεσσαλονίκη, είχαν τόσο τις επαφές όσο και το οικονομικό κεφάλαιο για να βρουν σπίτια και γραφεία στο κέντρο της πόλης, τη στιγμή που επικρατούσε ανομία και τεράστια έλλειψη στέγης, εξαιτίας της πυρκαγιάς του 1917 και της άφιξης 117.000 προσφύγων.
Οι διαφορές, λοιπόν, ανάμεσα στην πραγματικότητα των προσφύγων και σε εκείνη των Κωνσταντινουπολιτών ήταν μεγάλες. Αν πάρουμε ως μέτρο την ταξική θέση και την κοινωνική κατάσταση, λίγα πράγματα μπορούσαν αντικειμενικά να τους ενώσουν γύρω από κοινούς στόχους και ορίζοντες. Αυτό που τους ένωνε κυρίως ήταν η κοινή προέλευση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου ανήκαν στο ίδιο μιλλέτ, στην ίδια κοινοτική οργάνωση. Από το 1908 και έπειτα, η εθνικιστική ομάδα κυριαρχούσε στους θεσμούς του μιλλέτ. Στόχος των Κωνσταντινουπολιτών στη Θεσσαλονίκη είναι να μεταφέρουν ένα παρόμοιο είδος κυριαρχίας στο εσωτερικό του ελληνικού εθνικού κράτους, ακολουθώντας όμως τις νέες λογικές της μαζικής πολιτικής(mass politics) και στηριζόμενοι στους πρόσφυγες της πόλης.
Τελικά, η μεγάλη δύναμη των Κωνσταντινουπολιτών ήταν ότι κατάφεραν να παρουσιαστούν στους πρόσφυγες ως όμοιοί τους, ως άνθρωποι που μοιράζονταν την ίδια μοίρα. Αυτό ήταν εφικτό μόνο μέσα από την παραγωγή ενός ιδεολογικού λόγου περί προσφυγιάς, ο οποίος ομογενοποιούσε την κατηγορία του πρόσφυγα. Ο ΠΑΟΚ έπαιξε εδώ σημαντικό ρόλο στη δημιουργία μιας κοινής ταυτότητας, με το γήπεδο και την ομάδα να λειτουργούν σχεδόν ως «τόπος μνήμης» των χαμένων πατρίδων.
Ποιο είναι το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο που διέπει την Ελλάδα την περίοδο αυτή;
Η μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό κράτος του Μεσοπολέμου είναι η αποκατάσταση των προσφύγων και, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, η καταπολέμηση της κοινωνικής ανομίας στις πόλεις. Η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ), αυτόνομος οργανισμός υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ), δίνει προτεραιότητα στην αγροτική αποκατάσταση· η αστική είναι γι’ αυτήν δευτερεύουσα. Το ελληνικό κράτος, ωστόσο, δεν έχει τις δυνατότητες να διαχειριστεί μόνο του το ζήτημα. Επομένως, οι προσφυγικοί σύλλογοι είναι απαραίτητοι τόσο για τον κρατικό μηχανισμό όσο και για τη βενιζελική ηγεμονία, που εξακολουθεί να επικρατεί στον προσφυγικό κόσμο τη δεκαετία του 1920. Παρόλο που οι πρόσφυγες δηλώνουν μαζικά δημοκρατικοί (υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας) και υποστηρίζουν τα βενιζελικά κόμματα, κυρίως από αντίδραση προς το Λαϊκό Κόμμα, η πολιτική αυτή ταυτότητα πρέπει να οικοδομηθεί και να οργανωθεί μέσα από τους μηχανισμούς των συλλόγων και τους μεσολαβητές τους. Όταν ιδρύεται ο ΠΑΟΚ την άνοιξη του 1926, η Ελλάδα βρίσκεται (για λίγους μήνες ακόμη) υπό το δικτατορικό καθεστώς του Πάγκαλου.
Ποια ήταν η θέση του αθλητισμού στη Θεσσαλονίκη της περιόδου;
Πριν από το 1908, ο αθλητισμός στη Θεσσαλονίκη απευθυνόταν ακόμη σε μια δυτικοποιημένη ελίτ: η οθωμανική, η εβραϊκή και η ελληνική αστική τάξη συναναστρέφονταν και μοιράζονταν τις ίδιες αθλητικές πρακτικές, με την ενθάρρυνση ξένων διπλωματών, μέσα από την ποδηλατική λέσχη White Star και το Sporting Club, που ιδρύθηκε το 1897. Μέλη του Sporting Club ήταν οι οικογένειες Allatini και Modiano, καθώς και ο Βέλγος πρόξενος και διευθυντής της Compagnie des Eaux de Salonique(σ.σ.Οθωμανική Εταιρεία Υδάτων Θεσσαλονίκης), ο οποίος ήταν και πρόεδρός του. Μόνο με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την άφιξη των γαλλοβρετανικών στρατευμάτων του Μακεδονικού Μετώπου ο αθλητισμός απέκτησε μαζικό και λαϊκό χαρακτήρα. Εκτός από τους ποδοσφαιρικούς αγώνες ανάμεσα σε ξένους στρατιώτες και τοπικούς συλλόγους, όπως ο Άρης και ο Ηρακλής, το 1917 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η ΧΑΝΘ, η οποία έδωσε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού πρόσβαση σε αμερικανικά αθλήματα (μπάσκετ, βόλεϊ).
Πώς φτάσαμε, λοιπόν, στην ίδρυση του ΠΑΟΚ και τι ρόλο έπαιξε σε αυτήν η πολιτική κατάσταση;
Ο αθλητισμός παρουσιάζεται τότε από τους φιλελεύθερους ως παράγοντας κοινωνικής ειρήνευσης, χωρίς να απαιτείται μεγάλη κρατική επένδυση σε κοινωνικά προγράμματα. Υπήρχε η ιδεολογική πεποίθηση ότι ο αθλητισμός θα μετέδιδε στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα τις αξίες της αστικής τάξης, κυρίως της βρετανικής gentry: την πειθαρχία, την αυτοσυγκράτηση, το fair play, την τήρηση των κανόνων και των ορίων. Θα εξασφάλιζε επίσης την ένταξη ενός ολόκληρου νέου πληθυσμού σε ένα πλαίσιο ορθολογικού εκσυγχρονισμού, με μια νεωτερική αντίληψη του χρόνου: παίζουμε μπάλα για 90 λεπτά και υπάρχουν κανόνες.
Οι αθλητικοί σύλλογοι είναι επομένως απαραίτητοι για το βενιζελικό σχέδιο εκσυγχρονισμού της Μακεδονίας. Βλέπουμε λοιπόν ότι ένα από τα κίνητρα για την ίδρυση προσφυγικών αθλητικών σωματείων είναι η καταπολέμηση της κοινωνικής ανομίας στις φτωχές προσφυγικές συνοικίες. Καθώς ο φόβος για την εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά και τον κομμουνισμό έχει πολλαπλασιαστεί, οι βενιζελικοί ποντάρουν στον αθλητισμό. Αυτό εντάσσεται λίγα χρόνια αργότερα στο ευρύτερο σχέδιο του Γεωργίου Παπανδρέου, υπουργού Παιδείας, ο οποίος στήριζε στον αθλητισμό τις ελπίδες του για την καταπολέμηση της «κομμουνιστικής προπαγάνδας». Βρισκόμαστε στην εποχή του Ιδιωνύμου (1929), σε μια περίοδο όπου, για εσωτερικούς και εξωτερικούς λόγους, η βενιζελική ηγεμονία, ιδίως στον προσφυγικό κόσμο, αμφισβητείται, με τη σταδιακή άνοδο της αντιβενιζελικής ψήφου και του ΚΚΕ.
Και μέσα σε αυτές τις συνθήκες ιδρύεται το 1926 ο ΠΑΟΚ.
Αφού πρώτα δημιούργησαν ένα αθλητικό τμήμα στο πλαίσιο της Ένωσης των Κωνσταντινουπολιτών, οι ιθύνοντες του σωματείου ίδρυσαν το 1925 την Αθλητική Ένωση Κωνσταντινουπολιτών της Θεσσαλονίκης (ΑΕΚΘ). Ύστερα από λίγους μήνες λειτουργίας, μια μερίδα των μελών, μετά από διάφορες περιπέτειες ίδρυσε το 1926 τον ΠΑΟΚ, τον Πανθεσσαλονίκειο Αθλητικό Όμιλο Κωνσταντινουπολιτών. Η ίδρυση ενός συλλόγου δεν είναι ποτέ μια αθώα πράξη, είναι φορτισμένη με νόημα και επιδιώκει συγκεκριμένους σκοπούς.
Ο ΠΑΟΚ επιβιώνει θεσμικά τα χρόνια που ακολουθούν την ίδρυσή του. Ωστόσο, για τους ιδρυτές του δεν μετρά απλώς η επιβίωση, αλλά η κυριαρχία τόσο στο αθλητικό όσο και στο πολιτικό πεδίο. Η κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή, όσο ισχυρή κι αν είναι συμβολικά, δεν αρκεί για να εδραιωθεί ο σύλλογος μόνιμα σε αυτά τα πεδία. Ο ΠΑΟΚ θα μπορούσε να είναι ένα από τα 250 προσφυγικά αθλητικά σωματεία της Θεσσαλονίκης και να εξαφανιστεί ύστερα από λίγα χρόνια. Αν επιβιώνει και γίνεται σταδιακά ο κύριος σύλλογος της Βόρειας Ελλάδας, αυτό οφείλεται στο ότι οι παράγοντες του κατάφεραν να διαχειριστούν τις σκληρές συνθήκες του Εθνικού Διχασμού του Μεσοπολέμου, καθώς και την κοινωνική ανομία που προκάλεσε η προσφυγική κρίση.
Πώς λοιπόν ο, ιδρυθείς από Κωνσταντινουπολίτες, ΠΑΟΚ φτάνει να εκφράζει συνολικά τον προσφυγικό πληθυσμό, μικρασιατικό και ποντιακό και να αποτελεί τόσο έντονα ταυτοτικό στοιχείο της Θεσσαλονίκης;
Ο Ηρακλής ήταν η ανοιχτά φιλοβασιλική ομάδα της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας της Θεσσαλονίκης. Με την παλαιότερη ομάδα της πόλης, ο ανταγωνισμός του ΠΑΟΚ ήταν ξεκάθαρος. Πρόεδρος του Ηρακλή από το 1921 έως το 1945 ήταν ο Απόστολος Κοσμόπουλος, μέλος του Λαϊκού Κόμματος, ο οποίος εξελέγη στο Δημοτικό Συμβούλιο μαζί με τον Νικόλαο Μάνο, τον φιλοβασιλικό δήμαρχο του 1929. Πολλοί παράγοντες του ΠΑΟΚ ήταν επίσης δημοτικοί σύμβουλοι, και ο σύλλογος συνδέθηκε αρχικά με τον Κύρκο και στη συνέχεια, το 1930, με τον Βαμβακά, ο οποίος υποσχέθηκε να χτίσει γήπεδο για τον ΠΑΟΚ. Αυτή η άμεση αντιπαράθεση για τον έλεγχο του Δημοτικού Συμβουλίου μέσω του αθλητισμού είχε να κάνει και με τις επιχορηγήσεις του δήμου προς τις ομάδες. Επρόκειτο επομένως για ένα κλασικό πελατειακό σύστημα, στο οποίο ο σύλλογος αντάλλασσε την επιρροή του με επιχορηγήσεις.
Ο Άρης θεωρείται εκείνη την εποχή σύλλογος πανελλήνιας εμβέλειας, με μεγάλη ισχύ, ικανός να νικά ξένες ομάδες. Είναι επιπλέον πολύ δημοφιλής και συσπειρώνει σε μεγάλο βαθμό τον πληθυσμό ολόκληρου του ανατολικού τμήματος της Θεσσαλονίκης, όπου ζουν πολλοί πρόσφυγες. Πράγματι, αν και η αρχική του έδρα ήταν το πρώτο «γυμναστήριο» απέναντι από την Καμάρα, το 1918 αυτό διασπάστηκε. Ένα δεύτερο «γυμναστήριο» εγκαταστάθηκε τότε στη συνοικία της Αγίας Τριάδας, στη μεγάλη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, στα ανατολικά της πόλης. Πολύ γρήγορα η συνοικία αυτή, που μέχρι τότε ήταν προάστιο, γέμισε πρόσφυγες. Ο Άρης υπήρξε λοιπόν η πρώτη αθλητική αναφορά για τους πρόσφυγες αυτού του τμήματος της πόλης, οι οποίοι ήταν τότε και οι πολυπληθέστεροι. Αν και ο Άρης θεωρείται τότε ο κύριος σύλλογος των προσφύγων, δεν το προβάλλει ως ταυτότητά του, καθώς η ένταξη στην ομάδα γίνεται με εθνικά και τοπικά κριτήρια.
Για τον ΠΑΟΚ, το ζητούμενο είναι επομένως να ανταγωνιστεί τον Άρη στο προσφυγικό πεδίο. Οι ηγέτες του ΠΑΟΚ, μόλις ιδρυθεί ο σύλλογος, πρέπει να του προσδώσουν προσφυγικό νόημα, ώστε να εξασφαλίσουν «μια θέση στον ήλιο», ανάμεσα στους μεγάλους αθλητικούς συλλόγους της πόλης και να κατακτήσουν τις ανατολικές συνοικίες. Ο ανταγωνισμός αυτός αντανακλούσε και τις πολιτικές διαμάχες στο εσωτερικό του ίδιου του Κόμματος των Φιλελευθέρων στη Θεσσαλονίκη, ιδιαίτερα για την επιλογή του υποψήφιου δημάρχου στις δημοτικές εκλογές του 1929 που έφερε αντιμέτωπους τους πρόσφυγες και τους γηγενείς φιλελεύθερους.
Μπορούμε να εντοπίσουμε κάπου εκεί και τις απαρχές της «σύγκρουσης» του ΠΑΟΚ αλλά και της Θεσσαλονίκης με τις ομάδες του κέντρου και την Αθήνα αντίστοιχα;
Όταν ο ΠΑΟΚ ενισχύθηκε το 1929 (μετά την επανένωσή του με την ΑΕΚΘ) και ένιωσε ικανός να ανταγωνιστεί τόσο τους μεγάλους συλλόγους της Θεσσαλονίκης όσο και εκείνους της Αθήνας, βρέθηκε αντιμέτωπος με την αμείλικτη κυριαρχία του ΠΟΚ (Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΑΕΚ). Ο ΠΑΟΚ είχε κι αυτός στενές σχέσεις με την εξουσία, χάρη στα βενιζελικά δίκτυα. Όμως η φθορά της βενιζελικής ηγεμονίας μετά το 1930 επηρέασε και τον ΠΑΟΚ, οξύνοντας την αντιπαράθεση με τις άλλες ομάδες της Θεσσαλονίκης αλλά και με το «κέντρο».
Από το 1931 βλέπουμε στον αθλητικό Τύπο της Αθήνας άρθρα που αναφέρουν ότι «εκεί πάνω κατήντησε πλέον φυσικόν πράγμα να δέρεται ανηλεώς ένας διαιτητής ο οποίος δεν ικανοποιεί τους οπαδούς του Α ή του Β σωματείου». Τέτοια αρθρογραφία, που χαρακτηρίζει αυτές τις πράξεις «βαρβαρότητες ορισμένων ψυχοπαθών» και τις συνδέει δήθεν με μια ιδιαιτερότητα του Βορρά, δείχνει την περιφρόνηση και τις οριενταλιστικές αναπαραστάσεις που γενικεύονται τότε και χαρακτηρίζουν τις σχέσεις της Αθήνας με τις Νέες Χώρες. Το ίδιο άρθρο συνεχίζει: «Ήδη η πρωτεύουσα και μετά διστακτικότητας λέγομεν και ο Πειραιεύς απηλλάγησαν του αίσχους της ξυλοκοπήσεως των διαιτητών, απομένει μόνη η Μακεδονία να δείξη και αυτή ότι οι φίλαθλοί της δεν υστερούν ούτε εις πολιτισμόν ούτε και εις φιλαθλητικότητα». Πρόκειται για λόγους που εξακολουθούν να τροφοδοτούν τις αναπαραστάσεις της αθλητικής βίας μέχρι σήμερα. Η Θεσσαλονίκη ετεροποιείται έτσι και, κυρίως, εμφανίζεται να υστερεί σε σχέση με ένα πρότυπο νεωτερικότητας, το οποίο ενσαρκώνουν οι πρόοδοι του αθηναϊκού κέντρου, που ωστόσο γνωρίζει κι αυτό ανάλογα επεισόδια βίας.
Οι Κωνσταντινουπολίτες παράγοντες του ΠΑΟΚ συμβάλλουν αναμφίβολα στη διαμόρφωση του βενιζελικού εθνικού κράτους στη Θεσσαλονίκη, επιδιώκοντας να κυριαρχήσουν στο πλαίσιό του, χωρίς όμως να κατανοήσουν εξαρχής τη λογική του: το εθνικό κράτος επιδέχεται ένα και μόνο κέντρο, και αυτό βρίσκεται ήδη στην Αθήνα. Αυτό θα μπορούσε ίσως να εξηγήσει την αίσθηση διαχρονικής αδικίας που επικρατεί ακόμη -και όχι πάντα χωρίς λόγο- στο φαντασιακό των ΠΑΟΚτσήδων.
Εντοπίζονται στοιχεία της ταυτότητας του ΠΑΟΚ, όπως αυτή διαμορφώθηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου, στο σήμερα;
Από ελίτ στο επίκεντρο μιας αυτοκρατορίας, οι Κωνσταντινουπολίτες της Θεσσαλονίκης μετατρέπονται σε ελίτ της επαρχίας, προκαλώντας μάλιστα οι ίδιοι αυτή τη δομική μετάλλαξη της Θεσσαλονίκης, καθώς λειτούργησαν ως μηχανισμός ένταξης της πόλης και της ευρύτερης περιοχής στις λογικές του εθνικού κράτους. Ο ΠΑΟΚ, από σωματείο μιας περιορισμένης κωνσταντινουπολίτικης ελίτ, γίνεται, σταδιακά στον Μεσοπόλεμο, το σωματείο όλων των προσφύγων της Θεσσαλονίκης. Μεταπολεμικά ο ΠΑΟΚ αποκτά μια άλλη διάσταση και γίνεται το μεγαλύτερο σωματείο της πόλης και, με την εποχή του Κούδα, ολόκληρης της Μακεδονίας.
Αυτό που ήθελα να υπογραμμίσω και στο συνέδριο(σ.σ. 100 χρόνια ΠΑΟΚ Ποδόσφαιρο και Κοινωνία) είναι ότι τελικά, ο σκοπός για τον οποίο ιδρύεται ένας σύλλογος σε μια δεδομένη στιγμή δεν είναι απαραίτητα αυτός που εξασφαλίζει τη συνέχεια του. Οι άνθρωποι είναι θνητοί, και οι Κωνσταντινουπολίτες μαζί τους· ο ΠΑΟΚ όμως, θα πουν κάποιοι, δεν είναι. Ο ΠΑΟΚ επιβιώνει στον Μεσοπόλεμο χάρη στην ισχύ των Κωνσταντινουπολιτών, αλλά επιζεί και των ίδιων των Κωνσταντινουπολιτών και των φιλοδοξιών τους. Και τότε αλλάζει νόημα: μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποκτά νέο περιεχόμενο, καθώς τον οικειοποιούνται άλλοι σκοποί, άλλες κοινωνικές πραγματικότητες, άλλοι πολιτικοί διχασμοί.
Εκείνη τη στιγμή ο ΠΑΟΚ μοιάζει να χάνει τον ελιτίστικο και αστικό του χαρακτήρα και να γίνεται ο σύλλογος και η περηφάνεια της φτωχολογιάς, του λαού της Βόρειας Ελλάδας, του περιθωρίου. Είναι ένας σύλλογος που εξακολουθεί να κουβαλά μια προσφυγική ταυτότητα, αλλά αυτή δεν είναι πια η ταυτότητα των σαλονιών του Πέρα.
Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.
ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.